Θεάτρο και λογοτεχνία έχουν συνάψει χρόνια τώρα σχέσεις αγάπης. Είναι πολλές οι παραστάσεις που αντλούν το θεματικό υλικό τους από τη λογοτεχνία – μόνο φέτος μετράμε τουλάχιστον δέκα που είτε εμπνέονται από κάποιο λογοτεχνικό έργο ή δημιουργό είτε ανεβάζουν «έτοιμα» θεατρικά έργα που έχουν λογοτεχνική βάση. Ντοστογιέφσκι, Βιρτζίνια Γουλφ, Χένρι Τζέιμς, Ρεμπώ και οι δικοί μας Παπαδιαμάντης, Ρίτσος, Σολωμός, Λένα Κιτσοπούλου είναι μερικοί μόνο από τους λογοτέχνες που δανείζουν τη φωνή τους στο θεατρικό σκηνικό της Αθήνας του 2013. Το ενδιαφέρον με τη σκηνική αναβίβαση ενός έργου που ανήκει στην οικογένεια της λογοτεχνίας είναι τα θεατρικά μέσα που θα χρησιμοποιηθούν και που συνήθως είναι τα απόλυτως απαραίτητα. Το θέατρο χρησιμοποιεί τη συμπύκνωση -δραματικού χώρου, χρόνου, προσώπων- για να αφηγηθεί τις ιστορίες, ακόμη και στις περιπτώσεις που έχει να κάνει με κάποιο «πλουραλιστικό» λογοτέχνημα. Έχοντας επίγνωση ότι δεν μπορεί να μιμηθεί, π.χ., τις αναπαραστατικές ικανότητες του κινηματογράφου, το θέατρο που αναμετράται με τη λογοτεχνία φροντίζει να τη φέρει στα μέτρα του. Αυτή η δραματική συμπύκνωση, κι αν ξεκινάει από λόγους ανάγκης, αποδεικνύεται, στις ευτυχείς περιπτώσεις, το μεγαλύτερο κέρδος της σκηνικής συνύπαρξης θεάτρου και λογοτεχνίας· κι αυτό γιατί είναι προαπαιτούμενη ώστε το λογοτεχνικό σύμπαν να αναπαρασταθεί σύμφωνα με τους θεατρικούς κώδικες και να πείσει, με τη θεατρικότητά του, ως σκηνικό γεγονός πια.

Το «Στρίψιμο της βίδας» (1898) του Χένρι Τζέιμς αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα δραματικής συμπύκνωσης. Αυτή την ιστορία φαντασμάτων, που αποτελεί ένα από τα κλασικότερα παραδείγματα της φανταστικής λογοτεχνίας, διασκεύασε ο Τζέφρι Χάτσερ σε θεατρικό έργο (1996) για δύο πρόσωπα. Η ιστορία μετουσιώνεται επί σκηνής μέσω της γκουβερνάντας και ενός δεύτερου προσώπου που επωμίζεται τους υπόλοιπους βασικούς ρόλους. Το παιχνίδι με την ψευδαίσθηση και τη διαρκή υπονόμευσή της, που δημιουργούν τόσο οι εναλλαγές των ρόλων από τον ίδιο ηθοποιό όσο και το συνεχές πέρασμα από την αφήγηση στη δράση, εναρμονίζεται με την υπαινικτικότητα του ίδιου του έργου, με τη διαρκή αμφιταλάντευση μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας στην οποία υποβάλλει τον αναγνώστη/θεατή.

Το έργο πρωτοανέβηκε στην Ελλάδα το 2000 από τον Θωμά Μοσχόπουλο· η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Πάρης Μαντόπουλος -συμπαραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης και της MoveIn Contact- συνιστά το δεύτερο ανέβασμα του έργου. Ο Μαντόπουλος χρησιμοποίησε με φειδώ τα εξωτερικά μέσα προκειμένου να δημιουργήσει την ατμόσφαιρα που απαιτεί αυτή η «ιστορία μυστηρίου»: τους φωτισμούς (η παράσταση παίχτηκε σχεδόν στο ημίφως), τους ήχους, τους αντικατοπτρισμούς που δημιουργούσε ο καθρέφτης, το μοναδικό σκηνικό αντικείμενο. Βασικότερο εργαλείο του στάθηκαν οι ηθοποιοί (Άννα Μερτζάνη, Κωνσταντίνος Ρεπάνης), που ανέλαβαν το δύσκολο έργο να μας πείσουν με το σώμα και τη φωνή τους για όλα όσα βλέπουν -αλλά και για όσα νομίζουν ό,τι βλέπουν- οι ήρωες. Οι εναλλαγές των ρόλων υποδηλώθηκαν «σιωπηλά», όχι με αλλαγές κοστουμιών, αλλά με ελαφριά κινησιολογική διαφοροποίηση, ενώ η σκηνή, σκοτεινή και άδεια, λειτούργησε σαν άγραφο χαρτί πάνω στο οποίο εκτυλίχθηκε κλιμακούμενη η πλοκή, χωρίς καμία διάθεση αναπαράστασης οποιουδήποτε από τους χώρους δράσης.

