Είναι κοινός τόπος η δυνατότητα του ντοκιμαντέρ να λειτουργεί ως συμπυκνωμένη πολυθεματική γνώση. Στην πραγματικότητα όμως, ένα Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ είναι μια εκπαιδευτική διαδικασία με πολλούς περισσότερους τρόπους.

Και ξεκινάει με την επιλογή των μαθημάτων (ταινιών): ο οδηγός σπουδών (κατάλογος ταινιών) φημίζεται για την αινιγματική του φύση, έτσι η ικανότητα της στοχευμένης επιλογής είναι μια νοημοσύνη που αποκτάς ή ακονίζεις. Οι τακτικές πολλές: οι κλασικές αξίες (τα μεγάλα ονόματα), τα «υποχρεωτικά» (αυτά που επιβάλλει το hype της εποχής), οι λύσεις ανάγκης (όπου κατάφερες να βρεις θέση), ένστικτο, google, imdb και Άγιος ο Θεός (του σινεμά), επίμονες ανακρίσεις στους ειδήμονες ή μανιώδης φιλμοκατανάλωση νυχθημερόν (σχεδόν 150 ταινίες ήταν αυτές).

Στην αίθουσα συχνά βαριέσαι, ίσως και να αποκοιμηθείς, κάποιοι κάνουν φασαρία. Η προσεκτική παρακολούθηση όμως, σε επιβραβεύει συχνά με ένα σωρό ενδιαφέρουσες, αλλόκοτες πληροφορίες: πόσο κοστίζει το να αποκτήσεις έναν διπλωματικό τίτλο, πώς αντιλαμβάνεται τη ζωή και το θάνατο ένας θανατοποινίτης, πώς ένας έμπορος όπλων καθόρισε τη νεώτερη παγκόσμια ιστορία, γιατί αυτοκτονεί ένας αγρότης κάθε 30 λεπτά στην Ινδία, πώς η σύγχρονη χειρουργική αποδεικνύει το «χους ην και εις χουν απελεύσει», πώς τα όνειρα των ανθρώπων συχνά έχουν γεύση μπακλαβά και τόσα μα τόσα ακόμη.

Και μετά είναι εκείνα τα πρωινά που έχει μια διάλεξη που φαίνεται ενδιαφέρουσα, αλλά βαριέσαι να τραβηχτείς μέχρι εκεί. Αν όμως πας, και είσαι τυχερός, συναντάς καμιά φορά αυτούς τους φωτισμένους ανθρώπους που, σαν τον καλό δάσκαλο, ταρακουνάνε τη βολή του μυαλού, σου μαθαίνουν την αλφαβήτα από την αρχή και σου θυμίζουν το πιο σημαντικό ίσως πράγμα που μαθαίνεις σε ένα σχολείο: να αμφισβητείς. Γιατί αν ο κόσμος είναι μια ιστορία κι ο καθένας από μας είναι εδώ για να την αποτυπώσει σε ένα μοναδικό, ιδιόχειρο φιλμάκι, πρέπει να δοκιμάσει κανείς πολλά διαφορετικά φίλτρα στο «φακό» του πριν αποφασίσει ποιο του κάνει.

Τα ρέστα διέγερσης εγκεφαλικού φλοιού τα έδωσε φέτος ο Michael Glawogger που, με το Workshop του την περασμένη Παρασκευή, έδωσε μια ωραιότατη, ξεγυρισμένη σφαλιάρα στα μούτρα του ντοκιμαντερίστικου comme Il faut και «ξήλωσε» τα αυτονόητα του ντοκιμαντέρ από την εποχή της Αγίας Τριάδας Flaherty, Vertov και Grierson.

