Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη το βιβλίο “Παιδί και εκπαίδευση στο Μουσείο: θεωρητικές αφετηρίες, παιδαγωγικές πρακτικές”, ένας προσεγμένος συλλογικός τόμος που σχεδιάστηκε από το Ελληνικό Παιδικό Μουσείο σε επιμέλεια Δέσποινας Καλεσοπούλου. Με αυτή την αφορμή μιλήσαμε με την Πρόεδρο του Μουσείου, κ. Ζαμπέλ Μουρατιάν, η οποία ουσιαστικά έχει μεγαλώσει, όπως μας είπε, στο Μουσείο. Το ΕΠΜ ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1987 στα πρότυπα του αντίστοιχου μουσείου της Βοστόνης. Από το 1994 στεγάζεται στο νεοκλασικό κτίριο της Κυδαθηναίων 14 στην Πλάκα και αναπτύσσει συλλογές, εκθέματα, εκπαιδευτικά προγράμματα με στόχο να εξοικειωθούν τα παιδιά με το περιβάλλον τους και να αναπτύξουν την κοινωνική τους συνείδηση και συμμετοχή.

ελc: Πώς αποφασίσατε να προχωρήσετε σε αυτή την έκδοση;

Zαμπέλ Μουρατιάν: Είναι ένα όραμα πολλών ετών, συνδέεται με το πρόγραμμα εκπαίδευσης εκπαιδευτών από το 1987 και είναι ένας πολυσυλλεκτικός τόμος, γιατί θέλαμε να αναδείξουμε τη πολυεπιστημονικότητα στο χώρο των μουσείων. Ότι αυτά δεν ανήκουν μόνο σε αρχαιολόγους, ιστορικούς, αλλά χρειάζονται τις εμπειρίες και τις γνώσεις όσο δυνατόν περισσοτέρων ειδικοτήτων γίνεται. Θα παρατηρήσετε λοιπόν ότι υπάρχουν κείμενα καταρχήν παιδαγωγών, αλλά και μουσικών, ιστορικών, θεατρολόγων, αρχαιολόγων, με κοινό σημείο ότι το παιδί έχει λόγο και χώρο. Επίσης το βιβλίο δεν αφορά μόνο το ΕΠΜ, αλλά περιέχει σκέψεις, ιδέες, προβληματισμούς για κάθε χώρο που μπορεί να θεωρηθεί μουσείο. Απευθύνεται σε ενηλίκους καταρχήν, εκπαιδευτικούς, καθηγητές, φοιτητές, ανθρώπους που δουλεύουν σε μουσεία, σε οποιονδήποτε βλέπει το μουσείο ως εργαλείο μάθησης.

ελc: Υλοποιείτε εκπαιδευτικά προγράμματα ενηλίκων – ερμηνευτών. Τι σημαίνει αυτό;

Z.M: Ερμηνευτής δεν είναι ξεναγός του μουσείου, που τα ξέρει όλα και διδάσκει, αλλά αυτός που συντονίζει και δίνει με την παρουσία του τρόπους ερμηνείας στο κοινό. Δεν έχει σημασία κάτι να είναι ωραίο επειδή μας το λένε, αλλά πώς το βλέπει ο καθένας. Γι’ αυτό ξεκινήσαμε εκπαιδευτικά προγράμματα σε μουσεία της – το Αρχαιολογικό, το Βυζαντινό, την Εθνική Πινακοθήκη – και αξιολογούσαμε τις ανάγκες του κοινού και των παιδιών. Η εκπαίδευση ενηλίκων ερμηνευτών είναι ένα πρόγραμμα 200 ωρών ετησίως, όπου συμμετέχουν άνθρωποι διαφορετικών ειδικοτήτων για να μάθουν να σχεδιάζουν εκπαίδευση στο μουσείο βιωματικά. Δε χρειάζεται δηλαδή να είμαι απαραίτητα αρχαιολόγος για να πάω μια ομάδα στο μουσείο, αν γνωρίζω μια διδακτική μεθοδολογία, δηλαδή έναν τρόπο να αντλήσω στοιχεία από τα δεδομένα της ιστορίας, με σύγκριση, αξιολόγηση, κλπ. Αυτό έχει πολλαπλά αποτελέσματα. Και για εμάς, γιατί τα στελέχη του μουσείου έχουν παρακολουθήσει την εκπαίδευση και έχουμε μια κοινή γλώσσα κι ένα όραμα, αλλά και πολλοί απόφοιτοι έχουν πάει σε άλλες πόλεις, σε μουσεία ή και πανεπιστήμια και έχουν αλλάξει το τοπίο της εκπαίδευσης στα μουσεία.

