Νότια Κορέα, φτωχοσυνοικία, ημιυπόγειο σπίτι, τετραμελής οικογένεια, μεσήλικοι γονείς, τα παιδιά ένα αγόρι και ένα κορίτσι λίγο πάνω  απ’ τα είκοσι. Η μάνα ήταν παλιά πρωταθλήτρια της σφυροβολίας, ο πατέρας γνώρισε καλύτερες μέρες αλλά οι δουλειές που έκανε φαλίρισαν, ο γιος έχει προσπαθήσει ανεπιτυχώς να μπει στο Πανεπιστήμιο, η κόρη έχει διάφορα ταλέντα και δεξιότητες αλλά είναι άνεργη κι αυτή. Με το καλημέρα τα «Παράσιτα» κάνουν μια ενδιαφέρουσα τομή: παρουσιάζουν μια οικογένεια η οποία ζει στην παρούσα φάση κάτω από το όριο της φτώχειας, αλλά με τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα να κλείνει η απεικόνιση της φτώχειας δεν μπορεί να γίνεται με όρους Καρόλου Ντίκενς και 19ου αιώνα, ζούμε πλέον σε έναν κόσμο που διαπλέκεται αδιάσπαστα με τον ψηφιακό: οι ήρωές μας ψάχνουν με τα κινητά τους εναγωνίως WiFi, ο αποκλεισμός τους από τον ψηφιακό κόσμο δεν είναι η στέρηση κάποιας πολυτέλειας ή κάποιας φυγής, το να έχεις σύνδεση σήμερα είναι εξίσου απαραίτητο με το να έχεις κάτι να φας και να μην παγώνεις από το κρύο.

Στον γιο της οικογένειας παρουσιάζεται ξαφνικά μια ευκαιρία δουλειάς: να κάνει μαθήματα αγγλικών στην έφηβη κόρη μιας άλλης τετραμελούς οικογένειας, ιδιαίτερα εύπορης, με εντυπωσιακό πολυτελές σπίτι, με δυο πανάκριβα αυτοκίνητα, με εσωτερική οικονόμο, με τον πατέρα να είναι ο μόνος που δουλεύει και που βγάζει όλα αυτά τα λεφτά. Ο γιος πάει συστημένος από τον φίλο του και προκάτοχό του στα μαθήματα, από έναν κανονικό φοιτητή (και θα πάει συστημένος ακριβώς γιατί ο φίλος του δεν εμπιστεύεται συμφοιτητές του, θεωρώντας ότι μπορεί με το στάτους τους και τον αέρα τους να γοητεύσουν την κοπέλα, σε αντίθεση με τον ακίνδυνο φτωχοδιάβολο). Ο γιος έχει όλα τα ουσιαστικά προσόντα για να της κάνει αγγλικά, όχι όμως τα τυπικά.

Όλα τα υπόλοιπα μέλη της φτωχής οικογένειας είναι απόλυτα ικανά να παράσχουν υπηρεσίες και μισθωτή εργασία, αναλαμβάνοντας την κάλυψη αναγκών ο καθένας ενός μέλους της πλούσιας. Για να το κάνουν όμως, θα επιδοθούν σε μια σειρά εξαιρετικά ευρηματικών σεναριακά και εξαιρετικά διασκεδαστικών για τον θεατή των «Παρασίτων» δολοπλοκιών. Και θα το κάνουν με τρόπο που ενώ ξεκινάει από το δεν παθαίνει κανένας τίποτα, κλιμακώνεται με σοβαρότατες συνέπειες στη ζωή άλλων, άλλων που είναι λίγο πολύ σαν αυτούς, που ανήκουν λίγο πολύ στην τάξη τους, που ο μισθός τους θα τους φτάσει αν είναι για να ζήσουν, όχι για να έχουν άλλους ανθρώπους στη δική τους δούλεψη, όχι για να ζουν σε σπιταρόνα, όχι για να έχουν πολυτελή αυτοκίνητα.

