Κάποιες φορές βλέπω παραστάσεις που με εκνευρίζει η προχειρότητά τους και κάποιες άλλες -σπάνια- κυλάνε όλα ρολόι με μια φίνα πινελιά μετέωρη στην ατμόσφαιρα του χώρου. Στην προσπάθειά μου να «σχεδιάσω» με κάποιον τρόπο τη φιγούρα του έλληνα θεατρικού παραγωγού αντιλήφθηκα ότι πρόκειται για τον πιο αφανή και παρεξηγημένο, αλλά εξίσου σημαντικό συντελεστή μιας παράστασης. Έτσι, λοιπόν, ζήτησα από τέσσερις έμπειρους ανθρώπους του χώρου που είτε είναι αμιγώς παραγωγοί είτε αναγκάζονται να καταπιαστούν με τα θέματα της παραγωγής, ως καλλιτεχνικοί διευθυντές, να ρίξουν λίγο φως στη θολή εικόνα.

Στο ζεστό σπίτι της Ξένιας Καλογεροπούλου, η ηθοποιός αλλά και καλλιτεχνική διευθύντρια του Θεάτρου Πόρτα με πήγε πίσω στο χρόνο τότε που οι ηθοποιοί ήταν και actors managers. «Αυτός που είναι καλλιτέχνης και θέλει να δημιουργήσει καλλιτεχνικά πρέπει να είναι έτοιμος να χάσει. Ο παραγωγός γιατί να χάσει; Έτσι και εγώ αποφάσισα να αναλάβω την παραγωγή των παραστάσεών μου. Πρωτοέγινα επιχειρηματίας με τον Γιάννη Φέρτη, είχαμε έντεκα χρόνια θίασο. Τότε αντί για επιχορηγήσεις, είχαμε τις ταινίες. Αν μας πρότειναν να παίξουμε σε ταινία που δε μας άρεσε, λέγαμε στον παραγωγό της να πληρώσει τα γραμμάτια μας και παίζαμε. Κάποιες ούτε καν τις βλέπαμε μετά. Όταν είσαι όμως ο ίδιος καλλιτέχνης, λογαριάζεις διαφορετικά το συνάδελφο, το χορογράφο, το φωτιστή… Όταν έφευγαν από εμένα και πήγαιναν στο μακαρίτη τον Λεμπέση του λέγανε “μα η Ξένια μου έδινε τόσα λεφτά” και εκείνος τους απαντούσε “μα η Ξένια δεν είναι επιχειρηματίας, είναι ερασιτέχνης επιχειρηματίας”. Δεν πειράζει για ερασιτέχνης καλά τα κατάφερα.»

1
Φωτογραφία 1: Ξένια Καλογεροπούλου, ηθοποιός και καλλιτεχνική διευθύντρια του Θεάτρου Πόρτα

Η Ξένια Καλογεροπούλου αγόρασε το θέατρο το ’84 και επένδυσε πολλά χρήματα σε αυτό. Το Θέατρο Πόρτα από τότε έχει γνωρίσει πολλές καλλιτεχνικές αλλά και κάποιες μεγάλες εμπορικές επιτυχίες όπως «το Σκλαβί» και «ο Οδυσσεβάχ». Πιστεύει ότι την εποχή που δόθηκαν οι επιχορηγήσεις στο θέατρο, ειδικά επί υπουργίας Μικρούτσικου, τα θέατρα ανέπνευσαν. «Όταν κάνεις μια δουλειά που δεν ακολουθεί το εμπορικό ρεύμα, πρέπει να πατάς κάπου με σιγουριά, ειδικά στο παιδικό θέατρο». Εκπλήσσομαι ιδιαίτερα, όταν μου λέει πως η πρόσφατη «Μικρή Γοργόνα» του Θωμά Μοσχόπουλου δεν πήγε καλά εισπρακτικά. Της λέω ότι είναι η πιο καλαίσθητη και συγκινητική παιδική παράσταση που έχω δει εδώ και πολύ καιρό και σηκώνει τους ώμους της «κι όμως, υπάρχουν αυτή τη στιγμή παιδικές παραστάσεις που μοιάζουν με τηλεοπτικές εκπομπές, μια φασαρία, ένα φανταχτερό πράγμα χωρίς ιδιαίτερο νόημα, αλλά πάνε πολύ καλά. Το κοινό εθίζεται σε αυτά».

