Η Μάρθα Γκράχαμ το 1931 ήταν 37 ετών. Ήδη είχε γίνει γνωστή και από το 1926 όταν άνοιξε στο Upper East Side το Martha Graham Center of Contemporary Dance, στο οποίο παρουσίαζε χορογραφίες επηρεασμένες από τον μοντερνισμό που καθόρισε την τέχνη της. Οι κινήσεις ήταν αιχμηρές, απότομες γεμάτες σφοδρότητα. Είχε ήδη αρχίσει να αναπτύσσει την περίφημη μέθοδο Γκράχαμ, μια μέθοδο της οποίας το λεξιλόγιο χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα και αφορούσε την προθέρμανση των χορευτών, μια προετοιμασία φυσική και πνευματική που απελευθέρωνε τα αισθήματα των χορευτών κάνοντας προβολή κάθε αρνητικής ή θετικής σκέψης.

Αυτή είναι ίσως η πιο σημαντική στιγμή της καριέρας της. Η αρχή της έρευνας και της καθιέρωσης μιας νέας γλώσσας στον χορό. Η τεχνική που διαμόρφωσε δεν ήταν η «ανακάλυψη του σύγχρονου χορού» αλλά μια αναγνωρίσιμη γλώσσα ακόμα και σήμερα ακόμα και σε όσους δεν έχουν δει ούτε ένα έργο της. Αυτό ήταν ­ που απετέλεσε και το πρώτο υπολογίσιμο «αντίπαλο δέος» στο κλασικό μπαλέτο. Το βεβαιώνει αυτό η τεράστια επίδρασή της στους επόμενους χορογράφους, τον Μερς Κάνινγχαμ, τον Πολ Τέιλορ, την Τουάιλα Θαρπ, τον Μαρκ Μορίς.

Η μεγαλύτερη χορεύτρια του 20ου αιώνα, η γυναίκα που πίστευε ότι οι λέξεις ποτέ δεν μπορούν να πουν αυτό που λέει το σώμα και θεωρείται «εθνικός θησαυρός» για τους Αμερικανούς -τίτλος που δόθηκε για πρώτη φορά σε χορεύτρια και χορογράφο-, στα 37 της χρόνια συναντήθηκε με τη διάσημη Αμερικανίδα φωτογράφο Ιμογκέν Κάνινγκχαμ και της ζήτησε να τη φωτογραφίσει γυμνή στο φυσικό φως του ήλιου. Η Κάνινγκχαμ έμεινε έκπληκτη, συνήθως όλοι κατέφευγαν στα φώτα του στούντιο. Η Γκράχαμ είχε τόσο μεγάλη βεβαιότητα που δε φοβόταν να βγει κάθε σημείο του τέλειου σώματός της, αλλά δε φοβόταν να φανερώσει και οποιαδήποτε ατέλεια. Η Κάνινγκχαμ έγραψε αργότερα ότι αυτή τη φωτογράφιση δε θα μπορούσε να την ξανακάνει με κανέναν άλλο.

«Η μόνη αμαρτία είναι η μετριότητα», έλεγε η Μάρθα Γκράχαμ που έμεινε ενεργή μέχρι το τέλος, μέχρι τα 96 της χρόνια και πέθανε από πνευμονία ενώ ετοίμαζε το 1990 το κύκνειο άσμα της, το The Eyes of the Goddess, στη Νέα Υόρκη. Ήταν ο καλύτερος τρόπος να γραφτεί το τέλος για μια χορεύτρια -όπως ήθελε να την αποκαλούν-. Όταν αποσύρθηκε από τον χορό το 1969, κλείστηκε στο σπίτι της, άρχισε να καπνίζει, να πίνει και έπεσε σε κατάθλιψη. Οι καταχρήσεις την οδήγησαν στο νοσοκομείο σε κωματώδη κατάσταση, ωστόσο, κατάφερε να σταθεί ξανά στα πόδια της και το 1972, σε ηλικία 76 ετών οργάνωσε ξανά την ομάδα της, χορογράφησε δέκα νέα μπαλέτα και αμέτρητες αναβιώσεις έργων της.

Η κληρονομιά που άφησε η Γκράχαμ στον παγκόσμιο χορό δεν ήταν μόνο η κίνηση αλλά και η αδάμαστη θέληση και η ανεξάντλητη αντοχή της. «Ποτέ δεν είναι αργά για να κάνεις το όνειρό σου πραγματικότητα», έλεγε, κάτι που εφάρμοσε απολύτως. Άρχισε τον χορό σε μεγάλη ηλικία, είχε ένα σώμα που δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ιδανικό, αλλά όσο καμία άλλη χορεύτρια και χορογράφος, με τρομερή αφοσίωση, ανέπτυξε τη φοβερή της ικανότητα να αντιλαμβάνεται τη δύσκολη τέχνη της και να πειραματίζεται άφοβα με πηγές και έννοιες όπως η θρησκεία, η ζωγραφική, την καθημερινή ζωή ενώ πάντα στο επίκεντρο βρισκόταν ο βαθύτερος εσωτερικός πλούτος που έψαχνε τρόπο να εξωτερικευτεί.

Το πρώτο πρόσωπο που την ενέπνευσε ήταν ο πατέρας της, Τζωρτζ Γκράχαμ, ένας ψυχολόγος με έδρα μια μικρή πόλη έξω από το Πίτσμπουργκ της Πενσυλβάνιας, το Allegheny City. Ο πατέρας της Γκράχαμ μελετούσε τη γλώσσα του ανθρώπινου σώματος στις ψυχικές παθήσεις, τις οποίες ερευνούσε και υποστήριζε ότι «Η κίνηση δε λέει ποτέ ψέματα», μία φράση που θα γινόταν μότο της Αμερικανίδας χορεύτριας και χορογράφου. Η Γκράχαμ αποφάσισε να γίνει χορεύτρια στα 17 της, και για εκείνη, η απόφαση να κάνει μαθήματα χορού ήταν μια έξοδος προς τη ζωή και το φως. Πολύ γρήγορα, το ταλέντο της δεν άργησε να ξεχωρίσει. Το 1923 φεύγει για τη Νέα Υόρκη και μόλις τρία χρόνια μετά ιδρύει τη δική της Εταιρεία και Σχολή Χορού, στην οποία δίνει το όνομά της. Το 1926 ιδρύει τη δική της ομάδα.

Για τη Μάρθα Γκράχαμ, ο χορός έμοιαζε με ιερή αποστολή: Ήθελε να αποτυπώσει μέσα από την κίνηση, το γράφημα της ανθρώπινης καρδιάς. Όταν όλοι εξερευνούσαν αυτό που συνέβαινε στις ξένες χώρες, η Γκράχαμ στράφηκε προς την ανθρώπινη ψυχή. Αυτό που την ενδιέφερε πρωτίστως, ήταν να φωτίσει τα κίνητρα, τις εσωτερικές συγκρούσεις, τα ψυχικά πάθη, τις σκοτεινές προθέσεις που καθορίζουν τις πράξεις των ανθρώπων. Το κατάφερε και έκανε την τέχνη της αξεπέραστη και αθάνατη.