Κι όταν ο θεατής έχει μπει για τα καλά στο ρούχο της μαύρης κωμωδίας, ο Μπονγκ Τζουν – χο θα ξεκινήσει να μετακινεί τον άξονα της αφήγησης του, με μεγάλη μαεστρία και χειρουργικές κινήσεις, έχοντας ήδη φυτέψει εμβόλιμα στο αριστοτεχνικό του σενάριο σπόρους που θα βγάλουν τους καρπούς τους στο φινάλε, όταν πια κάθε χαμόγελο και κάθε ευφρόσυνη διάθεση θα έχει κοπεί μαχαίρι. Τα «Παράσιτα» θα αλλάξουν μεν στην πορεία ύφος, αλλά διηγούνται από την αρχή ως το τέλος με συνέπεια την ίδια ιστορία, μια ιστορία που χτίζεται μεθοδικά, μέχρι να μπουν όλα τα κομμάτια του παζλ στη θέση τους και να σχηματιστεί μπροστά στα μάτια μας η πλήρης εικόνα.

Και η πλήρης εικόνα δεν μπορεί να είναι ποτέ μόνο εκείνη της ηθικής αξιολόγησης του ενός ή του άλλου προσώπου, ή εν προκειμένω της μιας ή της άλλης οικογένειας. Σε μια σκηνή τα μέλη της φτωχής συζητούν για τα μέλη της πλούσιας, η κουβέντα φτάνει στη μάνα της πλούσιας και συμφωνούν ότι παρότι είναι πλούσια, είναι καλός άνθρωπος. Παρεμβαίνει τότε η μαμά και διορθώνει: όχι παρότι – επειδή. Επειδή είναι πλούσια είναι καλός άνθρωπος. Δεν έχει κανένα λόγο να είναι μοχθηρός, μικρόψυχος, χειριστικός, διπρόσωπος, απατεώνας ένας άνθρωπος που δεν του έλειψε ποτέ τίποτα και δεν χρειάζεται να αγχώνεται για τα χρήματα.

Με τον Χρυσό Φοίνικα απ’ τις Κάννες στις αποσκευές τους, τα «Παράσιτα» φέρνουν σχεδόν αναπόφευκτα στο μυαλό τον περσινό Χρυσό Φοίνικα, τους «Κλέφτες Καταστημάτων» του Χιροκάζου Κόρε-Έντα, όχι μόνο για τη θεματολογία τους, αλλά και για το γεγονός ότι πρόκειται για δύο ταινίες από την Άπω Ανατολή. Όσα κοινά στοιχεία κι αν έχουν όμως οι δύο Φοίνικες, οι «Κλέφτες Καταστημάτων» είναι έργο που αποσκοπεί -ή πάντως σε κάθε περίπτωση πετυχαίνει- να κερδίσει τη συγκίνηση του θεατή, ενώ τα «Παράσιτα» έχουν κάτι πιο σκληρό, πιο καυστικό, σε επηρεάζουν συναισθηματικά από άλλους δρόμους, δεν είναι ένα έργο στο οποίο θα στραφείς για να βρεις παρηγοριά και καταφύγιο, είναι ένα έργο που θα σε αφήσει στο τέλος του περισσότερο ταραγμένο απ’ ό,τι σε παρέλαβε. Κι ενώ ανάμεσα στα δύο είναι οι «Κλέφτες Καταστημάτων» που πατάνε πιο πολύ σε έναν ρεαλισμό από τον οποίο δεν ξεφεύγουν ποτέ, κι ενώ απεικονίζουν κι αυτοί μια πραγματικότητα προφανώς πολύ τραχιά, κι ενώ σε καμία περίπτωση δεν εξιδανικεύουν χαρακτήρες αλλά τους προσδίδουν και συμφεροντολογικά και κυνικά χαρακτηριστικά, δεν παύουν να διέπονται από μια στοργή, μια ζεστασιά κι έναν λυρισμό.

