Άμα ήξερα πώς να απενεργοποιήσω το κουδούνι, θα το έκανα. Μη μου πεις να κατεβάσω τον γενικό γιατί και τη σομπένια ζέστη χρειάζομαι και τον ζεστό καφέ και το λιγοστό φως του υπνοδωματίου μου. Το τηλέφωνο πάλι δεν το πολυθέλω γιατί το ακουστικό γεμίζει ευχές που καθόλου δεν ξέρω να ανταποδώσω αφού το «χρόνια πολλά» δεν έχει καταφέρει ακόμα να μπει στο δικό μου στόμα.

Όταν ήμουν μικρή, πίστευα στα πρωινά κάλαντα του τετραγώνου αφού τα συγγενικά τους πεντοχίλιαρα μού αγόραζαν το σπίτι της Μπάρμπι, το τροχόσπιτο της Μπάρμπι, τις χριστουγεννιάτικες ιστορίες και το Hotel. Πίστευα στα μελομακάρονα της γιαγιάς που κάθε χρόνο με φώναζε να φτιάξουμε και που κάθε φορά μόλις έφτανα εκείνα ήταν ήδη έτοιμα αφού «άργησες και τα έψησα».

Πίστευα όμως ακόμα περισσότερο στις πρώτες μπλε ώρες που με σήκωνε η μαμά από το τρυφερό μου κρεβάτι, που φόραγα το χοντρό χοντρό μου καλσόν και το γιορτινό ρούχο της νονάς και ξεκινούσαμε βιαστικές για την Παναγία μην και αργήσουμε στη γέννηση του Χριστού. Μην χάσουμε τη μεταφυσική εκείνη στιγμή που δικαίωνε το όνομα των διβδόμαδων σχολικών διακοπών.

Τώρα οι διακοπές μου είναι μακράς διαρκείας. Δεν έχω δουλειά όπως δεν έχω γονείς γιατί η μαμά επέμενε να πάμε όλοι μαζί στο μοναστήρι για να γιορτάσουμε την 25η μέρα. Ο μπαμπάς μόλις είχε τελειώσει τα τυχερά του χαρτιά και η μόνη θαλπωρή που αναζητούσε ήταν εκείνη του ύπνου και όχι του πνεύματος. Όταν μας είδε έτσι ντυμένες με τα καλά μας, ξέχασε τη νύστα του. Εκτός όμως από τη νύστα, ξέχασε και τις αλυσίδες.

Το μοναστήρι ήταν εκείνο της Πεντέλης. Η Πεντέλη όμως είναι βουνό. Το βουνό είχε χιόνι και εμείς την τελευταία μας οικογενειακή μάζωξη. Μας εντόπισαν από το κασετόφωνο του αυτοκινήτου. Είχε κολλήσει σε δυνατά τζινγκλ μπελς. Οι συγγενείς επέμειναν να λένε ότι εγώ ήμουν το θαύμα των Χριστουγέννων.

Το δικό μου θαύμα είναι που δέκα χρόνια μετά τα τραγικά δώδεκά μου, κατάφερα να μισώ τον κόσμο μονάχα στις γιορτές. Που καμιά φορά ξεχνιέμαι κάνω τον σταυρό μου μπροστά από τις εκκλησίες για να τις βλαστημήσω ένα λεπτό αργότερα. Αλλά η πράξη μετράει, έτσι δεν λένε; Και οι μόνες καλές πράξεις που κάνω είναι εκείνες προς τον εαυτό μου. Γι αυτό και σήμερα παραμονή, δεν θα ακούσω κανένα φάλτσο κάλαντο, δεν θα στριμωχτώ σε κανένα εμπορικό κέντρο, δεν θα στολίσω κανένα κόκκινο τραπέζι.

