Η Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων καθιερώθηκε για πρώτη φορά με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ το 2000 και πρωτογιορτάστηκε στις 20 Ιουνίου  2001, με αφορμή τα 50 χρόνια από την υπογραφή της «Συνθήκης για το καθεστώς των προσφύγων». Η Συνθήκη αυτή προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τη σύσταση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ, η οποία ήταν επιφορτισμένη να βοηθήσει στη μετεγκατάσταση των 1,2 εκατομμυρίων Ευρωπαίων που είχαν μείνει άστεγοι εξαιτίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το διεθνές δίκαιο ορίζει ότι πρόσφυγες είναι οι άνθρωποι που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να επιστρέψουν στις χώρες τους, εξαιτίας βάσιμου φόβου δίωξης, με βάση τη φυλή, το θρήσκευμα, τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, την εθνικότητά τους ή τη συμμετοχή τους σε μία ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.

Οι πρόσφυγες δεν είναι άνθρωποι κοινωνικά και πνευματικά κατώτεροι, παρίες της κοινωνίας. Αυτό ας μην το ξεχνάμε ποτέ. Όπως ας θυμόμαστε ότι κάποιοι από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της ανθρωπότητας ήταν πρόσφυγες:

Μαρκ Σαγκάλ

Γεννημένος το 1887 στη Λευκορωσία, ο Μαρκ Σαγκάλ ήταν Ρώσος ζωγράφος εβραϊκής καταγωγής. Θεωρείται ένας από τους μείζονες καλλιτέχνες της μοντέρνας τέχνης. Η πρώτη του μετεγκατάσταση έγινε από τη Μόσχα προς το Βερολίνο, το 1920, όταν το έργο του δεν μπορούσε να θεωρηθεί χρήσιμο στην επαναστατική Ρωσία. Τρία χρόνια αργότερα εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και τον επόμενο χρόνο παρουσιάστηκε η πρώτη αναδρομική έκθεση έργων του και ακολούθησε η πρώτη του ατομική έκθεση στη Νέα Υόρκη. Όπως σημειώνει ο ίδιος ο Σαγκάλ στα απομνημονεύματά του, η δεκαετία 1923-1933 υπήρξε η πιο ευτυχισμένη της ζωής του. Αργότερα όμως, όταν η γαλλική κυβέρνηση υπέγραψε συμφωνία συνθηκολόγησης με τη ναζιστική Γερμανία, ο Σαγκάλ δεν μπορούσε να παραμείνει ασφαλής στη Γαλλία. Συνελήφθη στη Μασσαλία και επρόκειτο να παραδοθεί στους Γερμανούς, ωστόσο τελικά σώθηκε από αμερικανική παρέμβαση. Χάρη στη φήμη του, ο ίδιος κατόρθωσε να ξεφύγει από την προοπτική των στρατοπέδων συγκέντρωσης και στις 7 Μαΐου 1941 επιβιβάστηκε με την οικογένειά του σε πλοίο που τους μετέφερε στις Ηνωμένες Πολιτείες για να εγκατασταθούν τελικά στην πόλη της Νέας Υόρκης. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1944 πέθανε η σύζυγός του Μπέλα Ρόζενφελντ και δύο χρόνια αργότερα ο Σαγκάλ επέστρεψε στην Ευρώπη.