Ένα έργο που θα σε αφήσει στο τέλος του περισσότερο ταραγμένο απ’ ό,τι σε παρέλαβε

Τα «Παράσιτα» όμως δεν αφήνουν χώρο για τέτοια λυτρωτικά συναισθήματα. Η δική τους λύτρωση είναι εντελώς άλλης κατεύθυνσης. Η πραγματικότητα που παρουσιάζουν (η οποία ενώ κι αυτή πατά στον ρεαλισμό, παίρνει κάποιες ελευθερίες μέσω της φόρμας της μαύρης κωμωδίας και του θρίλερ) είναι μια πραγματικότητα αιχμηρής ταξικής μοιρασιάς του κόσμου ανάμεσα σε εκείνους που έχουν πάρα πολλά και σε εκείνους που έχουν πολύ λίγα. Παρουσιάζουν με τον πιο αφοπλιστικό τρόπο τις συνέπειες των ταξικών ορίων ανάμεσα στην ελίτ και την πλέμπα, ορίων τα οποία ενέχουν μια αδικία και μια χυδαιότητα η οποία πηγαίνει πολύ πέρα από την ατομική ηθική του κάθε μέλους της ελίτ ή της πλέμπας. Δεν είναι ηθικά καταδικαστέοι οι ήρωες της πλούσιας οικογένειας. Δεν προκύπτει καν από πουθενά ότι τα πλούτη της οικογένειας προέρχονται από δραστηριότητες επαγγελματικές γκρίζας ζώνης. Ηθικά καταδικαστέοι είναι οι ήρωες της φτωχής. Αλλά αν τα «Παράσιτα» μας δείχνουν κάτι είναι ακριβώς αυτά τα δύο πράγματα: 1) πόσο πιο καταδικαστέα ηθικά είναι η ταξική ανισότητα και 2) πόσο όταν ζεις εντός της μίας ταξικής πραγματικότητας, η χυδαιότητά σου δεν προκύπτει από κάποιο δικό σου ηθικό ελάττωμα, προκύπτει ακριβώς από το ότι ζεις σε μια πραγματικότητα τα συστατικά της οποίας και τα όριά της οποίας σου φαίνονται φυσικά και αυτονόητα.

Στους «Κλέφτες Καταστημάτων» μπορούσε μια πάμφτωχη οικογένεια να είναι πιο χαρούμενη και να ζει μια ζωή γεμάτη συναισθηματικές ανταμοιβές. Τα «Παράσιτα» δεν στέκονται εξ ορισμού απέναντι από αυτήν τη θέση, έρχονται όμως να συμπληρώσουν την εικόνα, στρέφοντας το βλέμμα στη μεγαλύτερη. Εν πάση περιπτώσει μπορεί ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του ο κάθε θεατής να προτιμά τη μία από την άλλη, προσωπικά θεωρώ -και δεν λέω κάτι που δεν είναι και το γενικό κονσένσους- ότι και οι δύο είναι με τον διαφορετικό τους τρόπο πάρα πολύ σημαντικές ταινίες. Ίσως όμως ακόμη πιο κοντά στα «Παράσιτα» κι απ’ τους «Κλέφτες Καταστημάτων» , να είναι μια άλλη πολύ πρόσφατη ταινία, το «Eμείς» του Τζόρνταν Πιλ. Η αλληγορία του «Εμείς», με τις οικογένειες του κάτω κόσμου που μοιάζουν σαν μια σταγόνα νερό με τις οικογένειες του πάνω κόσμου και σκάνε μια μέρα έξω από την πόρτα των σπιτιών των οικογενειών τους, έτοιμες για να τα καταλάβουν, είναι πάρα πολύ κοντά στην οπτική και στο πόιντ των «Παρασίτων».

«Ξέρετε ποιο σχέδιο δεν αποτυγχάνει ποτέ;», θα ρωτήσει ο πατέρας της φτωχής οικογένειας. «Κανένα σχέδιο», θα απαντήσει μόνος του. «Όλα, μα όλα, τα σχέδια αποτυγχάνουν, τίποτα δεν μπορεί να πάει όπως το προβλέψαμε». Η ζωή πάντα μεσολαβεί κι ανακατεύεται με τα σχέδιά μας. Και ή τα διαλύει ή τα τροποποιεί. Πάντως τα αλλάζει. Ας μην σχεδιάζουμε προτείνει ο πατέρας. Ας μην σχεδιάζουμε γιατί δεν έχει νόημα. Υπ’ αυτήν την έννοια και να μην ονειρευόμαστε; Ας ονειρευόμαστε. Αλλά όχι βάσει σχεδίων. Ας ονειρευτούμε μια ροή. Όλα τα δείχνει η ροή των πραγμάτων, όχι ο σχεδιασμός τους.