Το ιδιαίτερα δυναμικό ξεκίνημα του Αλεχάντρο Αμενάμπαρ, με ταινίες που άφησαν η καθεμία το διακριτό αποτύπωμά τους, όπως το “Τhesis” του 1996, το «Άνοιξε τα Μάτια» του 1997, «Οι Άλλοι» του 2001 και το «Η Θάλασσα Μέσα μου» του 2004, διακόπηκε κι έμεινε έκτοτε χωρίς αντίστοιχη συνέχεια, με δύο μόνο προσπάθειες στα χρόνια που ακολούθησαν, το “Agora”  του 2009 και τη «Σκοτεινή Ανάμνηση» του 2015, που απέτυχαν και οι δύο.

Με το «Όσο Κρατά Ο Πόλεμος» του 2019 (το οποίο και είναι διαθέσιμο από την Πέμπτη 22 Απριλίου για on line προβολή μέσω αγοράς εισιτηρίων), ο Αμενάμπαρ επιστρέφει, ίσως όχι ακριβώς ξαναβρίσκοντας τον εαυτό του, αφού ακολουθεί μια ακαδημαϊκή προσέγγιση, αλλά πάντως απαλλαγμένος από το άγχος να τον ξαναβρεί και σίγουρος για αυτόν, παραδίδοντάς μας ένα φιλμ επίσης σίγουρο για τον εαυτό του. 

Η ταινία διαδραματίζεται το 1936 και περιγράφει κάποια από τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο ξεκίνημα του τριετούς ισπανικού εμφυλίου, μετά την εκδήλωση του στρατιωτικού πραξικοπήματος. Δυο άντρες σε θέση ισχύος, απ’ τη μια ο σημαντικός Ισπανός διανοούμενος, συγγραφέας και Πρύτανης του Πανεπιστημίου της Σαλαμάνκα, Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, με τεράστιο συμβολικό κεφάλαιο και κύρος, αλλά και προς το τέλος πια της ζωής του, απ’ την άλλη το ανερχόμενο άστρο του στρατηγού Φράνκο. Ο τίτλος της ταινίας, είναι παρμένος από ένα ανακοινωθέν των πραξικοπηματιών,  βάσει του οποίου ο Φράνκο αναλάμβανε επικεφαλής των δυνάμεων τους μόνο όσο διαρκούσε ο πόλεμος. Τελικά κυβέρνησε ως δικτάτορας την Ισπανία μέχρι το 1975.

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η εξής αντιδιαστολή στον τρόπο που σκιαγραφείται ο χαρακτήρας του ενός και του άλλου. Ο Ουναμούνο φαίνεται να διακατέχεται διαρκώς από μια βεβαιότητα σε όσα διακηρύσσει και πράττει, αν και σταδιακά μεταβαίνει από τη μια βεβαιότητα στην εντελώς αντίθετή της. Αντίθετα ο Φράνκο φαίνεται να αμφιβάλλει διαρκώς για το επόμενο βήμα του, θέλοντας πάση θυσία να αποφύγει να κάνει τη λάθος κίνηση, έχοντας όμως ταυτόχρονα μια βαθύτερη σιγουριά για την ιδεολογική πλευρά στην οποία είναι ταγμένος. Όσο ο Ουναμούνο βλέπει την πραγματικότητα να διαψεύδει με τον πιο εμφατικό και οδυνηρό τρόπο όσα πρέσβευε, αναγκάζεται να αναπροσαρμόσει τις απόψεις του: η στεντόρεια φωνή του σήμερα, έρχεται σε αντίθεση με τη δική του στεντόρεια φωνή του χθες. Όχι πως είναι δομικά άτιμος. Διατηρεί στον πυρήνα του την πίστη σε κάποιες θεμελιώδεις αξίες. Αδυνατεί όμως να διαχειριστεί το πόσο εθελοτύφλησε υποστηρίζοντας αρχικά τους πραξικοπηματίες, με αποτέλεσμα να κατακεραυνώνει από καθέδρας τους πάντες, εκτός ίσως από τον εαυτό του και τον ρόλο του στην εξέλιξη των πραγμάτων.

