Δυο γυναίκες γεννούν μαζί. Έχουν μια βασική διαφορά, αλλά και ένα βασικό κοινό στοιχείο. Η διαφορά είναι ηλικιακή, καθώς η μια είναι στα σαράντα και η άλλη στα πρόθυρα ακόμη της ενηλικίωσης, το κοινό στοιχείο έχει να κάνει με την απουσία των πατεράδων, αλλά και γενικότερα των ανδρών, από το μαιευτήριο και σε μεγάλο βαθμό κι απ’ τη ζωή τους. Η οικογένειά τους θα είναι μονογονεϊκή. Τουλάχιστον η μικρότερη θα έχει στο σπίτι για βοήθεια τη μαμά της. Έτσι νομίζει δηλαδή. Αλλά η ζωή θα τα φέρει αλλιώς και αλλιώς και αλλιώς. Όπως κάνει τις περισσότερες φορές άλλωστε. Κι οι δυο γυναίκες θα ξαναβρεθούν και θα ξανασυνδεθούν με τρόπο ανεξίτηλο.

Κι ενώ οι «Παράλληλες Μητέρες» διηγούνται στο κυρίως σώμα τους την ιστορία των δύο γυναικών, ο Πέδρο Αλμοδόβαρ, στον πρόλογο και πολύ περισσότερο στον επίλογο, στρέφει το βλέμμα του σε ένα πεδίο που δεν μας έχει συνηθίσει να το στρέφει κινηματογραφικά: στην ιστορία με γιώτα κεφαλαίο, στη μεγάλη ιστορία, στην Ιστορία της Ισπανίας, σε τραύματα και πληγές που δεν έχουν ακόμη πλήρως επουλωθεί, στους 100.000 «εξαφανισμένους» του ισπανικού εμφυλίου και των πρώτων ετών της εξουσίας του Φράνκο.

Η ταινία ξεκινά το 2016, όταν ο τότε πρωθυπουργός Ραχόι λέει πως δεν υπάρχουν άλλα κονδύλια για την επιτροπή διατήρησης εθνικής μνήμης, απόφαση που επηρέασε τις έρευνες που γίνονταν για την ανεύρεση εκτελεσθέντων που βρίσκονταν θαμμένοι χωρίς κηδεία σε διάφορα σημεία της ισπανικής γης. Η μεγαλύτερη από τις δύο ηρωίδες -η Πενέλοπε Κρουζ- έχει βάσιμες πληροφορίες για το πού περίπου ήταν θαμμένος ο προπάππους της μαζί με άλλους συγχωριανούς του και θέλει να τον βρει.

Πρόγονοι, απόγονοι και στη μέση εμείς. Το παιδί που φέρνει στη ζωή η Κρουζ το συνέλαβε από έναν άνδρα που εμπλέκεται στις έρευνες που κάνει για τον προπάππου της. Ενσαρκώνει μια ηρωίδα που δεν ζει εκτός της Ιστορίας, έχει ιστορική μνήμη, έχει καταγωγή, έχει ρίζες, έχει πρόσημο. Η άλλη ηρωίδα όμως, η άλλη μητέρα, είναι το ακριβώς αντίθετο: μοιάζει να έρχεται από έναν ανιστορικό και απολίτικο χωρόχρονο, όχι όμως λόγω διαφοράς γενεών, αλλά γιατί η δική της ευκατάστατη οικογένεια είχε προτιμήσει να κινείται -ή να προσποιείται και στον ίδιο της τον εαυτό ότι κινείται- εκεί. Προφανώς επειδή η Ιστορία δεν κουβαλούσε για αυτούς ανάλογα τραύματα, προφανώς επειδή ήταν με την πλευρά των νικητών, με την πλευρά εκείνων που εξουσίασαν για μεγάλο μέρος του εικοστού αιώνα τη χώρα.

Εκτελεσμένοι αγνοούμενοι του εμφυλίου, θαμμένοι σε ομαδικούς μυστικούς τάφους: δεν θα του έβγαινε του Αλμοδόβαρ να κάνει ταινία με βασική του θεματική αυτή, δεν είναι αυτό το σινεμά του, ήθελε να μιλήσει για το ζήτημα αλλά εντάσσοντάς το στη γλώσσα του, το ύφος του, τον κόσμο του. Ως εδώ καμία απολύτως αντίρρηση. Το πρόβλημα όμως με τις «Παράλληλες Μητέρες» είναι ότι, παρόλη την προσπάθεια του Αλμοδόβαρ να βρει ένα κοινό νήμα ανάμεσα στη ιστορία των δύο γυναικών (που κυρίως διηγείται) και τη μεγάλη Ιστορία, καταλήγει να μοιάζει να έχει γυρίσει δυο διαφορετικές ταινίες: μια μεγάλου μήκους για τις μητέρες και μια μικρού μήκους για τους εκτελεσθέντες.

