Ένας βροχερός, αλλά κάπως άνυδρος πολιτιστικά, Ιούλιος έχει ενσκήψει πάνω από την πόλη, στη δύση ενός ιδιαίτερα ζόρικου χειμώνα που μας άφησε «πτώματα». Όλον αυτόν τον δύσκολο καιρό, η τέχνη υπήρξε συχνά το καταφύγιo, ηλεκτρονικά αλλά και οffline, για όλο και περισσότερους από εμάς, με επίσημες στατιστικές μελέτες (που επιμένουν βέβαια να εξισώνουν την τέχνη με τα μουσεία και κατόπιν αυτά με τις δημιουργίες των αρχαίων ημών), αλλά και ανεπίσημες μετρήσεις πολιτιστικών φορέων να καταγράφουν εντυπωσιακές αυξήσεις στην επισκεψιμότητα και τα έσοδα.

Οι στατιστικές του πολιτισμού δίνουν αρκετά ξεκάθαρες απαντήσεις στο «πόσοι», «ποιοι» και «πόσο συχνά», αλλά ελάχιστα φωτίζουν το θολό τοπίο του «για ποιους λόγους» και «με ποιο αποτέλεσμα». Και μπορεί να έχουν αλλάξει πολλά από τότε που ο Bourdieu κατέληγε σε μάλλον απογοητευτικά κοινωνιολογικά συμπεράσματα για τους εραστές της τέχνης στην Ελλάδα, αλλά το είδος των σχέσεων με την τέχνη που διαμορφώνει η κοινωνική και πολιτισμική κουλτούρα μας λίγα περιθώρια αισιοδοξίας αφήνει.

Στην υπερπληθώρα ορισμών και αφορισμών που διατυπώθηκαν κατά τις τελευταίες «έντεχνες» χιλιετίες της ανθρωπότητας, βρίσκει κανείς πολυάριθμες αναφορές στο «καλό και το ωραίο», το «υψηλό», την αισθητική απόλαυση, την ανάγκη και τον πόνο, την ταύτιση με τη θρησκεία, αλλά και την ίδια την ύπαρξη, την επικοινωνία, τον προβληματισμό, αλλά και την ανακούφιση, αλλά ελάχιστες στην απλή ψυχαγωγία, σε εκείνο το ταπεινό και καταφρονεμένο, επαίσχυντο «περνάω καλά». Στην αγωνία να προστατευτεί από την αδίστακτη αγορά ή από τις απαίδευτες μάζες, και στη βάση μιας γενικότερης ηθικολογικής, θρησκευτικά εμφορούμενης, θεώρησης για τη ζωή, που θέλει τα αγαθά να αποκτώνται μόνο κόποις, η τέχνη, ή μάλλον η αντίληψη γι’αυτήν, έγινε κάτι τόσο μεγαλύτερο από τη ζωή που έπαψε να χωράει μέσα σ’αυτήν, κάτι που μάθαμε να προσεγγίζουμε μηχανικά και αμήχανα, από απόσταση ασφαλείας, ακολουθώντας αυστηρά ανεπίσημα εγχειρίδια βέλτιστων πρακτικών, φορώντας το πιο σοβαρό κουστούμι μας, απόλυτα ανέκφραστοι, κάτι, στη θέα του οποίου δεν μπορούμε να είμαστε ο εαυτός μας. Ο φονταμενταλισμός της τέχνης κάλεσε συχνά τους εραστές της να πεθάνουν για χάρη της, αλλά δε μας έμαθε ποτέ πώς να ζούμε μαζί της.

Εδώ και λίγους μήνες, δύο ευφάνταστοι νέοι της πόλης εμπνεύστηκαν έναν διασκεδαστικό τρόπο να απογυμνωθεί η τέχνη από τη μιζέρια της σοβαροφάνειας και του καθωσπρεπισμού. Εμπνεόμενοι από την 4η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης και τον τίτλο της κεντρικής της έκθεσης «Everywhere but now», ο Γιάννης Φουρκιώτης και η Εύη Παπαβέργου έγιναν οι ηθικοί αυτουργοί του Everywhere But Dead, ενός πρότζεκτ που καταγράφει κάπως πιο «κυριολεκτικά», και κυρίως πιο χιουμοριστικά, τους τρόπους να πεθάνει κανείς για την τέχνη που αγαπά.

