Το μανιφέστο του σκηνοθέτη και θεωρητικού του θεάτρου Γιόζεφ Μποκουσλάου Έσιλκ με τίτλο «Το θέατρο του μικροφώνου» βρίσκει τεράστια απήχηση μεταξύ των ομάδων του σύγχρονου θεάτρου σε όλη την Ευρώπη. Οι θεατρικές σκηνές γεμίζουν με μικρόφωνα, αποκριάτικες μάσκες, κάμερες που καταγράφουν και οθόνες που προβάλλουν ζωντανά τις δράσεις των ηθοποιών. Σκηνοθέτες και ηθοποιοί οργανώνουν ομαδικές εκδρομές στο Βερολίνο για να παρακολουθήσουν τις παραστάσεις του «Θεάτρου Έσιλκ» και να επιστρέψουν στα θέατρα τους «ωραίοι σαν βερολινέζοι».

Με αυτά τα λόγια, οι συντελεστές της ομάδας per-theater-formance επικοινώνησαν στον τύπο την παράστασή τους Ωραίοι σαν βερολινέζοι και έβαλαν σε δοκιμασία τις θεατρικές μας γνώσεις· με την ευρωπαϊκή θεατρική σκηνή να γεννάει τάσεις τη μία μετά την άλλη και το Βερολίνο να αποδεικνύεται η ζωντανότερη πρωτεύουσα της σύγχρονης τέχνης, η εμφάνιση ενός ακόμη καλλιτεχνικού ρεύματος δεν μας φάνηκε περίεργη.

Μεταξύ απορίας, περιέργειας και (καχ)υποψίας, καθώς οι real time βιντεοπροβολές δεν είναι καινούριο εύρημα και δεν είχαμε ξανακούσει τίποτα για τον κύριο Γιόζεφ Μποκουσλάου Έσιλκ, γεγονός που μας έφερε στα πρόθυρα του πειρασμού να σκίσουμε τα πτυχία μας, πήγαμε στο Bios, για να συνειδητοποιήσουμε τελικά ότι η ομάδα μάς είχε ετοιμάσει μία ευφυή φάρσα. Ανύπαρκτος ο κύριος Έσιλκ, ανύπαρκτο και το μανιφέστο του, αποτελούν εφευρέσεις της ομάδας σε μία παράσταση που λειτουργεί ως ευτυχές παράδειγμα αυτοαναφορικότητας. Παρουσιάζοντάς μας επί σκηνής τις «βασικές αρχές» του «θεάτρου του ραδιοφώνου» (ή θεάτρου καραόκε!), η ομάδα, με καταφανή ειρωνεία, επιχειρεί την αποδόμηση της σκηνοθετικής εργασίας.

Όχι τυχαία, ο 20ός αιώνας στο θέατρο χαρακτηρίστηκε ως ο αιώνας του σκηνοθέτη το θέατρο είναι πια δική του υπόθεση. Δικό του το όραμα, «δανεικά» τα λόγια του συγγραφέα, μέσο του ο ηθοποιός, και είναι αλήθεια ότι στο όνομα αυτού του οράματος τα έχουμε δει όλα. Ήρθε η ώρα, λοιπόν, σαν να μας λένε οι δημιουργοί της παράστασης, να σας δείξουμε την αλήθεια πίσω από τη θεατρική βιτρίνα. Και το κάνουν απογυμνώνοντας σατιρικά τα κίνητρα της σκηνοθετικής έμπνευσης, τις σκηνοθετικές εμμονές που καταδυναστεύουν συγγραφείς, ηθοποιούς και θεατές, τις σύγχρονες θεατρικές τάσεις που πετούν το μήνυμα ωμό «στα μούτρα» του θεατή· το κάνουν, επίσης, παίζοντας με το άγχος να βρεθεί θεωρητικό «άλλοθι» για το -όποιο- σκηνοθετικό όραμα – και εκεί κάπου μπλέκονται στην παράσταση οι μεγάλοι της θεωρίας της σκηνοθεσίας, ο Στανισλάφσκι, ο Μπρεχτ, ο Γκροτόφσκι.

Θεωρούμε μεγάλα κέρδη της παράστασης τη σαφήνεια των προθέσεών της, τη συνέπεια των επιμέρους στοιχείων και την απόδοση των ηθοποιών. Ειδικότερα, όμως, πρέπει να επισημάνουμε τη σκηνοθετική δουλειά που έγινε σε συνεργασία με ένα κείμενο ολοκληρωμένο, που μαρτυρούσε γνώση των θεατρικών κωδίκων. Μάλιστα, μια που πρόκειται για παράσταση θεάτρου εν θεάτρω, αυτή η γνώση αποδεικνύεται διπλή, καθώς αφορά τόσο τους κώδικες του πραγματικού παραστασιακού γεγονότος που λαμβάνει χώρα μπροστά μας όσο και αυτούς της θεατρικής διαδικασίας που δραματοποιείται.

Στόχος του κειμένου που προέκυψε από την ομάδα (με τη δραματουργική επεξεργασία των Ελισάβετ Ξανθοπούλου και Κωνσταντίνας Σταθουλοπούλου) και της σκηνοθεσίας του Δημήτρη Τσιάμη δεν ήταν, εμφανώς, η δημιουργία μίας «πρώτου επιπέδου» χιουμοριστικής παράστασης θεάτρου εν θεάτρω, αλλά η κατάθεση ενός δημιουργικού σχολίου πάνω στο σύγχρονο θέατρο· για το λόγο αυτό οι συντελεστές δεν χρησιμοποίησαν το εύκολο αστείο ή το φαρσικό χιούμορ, αλλά αναμετρήθηκαν έξυπνα με τα χαρακτηριστικά της σκηνοθετικής διαδικασίας, έκλεισαν το μάτι στον –υποψιασμένο κυρίως– θεατή και τον οδήγησαν εξίσου στο γέλιο και τον προβληματισμό, διαδικασία που κορυφώθηκε στο δραματικό, δικαιολογημένα ενοχλητικό και απογυμνωτικό φινάλε της παράστασης.

Ειδικά αν αναλογιστούμε ότι η δραματουργική δουλειά είναι το σημείο όπου κυρίως πάσχουν οι ομάδες που δουλεύουν με δικά τους κείμενα, η αξία της συγκεκριμένης περίπτωσης ενισχύεται. Μπορεί περισσότερο από ποτέ να διανύουμε την εποχή του σκηνοθέτη στο θέατρο και να δεχόμαστε, πράγματι, ότι μία ικανή σκηνοθετική ματιά μπορεί να διασώσει σχεδόν οποιοδήποτε κείμενο, η παράσταση των Βερολινέζων όμως μας θυμίζει ότι το θέατρο είναι συλλογική δουλειά και ότι είναι πραγματικά ευτυχής η συγκυρία όταν οι πρώτες ύλες μίας παράστασης είναι ισάξιες.

Η performance Ωραίοι σαν Βερολινέζοι ανεβαίνει ξανά στο Bios από Πέμπτη έως και Κυριακή από τις 24 Οκτωβρίου έως τις 10 Νοεμβρίου 2013.