Ο Κόλιν Φάρελ είναι ψαράς. Ψαρεύει με τα δίχτυα του μια κοπέλα. Είναι ζωντανή. Μα είχα πεθάνει, πώς το έκανες; Περίεργο. Δεν θέλει να τη δει κανείς άλλος. Επίσης περίεργο. Την πηγαίνει στο ερημικό του σπίτι. Την αφήνει εκεί. Πρέπει να πάει να παραλάβει από την πρώην γυναίκα του την εντεκάχρονη κόρη τους που είναι νεφροπαθής και κάνει αιμοκαθάρσεις. Για να περάσει η ώρα της αιμοκάθαρσης της λέει ιστορίες. Της διηγείται την ιστορία ενός ψαρά που ψάρεψε με τα δίχτυα του μια κοπέλα. Η κόρη αποφασίζει πως η κοπέλα είναι Σέλκι: πλάσμα που στη θάλασσα ήταν φώκια και που όταν βγαίνει στη στεριά βγάζει το δέρμα της και αν βρει ένα στεριανό που θα ερωτευτεί μπορεί να αποφασίσει να ζήσει μαζί του. Η κόρη υποπτεύεται ότι ο πατέρας της κάτι της κρύβει. Πηγαίνει στο σπίτι του με το καροτσάκι της και βλέπει την κοπέλα. Την ιστορία δεν την έβγαλε από το μυαλό του λοιπόν. Είναι αληθινή. Κι αφού είναι αυτό το σκέλος της αληθινό, γιατί να μην είναι και το άλλο; Γιατί να μην είναι στα αλήθεια και Σέλκι; Το σλόγκαν της «Οndine» είναι πως αλήθεια δεν είναι αυτό που ξέρεις, αλλά αυτό που πιστεύεις. Με μια σειρά από πολλά ακόμη περίεργα συμβάντα, ο Νιλ Τζόρνταν θα παίξει με τις προσδοκίες μας, μέχρι να αφήσει την αμφιβολία και να δώσει οριστική λύση υπέρ του μύθου ή υπέρ του ρεαλισμού.

Στα τέλη του 2007 η απεργία των σεναριογράφων οδήγησε τον Τζόρνταν να εγκαταλείψει προσωρινά το Χόλιγουντ. Η αλλαγή περιβάλλοντος και η επιστροφή στα πάτρια εδάφη του έκανε καλό. Το σενάριο του, όπως σιγά σιγά ξετυλίγεται, αποκαλύπτει για μια ακόμη φορά τη μαεστρία του. Εμφανίζει τους παίκτες του έναν έναν στη σκηνή, χωρίς καμιά βιασύνη, ακόμα και στο μέσο της ταινίας. Εκτός από τους τρεις βασικούς ήρωες, θα μας γνωρίσει ακόμα την αλκοολική πρώην γυναίκα του Φάρελ, τον Σκωτσέζο σύντροφό της τον οποίο η κόρη νιώθει σαν απειλή, τον ιερέα που εξομολογεί τον Φάρελ και τον μυστηριώδη άντρα (ή ίσως Σέλκι) που ψάχνει την κοπέλα που βγήκε απ’ τη θάλασσα. Κάθε πλάνο είναι στη θέση του, κάθε ατάκα στη δική της, η ταινία είναι σκηνοθετικά και σεναριακά κουρδισμένη με ακρίβεια. Τρεις βασικοί ήρωες, τέσσερις συμπληρωματικοί, ένας μύθος μεταποιημένος, υπέροχα φωτογραφημένα κάδρα του παραθαλάσσιου Ιρλανδικού τοπίου και τα σε μη υπάρχουσα γλώσσα τραγούδια των Sigur Ros είναι τα συστατικά που ανακατεύει μαεστρικά ο Τζόρνταν για να χτίσει τη δική του κινηματογραφική ιστορία.

