H λέξη δεν υφίσταται επίσημα στα αγγλικά, αλλά αρχίζει κάπως να υφίσταται στη ζωντανή γλώσσα. Και αρχίζει να υφίσταται επειδή ορισμένες ταινίες πολύ απλά δεν θα έπρεπε ποτέ -ποτέ όμως- να γίνουν ριμέικ. Δεν θα έπρεπε να γίνουν ριμέικ γιατί γυρίστηκαν όπως ακριβώς έπρεπε να γυριστούν και οποιαδήποτε νεότερη εκδοχή τους είναι καταδικασμένη να βρεθεί ελαττωματική στη σύγκριση. Ή μάλλον δεν γυρίστηκαν ακριβώς όπως έπρεπε να γυριστούν. Γυρίστηκαν με τρόπο κάθε άλλο παρά προφανή, με τρόπο κάθε άλλο παρά αναμενόμενο, γυρίστηκαν τόσο πολύ απροσδόκητα και διαφορετικά, ώστε αφενός πριν τις δεις να μην μπορείς να φανταστείς τι θα δεις κι αφετέρου άπαξ και τις βλέπεις να μην μπορείς να τις φανταστείς αλλιώς. Κι αν βέβαια είσαι παραγωγός αυτό μπορεί να μην σε ενδιαφέρει καθώς εξετάζεις το θέμα μόνο από εμπορική σκοπιά. Αν είσαι όμως ο Σπάικ Λι γιατί άραγε θες να μπεις σε αυτή τη διαδικασία; Επειδή έχεις πάρει ούτως ή άλλως την κατιούσα; Επειδή δεν σε νοιάζει και τόσο πια τι θα περιλαμβάνει η φιλμογραφία σου και σε καίει και σένα το εμπορικό σκέλος; Ή επειδή παραταύτα πιστεύεις ότι η δική σου ματιά έχει να προσφέρει κάτι; Ας εγκαταλείψουμε όμως εδώ τις δίκες προθέσεων και ας πάμε στο αποτέλεσμα. Ναι, το τρέχον Οldboy ήταν ούτως ή άλλως βέβαιο ότι θα είναι πάρα πολύ χειρότερο από το αυθεντικό, αλλά νά που ο Λι, με τις δικές του μεγάλες ταινίες και το δικό του ισχυρότατο στίγμα, φαντάζει σαν σκηνοθέτης βήτα διαλογής μπροστά στον Παρκ Τσαν Γουκ, παίρνοντας ένα κινηματογραφικό αριστούργημα και προσφέροντας μας στη θέση του κάτι νερόβραστο κι ανέμπνευστο, σε μια επιλογή που όχι μόνο δεν δικαιώνεται αλλά καταλήγει να προκαλεί θλίψη.

Ο κεντρικός ήρωας από O Ντεσού μετονομάζεται σε Τζο Ντουσέτ. Οι ηθοποιοί που τους υποδύονται είναι οργανικά τμήματα του αισθητικού συνόλου των ταινιών τους: ο μεν Τσόι Μιν Σικ πήγε ως τα άκρα και η παράφορη ερμηνεία του χαράχθηκε στο νου, ο δε Τζος Μπρολίν δεν ξέρει πού πατά και πού βρίσκεται. Κι ο Ντεσού και ο Ντουσέτ απαγάγονται και βρίσκονται κλεισμένοι για πάρα πολλά χρόνια σε ένα μικρό δωμάτιο. Καμία απολύτως επαφή με τον έξω κόσμο. Εκτός από την τηλεόραση. Τους βάζουν κάθε μέρα από μια σχισμή στο κάτω μέρος της πόρτας φαί. Το ίδιο φαϊ. Ένα περίεργο αέριο τους ναρκώνει που και που. Φτιάχνουν λίστες με όλους τους πιθανούς εχθρούς τους που θα μπορούσαν να τους είχαν κάνει κάτι τέτοιο. Δεν θα τον πετύχει κανείς τους όμως. Δεν τους λέει καν τίποτα σαν όνομα ο εχθρός τους. Καμιά φορά το κακό το κάνουμε εν αγνοία μας. Από επιπολαιότητα. Καμιά φορά τα πράγματα δεν είναι στον έλεγχό μας. Και το αποτρόπαιο αποτέλεσμα δεν είναι απαραίτητο να έχει προέλθει από αντίστοιχης βαρύτητας δόλο. Τα πράγματα έχουν μια δική τους δυναμική. Και το να θέλει να μας εκδικηθεί ο άλλος τόσο συντριπτικά μπορεί να είναι αναντίστοιχο ως προς το αίτιο, αλλά αντίστοιχο ως προς το αποτέλεσμα.

