Κείμενο: Κωστής Καλογρούλης

Σε μία περίοδο όπου το κίνημα #MeToo έχει γιγαντωθεί λόγω των αποκαλύψεων επανειλημμένων περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης στον χώρο της showbiz και των media, όπου το κίνημα για τη δίκαιη εκπροσώπηση μειονοτήτων πιέζει ασφυκτικά τα κέντρα αποφάσεων ώστε να δίνεται μεγαλύτερος ρόλος στις φωνές αφρικανικής, ασιατικής και λατινοαμερικάνικης καταγωγής Αμερικάνων (πρόσφατα άλλωστε η Αμερικάνικη Ακαδημία Κινηματογράφου διεύρυνε το δικαίωμα ψήφου ώστε η βράβευση των Όσκαρ να είναι πιο αντιπροσωπευτική), όπου και η trans κοινότητα έχει αρχίσει να απαιτεί τα δικαιώματά της και να ακούγεται στο κυρίαρχο ρεύμα της κοινωνίας, η λέξη «διαφορετικότητα» έχει γίνει το ιερό δισκοπότηρο για τα κινηματογραφικά στούντιο και τους υπεύθυνους προγραμμάτων στα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα, συνδρομητικά και μη. Αυτό με φοβίζει, γιατί ενώ όλα τα παραπάνω αποτελούν βήματα προς τα μπρος ως προς την κοινωνική ενσωμάτωση ανθρώπων που ένιωθαν ότι βρίσκονται στο περιθώριο (παρά τις αναμφίβολες υπερβολές που θυμίζουν έναν αντεστραμμένο μακαρθισμό), αυτό μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει σοβαρό εμπόδιο ως προς την αξιόλογη καλλιτεχνική δημιουργία. Όσο χρήσιμη κι αν είναι η ενσωμάτωση νέων φωνών που ως τώρα το έβρισκαν σχεδόν αδύνατον να βρουν έκφραση στην τηλεόραση ή τον κινηματογράφο, είναι πολύ λάθος αντιμετώπιση το να αποτελούν το μοναδικό κριτήριο μιας νέας παραγωγής. Πολλοί υπεύθυνοι πέφτουν στην παγίδα της μόδας μιας εποχής, να υλοποιήσουν μετριότατα κινηματογραφικά έργα και τηλεοπτικές σειρές απλά και μόνο επειδή το προφίλ των δημιουργών ή της θεματολογίας ταιριάζει με τις επιταγές της περιόδου.

Έτσι, η εμφάνιση δύο τηλεοπτικών σειρών, μία από κάθε πλευρά του Ατλαντικού, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αφίσες για τα όσα αναζητούν να αναδείξουν οι διευθυντές προγράμματος που αποσκοπούν σε ένα νεαρό κατά βάση κοινό, με βρήκε ιδιαίτερα επιφυλακτικό, ιδιαίτερα μάλιστα όταν διαπίστωσα τη διθυραμβική τους υποδοχή από την κριτική. Τόσο το P-Valley, το οποίο εκτυλίσσεται σε ένα στριπτιτζάδικο στο Δέλτα του Μισισιπή, όσο και το I May Destroy You, το οποίο λαμβάνει χώρα στο Λονδίνο των millenials, είναι δημιουργίες που σίγουρα ταιριάζουν με το κλίμα της εποχής. Aυτό που όμως με εξέπληξε θετικά είναι ότι πρόκειται πράγματι για ευφυείς, καλοφτιαγμένες και ολοκληρωμένες προτάσεις.

P-Valley

Στο P-Valley (Starz), το P του τίτλου παραπέμπει στο “pussy” (για όποιον είχε αμφιβολία), καθώς το μυθοπλαστικό σύμπαν της σειράς είναι ένα κλαμπ στριπτίζ στην επαρχία του αμερικάνικου νότου, του οποίου όχι μόνο ο ιδιοκτήτης είναι ο ένας Αφροαμερικάνος trans άντρας, αλλά και οι περισσότερες χορεύτριες, καθώς και η πελατεία του είναι οι μαύροι. Κι όμως, ο αστυνομικός που περνάει απ’ έξω για να πάρει τη μίζα του είναι λευκός, απλά για να μην ξεχνιόμαστε σχετικά με το πού έγκειται η αληθινή εξουσία. Το ενδιαφέρον με το στριπτιτζάδικο είναι ότι συμβολίζει ένα χώρο βάπτισης, ένα μέρος που προσφέρει νέες ταυτότητες και πεπρωμένα. Το μέρος που μια νεαρή κοπέλα υιοθετεί ένα ψευδώνυμο και βγαίνει στη σκηνή για να προβάλλει μια φαντασίωση της οποίας τον έλεγχο διατηρεί η ίδια. Το μέρος που ένας μαύρος άντρας αναδύεται από το καμαρίνι του σαν γυναίκα. Πάνω απ’ όλα όμως το P-Valley μιλάει για την πολιτική. Γιατί, μη γελιέται κανείς, τα όσα συμβαίνουν μέσα στο Pynk Club αποτελούν την πεμπτουσία της πολιτικής: ο τρόπος προσέγγισης πελατών, οι σφαίρες επιρροής, οι συμμαχίες και προδοσίες, οι συνδιαλλαγές με τις τράπεζες και τον νόμο, όλα αποτελούν μια μικρογραφία του πολιτικού παιχνιδιού, μια βουτιά μέσα στη διαφθορά της χειραγώγησης. Αν μάλιστα προσθέσει κανείς την αντίθεση του κλαμπ της «αμαρτίας» με τους ιεροκήρυκες που επίσης προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τους αφελείς παίζοντας απλώς ένα διαφορετικό χαρτί από εκείνο του σεξ, τότε έχουμε και μια ενδιαφέρουσα νότα southern gothic που προσδίδει χρώμα και προοπτική.  Η σειρά είναι δημιούργημα της Katori Hall, βασισμένη στο θεατρικό της, ενώ κάθε επεισόδιο σκηνοθετείται και από μία διαφορετική γυναίκα σκηνοθέτη. Αν όλο αυτό ακούγεται κομμένο και ραμμένο με βάση τις επιταγές της πολιτικής ορθότητας, σε καμία περίπτωση πάντως δε συμβιβάζει την αισθητική και την ουσία όσων έχει να πει.