Ο Φάρελ συνηθίζει να ρωτά την κόρη του αν της συνέβη τίποτα περίεργο ή υπέροχο. Να λοιπόν που του συμβαίνει τώρα εκείνου κάτι οπωσδήποτε περίεργο και εκ πρώτης όψεως υπέροχο. Θα διατηρηθεί υπέροχο ως το τέλος; Όπως λέει στον ιερέα, για εξομολόγηση πηγαίνει επειδή το χωριό του δεν έχει «Ανώνυμους Αλκοολικούς». Τον λένε Σίριακιους, αλλά όλοι τον φωνάζουν Σέρκους. Τσίρκο δηλαδή, γιατί όταν έπινε γινόταν ρεντίκολο. Έχει να πιει 2 1/2 χρόνια. Τα παρατσούκλια έχουν αυτή την ιδιότητα να κολλάνε ακόμα και όταν ο χαρακτήρας σου αλλάζει. Αλλάζει όμως ο χαρακτήρας; Μερικοί άνθρωποι κωλώνουν μπροστά στην ευτυχία και ο ιερέας του επισημαίνει πως είναι ένας από αυτός. «Η δυστυχία είναι εύκολη, η ευτυχία είναι που χρειάζεται δουλειά», θα προσθέσει. Αν ο άνθρωπος ήταν λιγότερο πολύπλοκο ον, τα θέματά του θα τα είχε λυμένα, την δυστυχία θα την επέλεγαν μόνο κλινικές περιπτώσεις και την ευτυχία θα την κυνηγούσαν όλοι, οσοδήποτε δύσκολη και αν ήταν. Ωστόσο όσοι «επιλέγουν» τη δυστυχία, δεν το κάνουν ντε και καλά από μαζοχισμό, αλλά επειδή σε ένα επίπεδο περνάνε πιο άνετα μέσα της. Είτε φόβο το πει κανείς, είτε συναισθηματική τεμπελιά, είτε βόλεμα, το γεγονός είναι πως ό,τι συνηθίζεται αντέχεται: είναι γνωστό έδαφος, είναι κάτι μέσα στο οποίο έχουμε μάθει να λειτουργούμε. Αισθανόμαστε ασφάλεια μέσα σε ό,τι έχουμε συνηθίσει. Το να εγκαταλείπεις την προσπάθεια, το να αφήνεσαι, το να λες «αυτός είμαι: σκάρτος», το να θεωρείς ότι τα κρίσιμα συμβάντα στη ζωή σου συνέβησαν στο παρελθόν και όχι στο μέλλον, όλα αυτά κουβαλούν την απαράμιλλη γοητεία της ευκολίας. Και ποιός είπε ότι τελικά η ευτυχία είναι προτιμότερη από την ευκολία;

Ο Τζόρνταν πάντα αρεσκόταν να δείχνει πλάσματα που βρίσκονται στο ανάμεσα: μετά από ποιητικούς λυκάνθρωπους και ποιητικούς βρικόλακες, η ιστορία ενός ίσως θαλάσσιου πλάσματος, μετά από γυναίκες που ανάμεσα στα πόδια τους έκρυβαν μυστικά, μια γυναίκα που ίσως τα πόδια της είναι στα αλήθεια δέρμα ψαριού. Ο μύθος των Σέλκις (μύθος που ευδοκίμησε στη Σκωτία, την Ιρλανδία, την Ισλανδία και τα Νησιά Φαρόε) πρέπει να γεννήθηκε από ανθρώπους με περιορισμένες επιλογές, από άντρες που περιμένουν να βγουν από τη θάλασσα τα μαγικά πλάσματα που λέγονται γυναίκες. Αδιάκοπο κρύο, απομόνωση και θάλασσα είναι κακός συνδυασμός, περιμένεις τη ζεστασιά, περιμένεις να βγει μέσα από το κατεξοχήν σημείο αναφοράς σου, τη θάλασσα, ένα πλάσμα που θα σε ζεστάνει, θα σου δώσει σάρκα, ομορφιά και συντροφιά.

Η «Οndine» δεν φιλοδοξεί να αλλάξει την ιστορία του σινεμά, δεν θα σημαδέψει την κινηματογραφική σαιζόν, μάλλον δεν θα μνημονεύεται καν ανάμεσα στις κορυφαίες ταινίες του Νιλ Τζόρνταν. Ωστόσο είναι μια ταινία που ήξερε τι ήθελε να κάνει και το έκανε, μια ταινία μικρού μεγέθους που καταφέρνει να σου προσφέρει και μια μικρού μεγέθους ευφορία: την ευφορία που νιώθεις όταν παρακολουθείς το αποτέλεσμα της εργασίας ενός μάστορα.