Ένας άνθρωπος που ζει για την εκδίκηση. Που κάνει την εκδίκηση σκοπό της ζωής του. Που τιμωρεί ισοπεδωτικά έναν άλλο άνθρωπο. Που με τη σειρά του κάνει σκοπό της δικής του ζωής να τον αντεκδικηθεί. Εκείνος δεν του αρνείται το δικαίωμα στην εκδίκηση, του ζητάει όμως πρώτα να τον καταλάβει, μέχρι να έρθει στη θέση του, μέχρι να νιώσει μέσα από όλα όσα έχει τραβήξει το μέγεθος του δικού του πόνου. Το αρχικό Oldboy ήταν μια σύγχρονη αρχαία τραγωδία. Δύο δίκαια συγκρούονταν, δύο αλήθειες. Μιλούσε για τη γνώση ως ελευθερία, για τη γνώση της ύβρεως και την ελεύθερη επιλογή της ύβρεως όταν η αγάπη την υπερνικά. Αντίθετα, στο ριμέικ η ύβρις δεν αντιμετωπίζεται ως κάτι που μπορεί να αποτελεί έκφραση ελεύθερης επιλογής και να δικαιωθεί από την αγάπη, αλλά προβάλλεται υπό το πρίσμα της θυματοποίησης και της αρρώστιας. Στο αρχικό “Οldboy” o κακός της ταινίας ήταν ο ελεύθερος άνθρωπος, ενώ ο καλός εκείνος που δεν αντέχει την ελευθερία, εκείνος που επιλέγει και τον σκύλο και την πίτα, και την ύβρη και την λήθη της ύβρεως, εκεί που αντί για χάπι έντ υπήρχε η πιο ειρωνική ανατροπή του, εκεί που είχαμε τραγωδία χωρίς κάθαρση, με το αμφίσημο χαμόγελο του ήρωα στο τέλος, που είναι σαν να λέει: «Νιώθω πολύ ευτυχισμένος, ομολογώ ότι δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα για το παρελθόν, το κεφάλι μου πονάει κάπως, τώρα μπορώ να ζήσω όπως ήθελα και με τον τρόπο που είναι αδιανόητος και χωρίς να τον διανοούμαι. Δεν γνωρίζω τίποτα, δεν φταίω για τίποτα, είμαι καλά περνάω μια χαρά, είμαι καλά περνάω μια χαρά, η γνώση και η ελευθερία ήταν πάντα βάρος, μην με φορτώνετε άλλο, πόνεσα και τώρα γιατρεύομαι. Γιατρεύομαι σε μια αγκαλιά». Στο ριμέικ του Λι αντίστοιχο σκανδαλιστικό φινάλε δεν θα μπορούσε να υπάρξει, αντίστοιχο αμφίσημο χαμόγελο δεν θα μπορούσε να υπάρξει, εδώ είναι Χόλιγουντ και η ύβρις θα λάβει τέλος, η ύβρις θα αντιμετωπιστεί με αυτοτιμωρία, το χαμόγελο του ήρωα στο τέλος θα είναι αυτεπίστροφο, μιας ταινίας που πήρε ένα υπερειρωνικό – υπερπονεμένο φινάλε και στη θέση του μας παρέδωσε επί γης δικαιοσύνη και κάθαρση.

Εκτός από ορισμένες εκλεκτές ταινίες, ριμέικ δεν χωράει και στην ζωή μας. Που είναι εκλεκτή μόνο και μόνο επειδή είναι μία και μοναδική. Από εκεί και πέρα αν κάτι μας αναλογεί είναι ο τρόπος που θα την χειριστούμε, ο τρόπος που θα επιλέξουμε να τη ζήσουμε, ο τρόπος που θα γράψουμε το δικό της σενάριο και ο τρόπος που θα τη σκηνοθετήσουμε να είναι τουλάχιστον αυθεντικός. Κι ας μην φτιάξουμε με αυτήν κάποιο αριστούργημα. Είναι εξαιρετικά πιθανό να μην μπορούμε να την επενδύσουμε με τέτοια μουσική, είναι εξαιρετικά πιθανό να μην καταφέρουμε να παντρέψουμε τόσο ιδανικά την ουσία και το βάθος με την αισθητική, είναι εξαιρετικά πιθανό να μείνουμε σε πιο ρηχά και σε πιο μπανάλ επίπεδα. Αλλά τουλάχιστον ας μην αντιγράψουμε και κοπιάρουμε τη ζωή άλλων, αλλά τουλάχιστον αν είναι να πιάσουμε κάποιον επίδοξο αυτόχειρα από τo πέτο και να του ζητήσουμε να αναβάλει για λίγο το θάνατό του για να του πούμε μια ιστορία (όπως κάνει ο Oh Dae-su και δεν κάνει ο Τζο Ντουσέτ, ακριβώς γιατί η αυθεντική ταινία έχει ένα σωρό στρώματα που το ριμέικ δεν έχει), να είναι η ολόδική μας ιστορία της μίας και μοναδικής μας ζωής. Και κάπως έτσι αξίζει να αναβληθεί ο θάνατος, έστω και για λίγο.