Φρανκ Άουερμπαχ

Το βάθος, η υφή και η αίσθηση του χώρου σε έναν πίνακα ζωγραφικής του Άουερμπαχ κάνει τον θεατή να στέκεται μπροστά σε μια μοναδική και αξέχαστη εμπειρία. Ο Φρανκ Άουερμπαχ γεννήθηκε στο Βερολίνο, το 1931 και οι γονείς του τον έστειλαν στη Βρετανία το 1939 για να γλυτώσει από τις διώξεις των ναζί. Οι γονείς του πέθαναν αργότερα, το 1942 σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ο ισχυρός και επαναστατικός χαρακτήρας των έργων του, οι απεικονίσεις των ανθρώπων και των αστικών τοπίων κοντά στο στούντιό του στο Λονδίνο, τον καθιστούν έναν από τους μεγαλύτερους εν ζωή ζωγράφους σήμερα. Σπούδασε στοSt. Martin του School of Art 1948 – 1952, και στο Royal College of Art από το 1952 έως το 1955. Μόλις τελείωσε τις σπουδές του άρχισε να διδάσκει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ ένα χρόνο αργότερα κάνει την πρώτη ατομική του έκθεση στην Beaux Arts Gallery του Λονδίνου. Ακολουθούν εκατοντάδες ατομικές εκθέσεις. Για μισό αιώνα ο Άουερμπαχ έχει ζήσει και εργαστεί στο ίδιο μέρος του Λονδίνου, στο Κάμντεν, μέρος που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θέματα του έργου του. «Αυτό που ήθελα να κάνω ήταν να καταγράψω τη ζωή που μου φαινόταν παθιασμένη και συναρπαστική και εξαφανιζόταν διαρκώς», λέει ο Άουερμπαχ. Ζωγράφιζε 365 ημέρες το χρόνο, αδιάκοπα, τον κόσμο του με λαμπρό και συγκλονιστικό τρόπο δίνοντας μια καθημερινή μάχη με το χρόνο, το χρώμα και την πραγματικότητα χαρίζοντάς μας έργα μοναδικής έντασης, στα οποία αποτυπώνει τη δύναμη της ζωής αλλά και της ανθρώπινης φύσης.

Λούσιαν Φρόιντ

Ένας από τους μεγαλύτερους ζωγράφους του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, ο εγγονός του Σίγκμουντ Φρόιντ, Λούσιαν, γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1922 και μετανάστευσε από τη ναζιστική Γερμανία στη Βρετανία με την οικογένειά του το 1933, σε ηλικία 10 ετών. Σπούδασε στην Κεντρική Σχολή Καλών Τεχνών του Λονδίνου, στη Σχολή Ζωγραφικής και Σχεδίου Σέντρικ Μόρις και στο Κολέγιο Γκόλντσμιθς του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Αναγνωρίστηκε πρώιμα ως ένα λαμπρό ταλέντο με αποτέλεσμα το 1944 να πραγματοποιήσει την πρώτη του ατομική έκθεση σε ηλικία 21 ετών. Υπηρέτησε για έναν χρόνο στο εμπορικό ναυτικό στις νηοπομπές του Ατλαντικού, ταξίδεψε στο Παρίσι και περιηγήθηκε την Ελλάδα το 1946. Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 ήταν ήδη μέλος της αποκαλούμενης «Σχολής του Λονδίνου», μιας χαλαρής ομάδας με κύριο εκπρόσωπο τον Φράνσις Μπέικον, η οποία εν μέσω κυριαρχίας της αφηρημένης τέχνης επέμενε στην παραστατική ζωγραφική. Γυμνά, πληθωρικές παχύσαρκες φιγούρες, είναι κυρίως τα έργα που ανταποκρίνονται στη θέληση του ζωγράφου «να λειτουργεί σαρκικά η ζωγραφική». Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του στο Πάντινγκτον του Λονδίνου, όπως φαίνεται τόσο στους εσωτερικούς χώρους όσο και στα αστικά τοπία του. Αποδομεί την ανάγκη των ανθρώπων  να είναι τέλειοι, οι πίνακές του είναι ένα κρίσιμο, βαθύ και ειρωνικό σχόλιο στην ανθρώπινη ματαιοδοξία. Όπως και ο παππούς του με την τέχνη του ψυχαναλύει. Τα πρόσωπα και τα σώματά του μιλούν, αφηγούνται την ιστορία τους. Τα μοντέλα του είναι πρόσωπα του στενού του περιβάλλοντος, τα παιδιά του, οι φίλοι του.