I May Destroy You

Από την άλλη, το I May Destroy You (BBC) είναι μια εντελώς διαφορετική εμπειρία. Δημιουργία της Michaela Coel, μιας τριαντάχρονης Βρετανίδας με καταγωγή από την Γκάνα, η οποία μεγάλωσε σε μπλοκ εργατικών κατοικιών, έχει ήδη στεφθεί με αποθεωτικά σχόλια που φέρνουν στο μυαλό τα επίσης αποθεωτικά σχόλια προς την (ταλαντούχα αλλά εγκληματικά υπερεκτιμημένη) Phoebe Waller Bridge. Και οι δύο γυναίκες εκφράζουν τις νευρώσεις της σύγχρονης ζωής στο Λονδίνο, προβάλλοντας ζητήματα σεξουαλικότητας με ειλικρίνεια. Βεβαίως, οι ομοιότητες τελειώνουν εκεί: η Bridge είναι συνώνυμο της ζωής γεμάτης προνόμια, ενώ η Coel προέρχεται από ένα περιβάλλον στερήσεων. Το ενδιαφέρον στο I May Destroy You είναι η ίδια η αφηγηματική δομή του. Η αφήγηση είναι τραχιά, άβολη, χωρίς τις απαραίτητες επεξηγήσεις που συνήθως θεωρούνται δεδομένες. Η Coel προφανώς επιλέγει τον δύσκολο δρόμο τού να «δείξει» αντί να «πει», αν και αυτό δυσκολεύει τον θεατή. Όμως με αυτό τον τρόπο διατηρεί τον έλεγχο, δεν υποπίπτει στις προβλέψιμες ευκολίες, δεν θεωρεί υποχρέωσή της να μας βομβαρδίσει με λεπτομέρειες υποβάθρου ώστε να μας διευκολύνει στο να αποδεχτούμε το πιο «δύσκολο» θέμα της ζωής των μαύρων πρωταγωνιστών. Σε αυτό η Coel προσθέτει την επιπλοκή της σεξουαλικής κακοποίησης που ο χαρακτήρας που υποδύεται υπέστη, όταν ένα βράδυ κάποιος τη νάρκωσε σε ένα μπαρ και τη βίασε χωρίς όμως εκείνη να έχει συγκρατήσει ιδιαίτερες λεπτομέρειες από το συμβάν. Αυτό άλλωστε είναι κάτι που της συνέβη στην πραγματικότητα και που προσπαθεί να εντάξει στη χαλαρή πλοκή της σειράς. Το αρνητικό είναι ότι το περιεχόμενο της σειράς, δηλαδή χαρακτήρες, διάλογοι και πλοκή, δεν μπορούν να συναγωνιστούν την ασυμβίβαστη και τολμηρή δομή της. Οι χαρακτήρες λόγου χάριν, δεν έχουν το ειδικό βάρος για να κρατήσουν από μόνοι τους το ενδιαφέρον του κοινού. Όμως τα παραπάνω δεν αναιρούν το όραμα και την ικανότητα της Coel. Όπως και στην περίπτωση του P-Valley, η διαφορετικότητα στις εν λόγω περιπτώσεις αναδεικνύει πτυχές της ζωής που το μέσο κοινό γνωρίζει ελάχιστα, ενώ παράλληλα προσφέρει ένα όραμα που φιλτράρεται από διαφορετικές οπτικές γωνίες προσφέροντας νέες αναγνώσεις και ερμηνείες. Αυτό εξασφαλίζει ότι δεν είναι η μόδα αλλά το ταλέντο, η δουλειά και η διάθεση για έκφραση που λειτουργούν ως κινητήριοι μοχλοί πίσω από τις δύο σειρές.

I May Destroy You