Ο Αυστριακός Glawogger, φίλος και συμπατριώτης του Ulrich Seidl που είδαμε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου το περασμένο φθινόπωρο ήρθε για να παρουσιάσει το τελευταίο του έργο “Whore’s Glory”/ «Το μεγαλείο της πόρνης», ένα κινηματογραφικό τρίπτυχο που εξερευνά τη φύση της πορνείας σε τρία διαφορετικά σημεία του πλανήτη: Ταϊλάνδη, Μπαγκλαντές, Μεξικό.

Με την ταινία αυτή, ο Glawogger oλοκληρώνει την τριλογία που ξεκίνησε το 1998 με το Megacities και συνέχισε το 2005 με το “Working man’s death”. Συνδετικό νήμα η καταγραφή και αντιπαραβολή της προσπάθειας για επιβίωση από ανθρώπους που λαθροβιώνουν κάτω από το κοινωνικό ραντάρ σε αντίθετες και ετερόκλητες γωνιές του κόσμου.

Πάνω σ’ αυτήν, λοιπόν, την τριλογία στήνει ο Glawogger στο Workshop την αφήγησή του για το πώς αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Έναν κόσμο που στις ταινίες του είναι γροθιά στο στομάχι, ο Κήπος των επίγειων απολαύσεων του Ιερώνυμου Μπος: εδώ η κόλαση, κι ο παράδεισος εδώ. Πράγματα που συμβαίνουν γύρω μας και διαφεύγουν του βλέμματός μας. Καταστάσεις ζόρικες που θέτουν τις πιο δύσκολες ερωτήσεις, δηλαδή τις πιο απλές, σαν το «γιατί» που επαναλαμβάνουν τα παιδιά.

Κι όλα αυτά, αφηγημένα με ένα τρόπο που αρνείται τον μανιχαϊσμό: εδώ δεν έχει καλό και κακό, πρέπει ή όχι. Το μόνο «πρέπει» είναι η αναγκαιότητα του να θεάσαι με τρόπο καθαρό και απροκατάληπτο. Η μέθοδος του Glawogger είναι να ερευνά ένα θέμα αντιστικτικά, σε διάφορα γεωγραφικά σημεία, γεγονός που του επιτρέπει να απελευθερώνει την οπτική του από τα δεσμά μιας δεδομένης πολιτισμικής αναφοράς και να εντοπίζει ομοιότητες και διαφορές που διευρύνουν το πεδίο, αλλά και τον τρόπο θέασης μιας κατά τ’ άλλα βαρετής πραγματικότητας. Και να αποτυπώνει την «ομορφιά της τραγικότητας και τον πόνο της ομορφιάς. Αυτή είναι η ουσία της ζωής και της ψυχής μας κι αυτός είναι ο σκοπός του ντοκιμαντέρ».

Στον κινηματογράφο του, το αυθεντικό δεν εξισώνεται με κουνημένα πλάνα ή κακής ποιότητας ήχο ούτε ακυρώνεται αν αποζημιώσεις τον άνθρωπο που κινηματογραφείς για τον χρόνο και το υλικό που σου έδωσε. Δεν είναι το φιλμ που εισβάλει στην πραγματικότητα, αλλά η πραγματικότητα που εισβάλει στο φιλμ. Και η πραγματικότητα αυτή δεν είναι μία, ομοούσιος και καθολικά αποδεκτή. Είναι όλες αυτές οι διαφορετικές που εγώ, εσύ και όλοι εμείς έχουμε στο κεφάλι μας, δίπλα στις εμμονές και στις αντιφάσεις που μας μεταγγίζει μια τυπική εκπαίδευση. Γιατί, όπως λέει και μια μεξικάνα πόρνη, το μυαλό μας είναι η φυλακή μας.

Το κουδούνι χτύπησε, δόθηκαν οι έλεγχοι, διακοπές τώρα. Ραντεβού τον Νοέμβρη στο χειμερινό εξάμηνο με το 53ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Το whore’s glory του Michael Glawogger προβάλλεται σήμερα Τρίτη 20/3 στις 20:00 στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος παρουσία του σκηνοθέτη.