ελc: Το μουσείο το συνδέουμε με ιστορία, εκθέματα σε προθήκες, ευρήματα, συλλογές … Τι σχέση έχουν αυτά με τις δραστηριότητες και τα παιγνίδια που διοργανώνονται στο ΕΠΜ;

Z.M: Η έννοια του μουσείου από τη δεκαετία του ‘60 γίνεται παγκοσμίως πιο ανθρωποκεντρική. Το πρώτο είδος μουσείου που το αντιλαμβάνεται αυτό είναι το παιδικό. Ως τότε τα παιδικά μουσεία είχαν αντικείμενα που αφορούσαν παιδιά αλλά μέσα σε προθήκες. Από το ‘60 ο Michael Spock, γιός του μεγάλου παιδιάτρου Benjamin Spock στη Βοστόνη, είχε την έμπνευση να βγάλει τα αντικείμενα από τις προθήκες και να τα κάνει περιβάλλοντα. Αυτή ήταν μια ριζοσπαστική κίνηση που επηρέασε και τη θεσμική και τη μουσειακή εκπαίδευση. Το μουσείο δημιουργείται για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα των παιδιών. Στην Ελλάδα αυτό μας απασχολεί πολύ, γιατί έχουμε πολλά αρχαιολογικά μουσεία και η έννοια είναι κυρίως συνυφασμένη με την ιστορία και το παρελθόν. Για εμάς η αφετηρία δεν είναι το εύρημα που θα βρούμε σε μια ανασκαφή, αλλά το να εξελίξουμε σε ένα παιδί πιο βιωματικά την επαφή του με τον καθημερινό κόσμο. Πώς θα το κάνουμε αυτό; Με πράγματα που αφορούν το παιδί – πχ γίνονται έργα μετρό στην πόλη μας; Θα συλλέξουμε κείμενα, αντικείμενα κι ό,τι αφορά αυτό το θέμα δημιουργώντας ένα χώρο όπου το παιδί είναι μέρος του, άρα καταλαβαίνει μια έννοια μέσα από τη δική του συμμετοχή.

ελc: Τι σχέση έχει η μουσειακή με τη σχολική εκπαίδευση, η τυπική και η άτυπη μάθηση;

Z.M: Το σύστημα – σχολείο και οικογένεια – δίνουν τις μορφές της τυπικής εκπαίδευσης. Άτυπα μπορούμε να μάθουμε τυχαία, στο δρόμο, μέσα από μια συζήτηση και χωρίς να μας υποχρεώνει κάποιος. Αυτό συμβαίνει πιο εύκολα μέσα σε ένα μουσείο χωρίς ωρολόγιο πρόγραμμα, βαθμολογία και ρόλους. Άρα τα παιδιά μπορούν εκεί να αισθανθούν πιο ελεύθερα στο να επιλέξουν τι να μάθουν, πού να σταθούν. Σωστό και λάθος δεν υπάρχει, άλλωστε ως γνωστόν το λάθος είναι ευρηματικό, μια διαφορετική οπτική. Μπορούμε να ανακαλύψουμε μέσα από αυτό κάτι που δεν το έχουμε σκεφτεί ποτέ. Αλλιώς το παιδί είναι πιο περιορισμένο στη φαντασία του. Κάθε επισκέπτης, όχι μόνο το παιδί, μπορεί να αντλήσει στοιχεία ωφέλιμα, αρκεί να τον αφήσουμε να το κάνει. Γιατί πολλές φορές, ειδικά οι μεγάλοι πάνε σε ένα μουσείο με ενοχές, ίσως και γι’ αυτό δεν πάνε πολλές φορές με τα παιδιά τους, γιατί αισθάνονται ότι δεν ξέρουν πράγματα. Ενώ αν απλά παρατηρήσουν ένα έκθεμα, θα ανακαλύψουν σίγουρα πολλά πράγματα που καμιά ταμπέλα και βιβλίο δεν μπορεί να τους δώσει. Αυτή είναι η ενεργός συμμετοχή ουσιαστικά, τα μάτια και οι αισθήσεις μας δίνουν την πληροφορία. Να σημειώσω επίσης ότι και οι εκπαιδευτικοί είναι καλό να συμμετέχουν περισσότερο στις δραστηριότητες, όταν επισκέπτονται το μουσείο με τους μαθητές. Είναι κοντά στα παιδιά, ξέρουν τι θέλουν και τι χρειάζονται και η γνώμη τους μας είναι πολύ σημαντική για την αξιολόγηση και τη βελτίωση των προγραμμάτων μας.