Η ιδέα ξεκίνησε σαν παιχνίδι στους χώρους του Περίπτερου 6 της ΔΕΘ, όπου φιλοξενήθηκε ο κύριος όγκος των εκθεμάτων της κεντρικής έκθεσης, με σκοπό -ω θεοί!- να περάσουμε καλά. Οι εμπνευστές, οι φίλοι τους, και στη συνέχεια οι συνάδελφοί τους στη Μπιενάλε αλλά και σχεδόν σύσσωμο το προσωπικό του Κρατικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, με τις ευλογίες της επιμελήτριας Adelina von Fürstenberg, και ασφαλώς οι επισκέπτες της έκθεσης, άρχισαν να «πεθαίνουν» και να φωτογραφίζονται ως «πτώματα» μπροστά στα έργα της επιλογής τους.

Κατά μόνας ή σε γκρουπ, στη ΔΕΘ, στο Γενί Τζαμί, στο Αλατζά Ιμαρέτ, στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης, στο ΚΜΣΤ, αλλά και πολύ μετά τη λήξη της Μπιενάλε, σε άλλους χώρους ή ακόμη και σε άλλες πόλεις, 75 περίπου «πτώματα», με πρόσωπο οn ή off camera, με τη βοήθεια των ηθικών αυτουργών ή τελείως ανεξάρτητα από αυτούς, αποτύπωσαν φωτογραφικά τον «θάνατό τους» για να στείλουν ένα κρυφό μήνυμα, να ειρωνευτούν, να αποφορτιστούν από μια δύσκολη μέρα, να μας δείξουν το αγαπημένο τους έργο ή χώρο τέχνης, να διασκεδάσουν ή απλώς επειδή ζήλεψαν τις πτωματοφωτογραφίες των φίλων τους.

Στο Εverywhere Βut Dead ο «θάνατος» και η τέχνη είναι προαπαιτούμενα, αλλά χωρίς συγκεκριμένες προδιαγραφές, όσον αφορά στο στυλ, το θέμα ή τον τεχνικό εξοπλισμό. Οι δύο ηθικοί αυτουργοί τονίζουν ότι δεν πρόκειται για διαγωνισμό φωτογραφίας, αλλά σημασία έχει η δημιουργικότητα που γεννά ένας τέτοιος «θάνατος» και η συμμετοχή σ’αυτή την άτυπη διαδικτυακή έκθεση καταγραφής της εμπειρίας του «θανάτου» μπροστά σε ένα έργο τέχνης. Αν και βλέπουν με ενδιαφέρον το ενδεχόμενο μιας offline εκδοχής του πρότζεκτ τους, δεν πεθαίνουν κιόλας. Αυτό που θέλουν είναι να συνεχίζουν οι άνθρωποι να τολμούν να λερώνουν τα χέρια τους με τέχνη και να στέλνουν τις φωτογραφίες από τον τόπο του «εγκλήματος» στο μικρό τους πτωματοblog.

Χωρίς να το επιδιώκουν, οι δυο ανήσυχοι «πτωματολόγοι» ανακάλυψαν έναν πολύ ενδιαφέροντα, αλλά και πολύ ουσιαστικό τρόπο να συνδέονται οι άνθρωποι με την τέχνη, αλλά και με τη χαμένη τέχνη του να περνάς καλά, δημιουργώντας κάτι ο ίδιος. Και την ίδια στιγμή, ένα ευφάνταστο, αλλά και πολλά υποσχόμενο, εργαλείο μάρκετινγκ για πολιτιστικούς φορείς. Και κάπως έτσι, ίσως καταφέρει η απλή και καταφρονεμένη, αυθόρμητη ανάγκη για διασκέδαση να πετύχει εκεί που πολιτικές, στρατηγικές και διαφημιστικές καμπάνιες απέτυχαν, και ο θάνατος να μας ενώσει με την τέχνη μέχρι να μάθουμε να ζούμε μαζί της.

Ο Γιάννης και η Εύη θα ήθελαν να ευχαριστήσουν τους Ελένη, Κλεονίκη, Κατερίνα, Άννα, τους εργαζόμενους στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη, καθώς και τα “πτώματα”, ενώ αναμένουν εναγωνίως τις φωτογραφίες με τα πτώματά σας. Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί τους μέσω email στις διευθύνσεις fourkiotisi@yahoo.gr και eve_papa83@hotmail.com, για πληροφορίες, συμβουλές, αλλά και βοήθεια στη σκηνοθεσία και φωτογράφιση του δικού σας θανάτου για την τέχνη.