Πιτ Μοντριάν

Ο Πιτ Μοντριάν, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της μοντέρνας τέχνης και συνιδρυτής του κινήματος του νεοπλαστικισμού μαζί με τον Theo van Doesburg, γεννήθηκε στην πόλη Αμερσφόρτ της Ολλανδίας το 1872 και σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Άμστερνταμ την περίοδο 1892 – 1895 χωρίς να σημειώσει αξιοσημείωτες επιδόσεις. Το 1912 ο Μοντριάν επισκέπτεται το Παρίσι όπου εστιάζει ακόμα περισσότερο στον κυβισμό. Τα έργα του σταδιακά αποκτούν πιο έντονα γεωμετρικά χαρακτηριστικά ενώ τείνουν να γίνουν περισσότερο αφηρημένα, χρησιμοποιώντας στοιχεία του κυβισμού, χωρίς όμως να τον υιοθετεί πλήρως. Τον Σεπτέμβριο του 1938, ωθούμενος από την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού εγκαταλείπει το Παρίσι για το Λονδίνο ενώ δύο χρόνια αργότερα εγκαταλείπει οριστικά την Ευρώπη για την Αμερική και ειδικότερα την πόλη της Νέας Υόρκης, όπου θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο πίνακας του Broadway Boogie-Woogie, αυτής της περιόδου, θεωρείται σήμερα ως ένας από τους πλέον επιδραστικούς πίνακες της αφηρημένης τέχνης.

Μόνα Χατούμ

Γεννημένη στη Βηρυτό και «αποκλεισμένη» στο Λονδίνο από το 1975, λόγω του εμφύλιου πολέμου που ξέσπασε στο Λίβανο, η Μόνα Χατούμ σήμερα ζει μεταξύ Λονδίνου και Βερολίνου και είναι διεθνώς αναγνωρισμένη για το ριζοσπαστικό έργο της. Η πολύπλευρη πορεία της εικαστικού από τότε που ξεκίνησε μέχρι σήμερα περιλαμβάνει τη χρήση μιας ποικιλίας καλλιτεχνικών μέσων όπως το βίντεο, τη γλυπτική, την performance, το χαρτί, τη φωτογραφία και τις εγκαταστάσεις, που συγκροτούν ένα καλλιτεχνικό σύμπαν σχεδόν 40 χρόνων δημιουργικής δράσης.

Μέσα από την αντιπαράθεση πολλών διαφορετικών μέσων και υλικών, η Χατούμ αγαπάει εμφανώς τις αντιθέσεις, οι οποίες προσδίδουν όλα τα διαφορετικά βιώματα και συναισθήματα, την πολυπλοκότητα και τις αντιφάσεις που κρύβει η ζωή και η ίδια θέλει να περάσει μέσα από το έργο της. Η ομορφιά συνυπάρχει με τη φρίκη, η επιθυμία με την αποστροφή, ο φόβος με τη γοητεία, το τρομερό με το αστείο. Η Μόνα Χατούμ έχει πάρει μέρος σε όλες τις μεγάλες διεθνείς εκθέσεις – βραβείο Turner (1995), Μπιενάλε της Βενετίας (1995 και 2005), Documenta XI, Kassel, (2002), κ.ά., και αποτελεί μία από τους σημαντικότερους εν ζωή σύγχρονες καλλιτέχνες.