ελc: Εκτός από τον λόγο που αναφέρετε, για ποιους λόγους νομίζετε ότι το μουσείο δεν επιλέγεται ως οικογενειακή δραστηριότητα ελεύθερου χρόνου;

Z.M: Το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν έχει βοηθήσει τη γενιά των σημερινών γονέων να είναι εξοικειωμένοι με τα μουσεία. Συζητώντας με τους γονείς, σπάνια ακούμε ότι πήγαν μουσείο με τους γονείς τους. Επίσης συχνά έχουν τραυματικές εμπειρίες, γιατί όταν πήγαιναν στο μουσείο με το σχολείο έπρεπε να το δουν όλο και να ακούσουν κι έναν ξεναγό. Δεν είναι λοιπόν τόσο μέσα στην κουλτούρα μας. Εμείς πάμε πιο εύκολα στα εμπορικά κέντρα, παρά στα μουσεία για βόλτα ή θα πάμε μόνο στα πιο γνωστά μουσεία. Γι’ αυτό είναι σημαντικό τα μουσεία να προσφέρουν δυνατότητες, ώστε και ο γονιός να κάνει αυτό που δεν είχε κάνει μικρός και να μην αφήνει το παιδί του ένα δίωρο για να κάνει δουλειές και να ξαναγυρίζει. Αν συμμετέχει μαζί με το παιδί, το όφελος είναι διπλό: Παίρνει μια θετική εμπειρία από το μουσείο αλλά έχει και χρόνο να συνεργαστεί με το παιδί, που λείπει πάρα πολύ. Στην καθημερινότητά τους οι γονείς δεν έχουν χρόνιο να ασχοληθούν, ακόμα και το παιγνίδι στο σπίτι γίνεται σαν αγγαρεία γιατί είναι πιεσμένοι με χίλια δυο άλλα πράγματα.

ελc: Παρατηρείτε κάποια αλλαγή στη στάση των παιδιών μέσα στα 25 αυτά χρόνια;

Z.M: Παλιά τα παιδιά ήταν πιο ενθουσιασμένα με όσα το ΕΠΜ μπορούσε να τους δίνει. Όσο περνάνε τα χρόνια τα παιδιά θέλουν πιο γρήγορα αποτελέσματα, ίσως είναι ο τρόπος ζωής τους, το διαδίκτυο, τα ηλεκτρονικά, που τα κάνουν να τα θέλουν όλα πιο γρήγορα και πιο εύκολα, βαριούνται πιο εύκολα, δεν είναι τόσο ενθουσιασμένα όταν δουν και αγγίξουν ένα υλικό. Κι αυτό είναι μια μεγάλη πρόκληση, τώρα που θα κλείσουμε τα 25 μας χρόνια, να δούμε ποιος είναι ο ρόλος μας. Δεν είναι μόνο η τεχνολογία, η ψηφιακή εποχή, κάτι που ακούγεται τώρα πάρα πολύ με το ψηφιακό σχολείο. Χρειάζεται κι αυτό, αλλά πρέπει να υπάρχει μια ισορροπία. Στο ΕΠΜ εσκεμμένα δεν έχουμε κανένα είδος σύγχρονης τεχνολογίας – γιατί τεχνολογία είναι βέβαια να φτιάξεις μια κατασκευή ή να κάνεις φυσαλίδες. Στα μουσεία σήμερα βλέπω ψηφιακές οθόνες, οθόνες αφής. Είναι ωραίο, αλλά ας καταλάβει πρώτα το παιδί το τρισδιάστατο της πραγματικής ζωής που απλώνεται μπροστά του. Βλέπει το γονιό σε ένα PC, σε μια TV, το ίδιο κατευθύνεται εκεί μέσα από το σχολείο, και είναι ένας αυριανός πολίτης που όλο τρέχει, τρέχει… Παλιότερα δεν γινόταν αυτό και οι απαντήσεις των παιδιών ήταν τόσο βαθιές γιατί δεν είχαν πολλά ερεθίσματα για τα πράγματα. Πάντως εκτός Αθηνών, που συχνά το ΕΠΜ ταξιδεύει, είναι διαφορετικά, δεν υπάρχει ο κορεσμός της πρωτεύουσας με όλα αυτά που προσφέρονται κάθε σαββατοκύριακο για τα παιδιά.

Περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα των εκδόσεων Πατάκη www.patakis.gr και στο ΕΠΜ www.hcm.gr.

tags / βιβλίο