Από το Πόρτα κατευθύνομαι στο Πορεία που κλείνει τη σεζόν με την πολύ καλή «Ευρυδίκη». Συζητάω με τον εκεί καλλιτεχνικό διευθυντή Δημήτρη Τάρλοου για τη δική εμπλοκή του στο χώρο της παραγωγής. «H σχέση μου με τα θεάματα που ανεβάζω είναι διπλή: αφενός καλλιτεχνική, εκεί όπου σκηνοθετώ, και αφετέρου οργανωτική, εφόσον σε συνεργασία με τη διεύθυνση παραγωγής, πρέπει να μεριμνώ για την εύρυθμη λειτουργία του θεάτρου, αλλά και να φροντίζω ώστε όσοι εργάζονται να το νιώθουν σαν το σπίτι τους. Στην Ελλάδα, μέχρι προσφάτως, η έννοια του παραγωγού ήταν ταυτισμένη με ανθρώπους μιας άλλης εποχής, που ελάχιστη σχέση είχαν με οτιδήποτε καλλιτεχνικό. Από τότε που τα επιχορηγούμενα θέατρα μπήκαν γερά στο παιχνίδι, άρχισαν να βγαίνουν παραγωγοί-καλλιτέχνες που σταδιακά απέκτησαν την τεχνογνωσία ενός επαγγελματικού ανεβάσματος, σε βαθμό που να αποτελούν υπόδειγμα για πολλές προηγμένες θεατρικά χώρες.»

Μου εξηγεί ότι δεν υπάρχει ιδανικός παραγωγός. Αυτή η δουλειά έχει να κάνει με οικονομικές συμφωνίες και σίγουρα θα βρεθεί σε πολλές συγκρούσεις ακόμα κι αν έχει τις καλύτερες προθέσεις. Χρειάζεται μεγάλες αντοχές, λοιπόν, αλλά και διπλωματικές ικανότητες. «Το πιο δυσάρεστο που αντιμετωπίζεις στη διαδικασία μιας παραγωγής είναι η αδιαφορία συνεργατών, ή η διαπίστωση ότι υπάρχει δυσαρμονία στο καλλιτεχνικό, στο διοικητικό ή στο τεχνικό προσωπικό. Η μεγαλύτερη χαρά είναι να νιώθεις ότι οι κόποι ανταμείφθηκαν μέσα από τα μάτια των συγκινημένων θεατών.» Θυμάται την πρώτη του παραγωγή και πρόβα στο «Κτήνος στο φεγγάρι». «Γύρω από ένα τραπέζι αρχίσαμε να διαβάζουμε το έργο. Η Ταμίλα Κουλίεβα ακόμα τότε, το 1998, δε διάβαζε καθόλου καλά ελληνικά, οπότε κόμπιαζε φανερά. Ο συγχωρεμένος ο Γιάννης Κυριακίδης είχε πιεί ένα ποτηράκι παραπάνω, οπότε κι αυτός λίγο τα μασούσε. Ο Γιωργάκης Φιλίδης ήταν μόλις δέκα ετών και φυσικό ήταν να κομπιάζει… Κοίταξα τον Λιβαθινό και του λέω: “Ωραία παραγωγή θα κάνουμε…”. Η παράσταση έσπασε τα ταμεία!»

2
Φωτογραφία 2: Γιώργος Λυκιαρδόπουλος, θεατρικός και κινηματογραφικός παραγωγός
Φωτογραφία 3: Δημήτρης Τάρλοου, καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου Πορεία