Και το ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι το βάρος, το δράμα, ο πόνος και το μέγεθος που φέρει η Ιστορία στον επίλογο των «Παράλληλων Μητέρων», καταλήγουν παρά την πρόθεσή του να αντιδιαστέλλονται εμφατικά με όλα όσα έχουν προηγηθεί στο κύριο σώμα της ταινίας, με όλο αυτό το τεχνητό μελό, με όλη αυτή τη σώρευση απιθανοτήτων, με τις οποίες γεμίζει τις ζωές των ηρωίδων του. Φέρνοντάς μας δηλαδή στο τέλος αντιμέτωπους με το μεγάλο ιστορικό δράμα, φαντάζουν δραματουργικά αμήχανα ( ; ), άσκοπα ( ; ), ανόητα ( ; ), πολλά από τα δράματα που αντιμετωπίσαμε λίγο νωρίτερα ως θεατές της μυθοπλασίας των «Παράλληλων Μητέρων».

Μια πολύ μεγάλη απιθανότητα δημιουργεί την πρώτη what the fuck κατάσταση. Μια δεύτερη μεγάλη απιθανότητα έρχεται να επιπέσει πάνω στην πρώτη, δημιουργώντας ακόμη πιο what the fuck επιπλοκές και βουτώντας μας για τα καλά στην επικράτεια του μελό. Ευτυχώς, παρά τα εντελώς δραματικά γεγονότα, ο Αλμοδόβαρ κρατά αρκετά μεγάλη απόσταση από τον εστιασμό στον πόνο που προξενούν. Όσο όμως κι αν αυτό είναι θετικό στοιχείο, όσο κι αν όντως θα αδικούσαμε την ταινία αν λέγαμε ότι προσπαθεί να εκβιάσει τη συγκίνησή σου, όσο κι αν όντως μέσα απ’ όλη την σαπουνοπερική καραμπόλα απιθανοτήτων η μπίλια καταλήγει στην αισιόδοξη και φωτεινή πλευρά των πραγμάτων, από την άλλη σε κάνει να αναρωτιέσαι: ωραία λοιπόν, κι όλο αυτό τελικά γιατί; Τι την χρειαζόμασταν αυτή τη μεγάλη διαδήλωση των απιθανοτήτων;

Δυο μητέρες μωρών που θέλουν να τους αφιερωθούν και η μητέρα της μιας που βάζει την καριέρα της πάνω απ’ την έφηβη κόρη της, που πρέπει να μεγαλώσει μόνο της ένα μωρό. Την κόρη την πληγώνει μεν αυτό, αλλά ταυτόχρονα το εισπράττει και ως μάθημα: «θα πάρω τουλάχιστον από τη μάνα μου την επιθυμία να ζήσω» λέει. Δεν ξέρω αν λειτουργούν έτσι και στην πραγματικότητα τα πράγματα, δεν ξέρω αν τα παιδιά με τραύματα χωρισμού ή απόρριψης απ’ τους γονείς τους εισπράττουν αυτή την επιθυμία για ζωή ως κάτι καλό, ή αν αντίθετα τη δαιμονοποιούν, προτάσσοντας ως υπέρτατες αξίες άλλα κριτήρια, όπως την αφοσίωση, τη μη διαρραγή των σχέσεων κλπ, ξέρω όμως ότι η μάνα της έφηβης μητέρας έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό. Δεν πουλάει φούμαρα, λέει έτσι επέλεξα να ζήσω, αυτή είμαι, ακόμα κι αν δεν μου αρέσει κι εμένα που δεν έχω ιδιαίτερο μητρικό ένστικτο, πήρα εν πάση περιπτώσει μια απόφαση και δεν θα προσπαθήσω να την εξωραΐσω. Και γνώμη μου είναι ότι ο κυνισμός απέναντι στους άλλους και ο κυνισμός ως κοσμοθεωρία είναι απεχθή χαρακτηριστικά, αλλά ο κυνισμός απέναντι στον εαυτό μας και τις επιλογές μας ίσως και να εμπεριέχει μια αυτοκριτική εντιμότητα.