Η «Αφροδίτη με τη γούνα» (2010) του David Ives, το θεατρικό έργο που εμπνέεται από την ημι-αυτοβιογραφική ομώνυμη νουβέλα του Λεοπόλδου φον Ζάχερ-Μαζόχ, είναι μία άλλη περίπτωση σκηνικής διαπραγμάτευσης ενός λογοτεχνικού δημιουργήματος. Δημιουργημένο και αυτό για δύο ηθοποιούς, κλείνει με έναν παρόμοιο τρόπο το μάτι στους θεατές. Όχι ζητώντας τη συμβολή τους προκειμένου να ολοκληρωθεί η πρόσληψη ενός «πληθωρικού» λογοτεχνήματος που αναπαρίσταται επί σκηνής με αφαιρετικά, λιτά μέσα, αλλά εκθέτοντας μπροστά τους ένα παράδειγμα «θεάτρου μέσα στο θέατρο». Στην «Αφροδίτη με τη γούνα», το αρχικό έργο ενδύεται ένα κατεξοχήν θεατρικό περιτύλιγμα: τοποθετείται στη δραματική συνθήκη μιας οντισιόν, στην οποία παίρνουν μέρος ένας σκηνοθέτης που έχει διασκευάσει για το θέατρο τη νουβέλα του Μαζόχ και μία νεαρή ηθοποιός που διεκδικεί δυναμικά το ρόλο της κεντρικής ηρωίδας. Το έργο του Ives είναι ένα διαρκές, πολυεπίπεδο παιχνίδι: μεταξύ θεάτρου, «πραγματικότητας» και πραγματικότητας, παιχνίδι ταυτότητας, παιχνίδι ρόλων: οι δύο ηθοποιοί καλούνται να υποδυθούν δύο ήρωες παρμένους «από το σινάφι τους», οι οποίοι με τη σειρά τους υποδύονται, για τις ανάγκες της οντισιόν, έναν άλλο ρόλο. Το όρια είναι δυσδιάκριτα: συχνά, πραγματικοί και πλαστοί χαρακτήρες «λιώνουν» ο ένας μέσα στον άλλο. Ταυτόχρονα, και λόγω της φύσης του αρχικού έργου, η «Αφροδίτη με τη γούνα» είναι ένα παιχνίδι, στα όρια της μάχης, μεταξύ θηλυκού και αρσενικού, αλλά και ένα παιχνίδι ερωτικών/σεξουαλικών ρόλων, που εναλλάσσονται ασταμάτητα επί σκηνής.

Σε αυτό το ανελέητο παιχνίδι επιδίδονται με περισσή ενέργεια η Βίκυ Παπαδοπούλου και ο Γιώργος Παπαγεωργίου στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Οικονόμου, εγκαινιάζοντας την παρουσία του έργου στην Ελλάδα. Η δυναμική σκηνοθεσία του Οικονόμου απέφυγε το μεγαλύτερο σκόπελο που μπορεί να θέσει το έργο, να περιοριστεί δηλαδή στο επίπεδο μιας «πιπεράτης», kinky παράστασης χωρίς αιτία. Αντίθετα, εμπιστευόμενος τους ηθοποιούς του τους οδήγησε σε μία ουσιαστική βύθιση στους -πολλαπλούς- ρόλους τους και τους έδωσε το πεδίο να εκθέσουν τα -όχι και λίγα- ερωτηματικά/ζητήματα που θέτει το έργο· όχι για να δώσουν απαντήσεις, αλλά για να μας αφήσουν να στοχαζόμαστε πάνω στην ιδιάζουσα ψυχοπαθολογία του ερωτικού συναισθήματος και την άβυσσο της ανθρώπινης φύσης.

Το «Στρίψιμο της βίδας» παίζεται έως τις 19/1 στο Θέατρο Εν Αρχή. Η «Αφροδίτη με τη γούνα» ανεβαίνει στο Θέατρο Θησείο, ένα θέατρο για τις τέχνες έως τις 13/4.