Στη συνέχεια συνάντησα στο φωτεινό γραφείο του στο Σύνταγμα έναν αμιγώς παραγωγό του θεάτρου και του κινηματογράφου, τον Γιώργο Λυκιαρδόπουλο, που τον τελευταίο καιρό ανεβάζει δικές του παραγωγές στο Θέατρο Θησείον, γνωστό για το επιλεκτικό του ρεπερτόριο. Ο Γιώργος μου μιλάει για το ξεκίνημά του, αφότου γύρισε από τις σπουδές του στην Αμερική. Ξεκίνησε δουλεύοντας στις κινηματογραφικές παραγωγές και κάποια στιγμή του έγινε η πρόταση να ασχοληθεί με το θέατρο. Μου λέει γελώντας ότι το τόλμησε παρά τις αποτρεπτικές συμβουλές του καλού του φίλου Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, με τον οποίο στη συνέχεια συνεργάστηκε ανεβάζοντας παραγωγές στο Θέατρο Χώρα. «Ο παραγωγός στο θέατρο είναι αυτός που παίρνει την πρωτοβουλία μιας θεατρικής παράστασης και έχει την οικονομική της ευθύνη. Επειδή αφορά καλλιτεχνικό προϊόν και όχι παπούτσια, η επιλογή σίγουρα έχει σχέση με την καλλιτεχνική ιδιότητα του παραγωγού. Στην Ελλάδα, ο παραγωγός θεωρείται κάτι “κακό”, έχει ταυτιστεί με τα χρήματα. Τον κρίνουν βάσει ιδιότητας και όχι βάσει έργου για να τον υποστηρίξουν. Στο εξωτερικό ακόμα και στην Αμερική, που είναι το πιο ανεξάρτητο μέρος, το θέατρο επιχορηγείται. Το εμπορικό έχει σχέση και με την τοποθεσία. Συνήθως εμπορικά είναι τα κεντρικά μεγάλα θέατρα». Η εμπειρία του από ενός τύπου μεγάλο θέαμα, με δεκαεπτά ανθρώπους επί σκηνής, όπως ήταν το Rent, ήταν επώδυνη, αν και το θέατρο ήταν γεμάτο κάθε μέρα. Η ασφάλεια είναι μια άλλη συνισταμένη. Συχνά συμβαίνουν ατυχήματα που πρέπει να έχει προβλεφθεί η αντιμετώπιση τους. Κάποιες φορές ο αυτοσχεδιασμός επίσης είναι απαραίτητος. Πρόσφατα στον πολύ πετυχημένο «Mistero Buffo» το κοινό βυθίστηκε στο σκοτάδι, όταν έπεσε το ρεύμα στην περιοχή, αλλά οι ηθοποιοί μέχρι να επανέλθει κατάφεραν με χιούμορ και καλά αντανακλαστικά να μετατρέψουν τη συνθήκη υπέρ τους.