Ο Φράνκο από την άλλη, όχι μόνο δεν εθελοτυφλεί, αλλά ο δισταγμός του να βγει μπροστά πριν εξασφαλίσει τα νώτα του, συνοδεύεται από στρατηγική διαύγεια ως προς τη μεγάλη ιδεολογική εικόνα που έπρεπε να πουληθεί προς τα έξω για να τον καταστήσει κάτι περισσότερο από έναν στρατηγό σε ώρα μάχης: η ανάγκη ηρώων, η ανάγκη να κρατήσει ο πόλεμος πολύ για να εξοντώσει τους εχθρούς, ο δυτικός χριστιανικός πολιτισμός. Ο Ουναμούνο είναι σαν ένα ναρκισσιστικό παιδί που τον τροφοδοτεί άθελά του και για να βγει πιο ωραία ένα κείμενο, με πολεμοφόδια τα οποία θα σπείρουν τον όλεθρο. Ίσως υπό μία έννοια οι άνθρωποι των γραμμάτων, των τεχνών, των επιστημών θα είναι πάντα παιδιά μπροστά στους πολιτικούς και τους πολέμαρχους, ίσως υπό μια έννοια η δομική τους τιμιότητα θα χειραγωγείται και θα την απομυζά πάντα ο δομικός κυνισμός των ανθρώπων της εξουσίας.  

Υπάρχει μια σκηνή στο «Όσο Κρατά ο Πόλεμος» που συμπυκνώνει τη διαφορά μεταξύ δημοκρατίας και φασισμού: βλέπουμε μια έντονα φορτισμένη πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ δύο φίλων που διαφωνούν και τσακώνονται για τα πιστεύω τους. Όταν τελειώνει η συζήτησή τους και επιστρέφουν προς τα σπίτια τους, τον έναν τον σταματούν στον δρόμο οι φασίστες, τον απαγάγουν, το τέλος του διαλόγου, το τέλος της αντιπαράθεσης, το τέλος του δικαιώματος διαφωνίας, η επιβολή με βία, ο φασισμός.

Συνολικά μιλώντας, έχουμε να κάνουμε με μια περίπτωση κλασικού, παραδοσιακού σινεμά, αλλά δεν είναι καθόλου απαραίτητο να το δει κανείς ως μειονέκτημα αυτό. Μπορεί κάλλιστα να το δει και ως πλεονέκτημα: μεγάλες και φροντισμένες εικόνες, μεγάλες ιδέες, εποχές ταραγμένες και μεταβατικές, ήρωες που κλυδωνίζονται. Όλα είναι στη θέση τους, από τα σκηνικά, τα κουστούμια, τη φωτογραφία και το μοντάζ, ως το σενάριο, τους ηθοποιούς και τη σκηνοθεσία. Μπορεί να του λείπει αυτή η έξτρα πνοή που θα το απογείωνε, αλλά ακόμα κι έτσι, είναι, θεωρώ, κάτι παραπάνω από σκέτα ευπρόσωπο και απλά ικανοποιητικό, είναι μια ταινία που καλλιτεχνικά τουλάχιστον -δεν είμαι ειδήμων στα της ισπανικής ιστορίας για να έχω άποψη για την ακρίβεια απεικόνισης των κεντρικών χαρακτήρων- δεν έχει να απολογηθεί για τίποτα.

Και σε κάθε περίπτωση, το «Όσο Κρατά ο Πόλεμος» μιλά ακροθιγώς για ένα ιστορικό γεγονός πασίγνωστο μεν, αλλά ταυτόχρονα και αρκετά εκτός κάδρου. Ας σκεφτούμε λίγο όλα αυτά που έχουμε στο μυαλό μας ως Ευρώπη, Δύση, Δημοκρατία, δυτικό μπλοκ του ψυχρού πολέμου: στην Ισπανία από το 1939 ως το 1975 είχαν Δικτατορία. 

PODpourri: Ακούστε τη «διπλή ζωή των ταινιών» με τον οld boy, μια σειρά podcast για ταινίες που αγάπησε