Τα λεφτά της πατρικής σύνταξης τα πήρα, κρασί έχω, βιβλία έχω, μέχρι και καρούλι στη γραφομηχανή έβαλα. Θα καθίσω λοιπόν ωραία ωραία στο παιδικό μου κρεβάτι και θα απολαύσω τη σιωπηλή μου μέρα. Σιωπηλή θα ήταν αν είχα καταφέρει να κάνω κάτι με το κουδούνι, όμως ποτέ δεν έπιαναν τα χέρια μου και τώρα ακούω μελόντικες και τρυγονάκια να περιμένουν στην εξώπορτα. Κάνω ησυχία μη και με καταλάβουν.

Κρατάω την αναπνοή μου γιατί και ο παραμικρός ήχος προδότης. Ακούω κοριτσίστικες φωνές και κλείνω τα αυτιά μου. Ακούω και μια άλλη, πιο βαθιά, μαμαδίστικη που τα μαλώνει για τη μάταιη επιμονή τους αφού «το σπίτι είναι άδειο». Κλείνω τα’ αυτιά μου ακόμα πιο δυνατά.

Καθόλου άδειο δεν είναι το σπίτι! Εδώ είναι οι γιορτινές μάρκες του μπαμπά, εδώ τα τασάκια με τα τσιγάρα του. Οι ποδιές της μαμάς όλες πλυμένες σε τάξη, η γούνα της καθαρή έτοιμη από το καθαριστήριο. Εδώ και το δώρο μου κάτω από το δέντρο. Κι εγώ εδώ είμαι! Με λένε κόρη της Ερμιόνης και του Χαρίλαου, είμαι δώδεκα χρονών και πάω στην έκτη δημοτικού. Σε λίγο θα βγω κι εγώ να πω τα κάλαντα. Τον σκούφο ψάχνω και βγαίνω!

Η νυχτικιά μου δεν είναι ζεστή. Σκέτο πανί και το κρύο θα μοβίσει όπου να’ ναι τα πόδια μου. Τουλάχιστον το σκουφί είναι μάλλινο και το κεφάλι μου δεν θα κρυώσει. Γυρίζω με τις παντόφλες τη γειτονιά. Χτυπάω κουδούνια «να τα πούμε;» και είμαι εγώ με τη μοναξιά μου. Με γεμίζουν δώρα, γλυκά και μικρά ψιλά. Ούτε για αλλαξιά της Μπάρμπι δεν φτάνουν. Για επιτραπέζιο ούτε λόγος. Δεν πήρα τα κλειδιά του σπιτιού. Αυτές είναι δουλειές της μαμάς. Περπατάω το δρόμο πάνω να φτάσω πρώτη στο μοναστήρι. Πάλι χιόνι όχι όμως και μουσική. Δεν με βρίσκει κανείς.

Βάζω τελεία στη γραφομηχανική κόλλα και κοιτάζω το κακώς κείμενό μου σαν σε καθρέφτη. Βλέπω τον παρολίγον εαυτό μου και το μυαλό μου τινάζεται όπως τότε στο ατύχημα. Ο χάρτινος καθρέφτης απαλλάχτηκε από τα γραμμένα μου χάρη στους γονείς που τώρα χορεύουν μοναδικοί πρωταγωνιστές της κόλλας όμορφοι κι αγαπημένοι.

Σταματάω την κατάψυξή μου εδώ, ακυρώνω τα μοναχικά μου σχέδια, βάζω τα χειμωνιάτικά μου, βγαίνω στη φασαρία του δρόμου και αποφασίζω πως είναι καιρός τα Χριστούγεννα να πάψουν να ζουν μόνο στο ημερολόγιο.

Η Στέργια Κάββαλου είναι γενικότερα γραφομανής, ειδικότερα πεζογράφος, συγγραφέας παιδικών βιβλίων, ποιήτρια αλλά και μεταφράστρια. Τον Μάρτη του 2014 θα κυκλοφορήσει η συλλογή διηγημάτων της με τίτλο «Φαμιλιάλ» από τις εκδόσεις Μελάνι.

Η Φιλιώ Κατσίκα είναι ζωγράφος, δημιουργεί προς το παρόν στην Αθήνα. Συμμετείχε στο Incubarte Festival στη Βαλένθια της Ισπανίας. Το φετινό Cheapart 19 φιλοξενεί έργα της.

tags / βιβλίο