3
Φωτογραφία 4: Μιχάλης Αδάμ, παραγωγός του Θεάτρου Badminton

Αποφασίζω ότι η επόμενη στάση μου θα είναι κάπου που ο ρόλος του παραγωγού είναι η αρχή και το τέλος. Έτσι, βρίσκομαι ένα πολύ ζεστό μεσημέρι στα πολυάσχολα γραφεία του Badminton, μπροστά από τον άνθρωπο που ταυτίστηκε με την έννοια του θεάματος μεγάλης διαρκείας ή αλλιώς αυτό που θα αποκαλούσαμε «υπερπαραγωγή». Ο Μιχάλης Αδάμ μαζί με τη σύζυγό του Βανέσα, φέροντας την πολύχρονη εμπειρία της Αμερικής, πήραν το μεγάλο ρίσκο  της μετάκλησης, αλλά και της παραγωγής μεγάλων θεαμάτων, από μουσικές συναυλίες μέχρι μπαλέτα, μιούζικαλ κ.ο.κ. «Ο χώρος λειτουργεί από το 2007. Ξεκινήσαμε κάνοντας προτάσεις στο Φεστιβάλ Αθηνών και στο Μέγαρο Μουσικής, αυτό ήταν πιο ασφαλές. Στην Αμερική είχαμε μπλεχτεί με παραγωγές, με το World Music Institute και κατά καιρούς με έπιαναν μουσικές εμμονές από Ινδιάνους μέχρι gospel. Στην αρχή λοιπόν κάναμε μετακλήσεις, αλλά γρήγορα είπαμε «γιατί να περιμένουμε να εγκριθεί μια πρόταση από το Φεστιβάλ και να μην το κάνουμε μόνοι μας;». Από ένα σημείο και μετά ήταν και τα παιδιά του Half Note μαζί μας. Αυτά χωρίς κρατική ενίσχυση με όλο το ρίσκο που είχε». Μέρος της δουλειάς του είναι να ταξιδεύει με τη σύζυγό του και να βλέπουν παραστάσεις. Όπως μου εξομολογείται, ένας τέτοιος απαιτητικός χώρος δε διαθέτει την πολυτέλεια να έχει ένα ομοιόμορφο πρόγραμμα με συγκεκριμένο στίγμα. Στο άκουσμα του δίπολου εμπορικό-ποιοτικό ο κ. Αδάμ αντιδρά: «Εγώ διαφωνώ κάθετα με τον όρο, δεν πιστεύω ότι υπάρχει ποιοτικό και εμπορικό. Το εμπορικό που είναι στην Ελλάδα συνώνυμο του αποκρουστικού είναι μύθος. Δεν υπάρχει κάτι εμπορικό που να μην είναι και ποιοτικό. Η Πίνα Μπάους και η Αριάν Μούσκιν, όπου κι αν ανέβαζαν παραστάσεις τους, ήταν sold out». Ο ίδιος επιδιώκει να εμπλέκεται δημιουργικά σε όλα τα στάδια. «Ο παραγωγός είναι ο εκπρόσωπος των θεατών μέχρι να βγει η παράσταση στο κοινό. Εγώ έχω λόγο από τα κείμενα μέχρι τα κοστούμια, στα πάντα! Ο παραγωγός είναι, για μένα, δημιουργός, δεν κάνει το σκηνοθέτη ή τον ενδυματολόγο, αλλά είναι involved. Πρέπει να έχει σοβαρή γνώση γύρω από την τέχνη και να έχει εμπειρία». Η επιτυχία για εκείνον έχει να κάνει και με το ένστικτο. Όταν έφεραν για πρώτη φορά τους Tiger Lillies στην Αθήνα, άγνωστους και περίεργους για το κοινό τότε, τις πρώτες μέρες παρακαλούσαν τον κόσμο να μπει μέσα. Χάρη στην απόφασή του να κλείσει το θίασο για σαράντα παραστάσεις, στο τέλος έκαναν επιτυχία. Λειτούργησε το «word of mouth».

Μια ιδιαιτερότητα στην παραγωγή αυτών των θεαμάτων είναι οι απαιτήσεις των σταρ, όπως ο David Copperfield που ήθελε τέσσερις σουίτες, τις τρεις για τις κοπέλες που τον επισκέπτονταν. «Εμείς συνδιαλεγόμαστε κυρίως με εταιρείες που έχουν το management, αν διαπραγματεύεσαι με τον μάνατζερ των U2 είναι σαν να μιλάς με τους ίδιους. Οι Rolling Stones και η Madonna θέλουν το 97% των εισπράξεων, θεωρούν δεδομένο ότι όποιος έρθει, θα έρθει για αυτούς, όχι επειδή θα κάνει κάτι ο διοργανωτής». Αναρωτιέμαι φωναχτά ποιος έχει το πάνω χέρι στα μεγάλα θεάματα. «Ο παραγωγός κοντράρει με το σκηνοθέτη πολλές φορές, αλλά ο παραγωγός είναι το αφεντικό. Ο σκηνοθέτης που θα μου πει ότι θα κάνει ό,τι θέλει απλά δε θα τον προσλάβω».

Έναν αιώνα πριν, ένας αντίστοιχος παραγωγός, ιμπρεσάριος μάλλον ταιριάζει καλύτερα, είχε καταφέρει να γίνει ο ίδιος σταρ. Ο Σεργκέι Ντιαγκίλεφ δεν ήταν χορευτής, αλλά έκανε όλο τον κόσμο να μιλάει για τα Ρώσικα Μπαλέτα του. Είχε αναμφίβολα τη στόφα του καλλιτέχνη, αφού είχε το ένστικτο και τη γνώση να επενδύει στους πιο ανερχόμενους καλλιτέχνες και να βάλει τα δικά του «πινέλα στο ατελιέ». Ο Ζαν Κοκτό έγραψε ότι κάποτε αναγκάστηκε να «πεθάνει και να αναστηθεί» προκειμένου να τον εντυπωσιάσει.

Φωτογραφίες (εκτός από τη φωτ. 3): Nάντια Δρακούλα