Καμίλ Πισαρό

Χαρακτηρίστηκε ως ο «πατριάρχης του ιμπρεσιονισμού», λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ύφους του, ως ο «ζωγράφος της γης» καθώς μέσα από το έργο του, εξιστόρησε τη ζωή των αγρών, τα οργωμένα χωράφια, τα τοπία, τα ζωντανά, τους ανθρώπους, το χωριό που κοιμάται και την πόλη που σφύζει από ζωή. Ο Καμίλ Πισαρό γεννήθηκε στις 10 Ιουλίου του 1830, στην αποικία του Αγίου Θωμά, στις Γαλλικές Αντίλλες κι έλαβε τις βασικές σπουδές του εκεί. Σε ηλικία 12 ετών, τον έστειλαν να τις συνεχίσει στη Γαλλία όπου γράφτηκε στο Κολέγιο Πασί, κοντά στο Παρίσι. Επέστρεψε στην πατρίδα του αλλά το 1855, όπου μαθήτευσε στο πλευρό του Ζαν-Μπατίστ Καμίλ Κορό, ενός τοπιογράφου που τον προέτρεψε να εγκαταλείψει τα ατελιέ και τους κλειστούς χώρους, να ξεχάσει ό,τι ήξερε ή είχε ακούσει μέχρι τότε και να ζωγραφίσει σε ανοιχτούς χώρους. Παρά τις καλές κριτικές πουλούσε δύσκολα τα έργα του. Με το ξέσπασμα του Γαλλο-Πρωσικού Πολέμου κατέφυγε οικογενειακώς στην Αγγλία, στο Σάρεϋ, όπου ζούσε η μητέρα του. Η αγγλική ύπαιθρος, με τα χρώματα και τα τοπία της, επέδρασε πάνω του όπως και οι πίνακες των Κόνσταμπλ και Τέρνερ, που του δίδαξαν πώς να επεξεργάζεται το φως. Το 1871 επέστρεψε στο Ποντουάζ της Γαλλίας, όπου ήρθε σε επαφή με τον Σεζάν. Τα επόμενα χρόνια, άντλησε έμπνευση από τα χρώματα και τα τοπία της κοιλάδας Ουάζ, ενώ παράλληλα συσπειρωνόταν όλο και περισσότερο η ομάδα των ιμπρεσιονιστών. Το 1890 εγκαταστάθηκε στο Ερανί-Μπαζενκούρ λόγω κλονισμένης υγείας. Μέχρι και το 1900 ταξίδευσε πολύ στην Αγγλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία καθώς επίσης και στη Ρουέν και το Παρίσι. Τα τελευταία έργα του θεωρούνται πιο πλούσια και φωτεινά.

Ανίς Καπούρ

Ο γλύπτης Ανίς Καπούρ  γεννήθηκε το 1954 στη Βομβάη, από Ινδό πατέρα και Εβραία μητέρα. Το 1971 μετακόμισε στο Ισραήλ με ένα από τα δύο αδέλφια του, αρχικά ζώντας σε ένα κιμπούτς. Εκεί αποφάσισε να γίνει καλλιτέχνης. Το 1973, έφυγε για τη Βρετανία να παρακολουθήσει το Hornsey College of Art και στη Chelsea School of Art and Design, ενώ ζει και εργάζεται από αρχές της δεκαετίας του 1970 στο Λονδίνο. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και του ’90, ο Καπούρ ήταν γνωστός για τις εξερευνήσεις του σχετικά με την ύλη και τη μη ύλη, ειδικά για το κενό τόσο των γλυπτών έργων όσο και των φιλόδοξων εγκαταστάσεων. Πολλά από τα γλυπτά του φαίνεται να υποχωρούν στην απόσταση, να εξαφανίζονται στο έδαφος ή να στρεβλώνουν τον χώρο γύρω τους. Εργάζεται παίζοντας με δυαδικότητες (γήινος ουρανός, ύλη-πνεύμα, ελαφρότητα-σκοτάδι, ορατό-αόρατο, συνειδητό- αρσενικό-θηλυκό και σώμα-μυαλό). «Θα μπορούσε να πει κανείς πως κατά κάποιο τρόπο οι καλλιτέχνες είναι πρόσφυγες: βρίσκονται πάντα στην κόψη, κάθονται πάντα αναλογιζόμενοι αυτό που είναι ελαφρώς απέξω», έχει δηλώσει ο Καπούρ, ο οποίος πρωτοστατεί σε διαδηλώσεις διαμαρτυρίας στο κέντρο του Λονδίνου ζητώντας «ανθρώπινες και όχι πολιτικές» απαντήσεις στην προσφυγική κρίση.