Ο Χάρολντ Πίντερ, συγγραφέας που τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ –άρα γνωστός, όνομα οικείο στον μέσο θεατή- είναι ένας από τους πλέον δυσπρόσιτους, ερμητικούς, εσωστρεφείς δημιουργούς του παγκόσμιου θεάτρου. Απορίας άξιον πώς ανεβαίνει τόσο συχνά στην Ελλάδα. Ευθύνεται η αναγνωρισιμότητα του ονόματος; Η υπερφιλοδοξία των σκηνοθετών; Κάποιος που χρησιμοποιεί διακριτές, ξεχωριστές λέξεις για τη σιωπή (silence) και την παύση (pause) σίγουρα απαιτεί συγκεκριμένες δεξιότητες από όποιον θα επιχειρήσει να τον ανεβάσει.

Επιπλέον, το βρετανικό φλέγμα και χιούμορ διαποτίζει όλους τους χαρακτήρες του, προσδίδοντάς τους τοπικά χαρακτηριστικά που προσθέτουν έναν ακόμη βαθμό δυσκολίας σε όποιον αλλοδαπό επιχειρεί να τους προσεγγίσει. Φημολογείται πως κάποτε ο Τζέιμς Τζόυς είπε: Μου πήρε 17 χρόνια να γράψω το Finnegans Wake, και δεν βλέπω για ποιο λόγο να πάρει σε κάποιον λιγότερα για να το διαβάσει. Δεν καταγράφεται κάποια ανάλογη αποστροφή του Πίντερ προς τους επίδοξους σκηνοθέτες του. Αυτό δεν σημαίνει πως μπορούν να ευελπιστούν να τον ερμηνεύσουν αβρόχοις ποσίν.

Ο Γιώργος Παλούμπης είναι ένας σκηνοθέτης που έχει σημειώσει αρκετές επιτυχίες τα τελευταία χρόνια. Το στυλ του είναι γνωστό: δίκην γενειοφόρου νεράιδας, αγγίζει τα έργα με το μαγικό του ραβδί μεταμορφώνοντας τα πάντα σε ρεαλισμό. Υπάρχουν όμως κείμενα που όχι απλώς δεν προσφέρονται, αλλά δεν ανέχονται καν παρόμοια αντιμετώπιση. Ένα από αυτά είναι και το «Πάρτυ Γενεθλίων». Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει πως ο συγγραφέας χρησιμοποιούσε ρεαλισμό όταν ανέβαζε ο ίδιος τα έργα του. Όμως εκείνος χρησιμοποιούσε το τοπικό στοιχείο που ανέφερα πριν, βάζοντας τους συμπατριώτες του μπροστά σε έναν παραμορφωτικό καθρέφτη: εντελώς άλλη λειτουργία.

Εδώ η σκηνοθετική αντιμετώπιση υπονομεύει τον ίδιο τον χαρακτήρα ενός έργου όπου όλα παραμένουν ανοίκεια και ανεξήγητα. Δεν υπήρχε πιο καταστροφική προσέγγιση από τη μετατόπιση της παράστασης σε εδάφη που μπορεί να είναι οικεία για τον ίδιο, αλλά εντελώς λάθος για τον Πίντερ.

Απολύτως εσφαλμένη αποδείχτηκε η επιλογή του Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη για τον ρόλο του Στάνλεϋ. Ο καλός ηθοποιός δεν έδειξε στιγμή να διαθέτει τους υποκριτικούς κώδικες που απαιτεί ένα τέτοιο έργο, και κινήθηκε στις κατευθύνσεις που έχει συνηθίσει τα τελευταία χρόνια να ακολουθεί. Δεν είναι κακό να κάνει κανείς διαφορετικές επιλογές, αλλά ο Πίντερ ανήκει στους συγγραφείς που απαιτούν μια συγκεκριμένη πορεία για να μπορέσει κανείς να ερμηνεύσει κείμενά του με επιτυχία. Δεν τον βοήθησαν ούτε οι ικανότητες, ούτε η (εν μέρει) καταγωγή του. Εικάζω εκ του αποτελέσματος πως ούτε ο σκηνοθέτης του τον βοήθησε: δεν διέκρινα πουθενά μια κατεύθυνση που θα τον οδηγούσε να βρει τον δύσκολο ρόλο του.

Ο Γιάννος Περλέγκας και ο Γιάννης Στεφόπουλος προσέγγισαν πιο επιτυχημένα τους δύο «εισβολείς». Η απειλητική θρασύτητα του πρώτου και ο βίαιος αυτισμός του δεύτερου πλησίαζαν περισσότερο τις απαιτήσεις του πιντερικού εφιάλτη. Δυστυχώς, και οι δύο κινήθηκαν μόνοι: πουθενά δεν συναντήθηκαν επί σκηνής. Αν είχαν καταφέρει να συντονιστούν, πιθανόν ως δίδυμο να είχαν μπορέσει να μετατοπίσουν τον άξονα της παράστασης. Όμως παρέμειναν μέχρι τέλους ασύμβατοι, απομονωμένοι.

Η Αθηνά Τσιλύρα, πιθανώς ακλουθώντας τη σκηνοθετική γραμμή, βρέθηκε να παίζει ηθογραφία –ό,τι πιο ακατάλληλο για την περίσταση. Ανοίγοντας την παράσταση σε τόσο φάλτσο τόνο, το παιχνίδι έμοιαζε χαμένο από νωρίς. Βρισκόταν σε άλλο έργο, άλλο περιβάλλον, άλλη χώρα. Ανεξήγητο το πώς αφέθηκε -ή καθοδηγήθηκε- σε τόσο εσφαλμένο δρόμο.

Ο Φώτης Θωμαΐδης, με την απαθή, αμετακίνητη παραίτησή του, θα μπορούσε να ανήκει στον κόσμο του Πίντερ, αν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα το επέτρεπε. Ως ζευγάρι με την Τσιλύρα, δεν ήταν εφικτό να δημιουργήσει από μόνος του αυτό που απαιτούσε ο συγγραφέας. Η καλή του προσπάθεια έμεινε μετέωρη.

Ούτε η Άλκηστις Ζιρώ μπορούσε από μόνη της να ξεφύγει από τη σχηματικότητα του ρόλου του αθώου θύματος που παρασύρεται από τους εισβολείς. Ούτε όφειλε να το κάνει άλλωστε. Εκτός από περιπτώσεις εμπειρότατων ηθοποιών, συνήθως οι μικρότεροι ρόλοι ακολουθούν τη γενική κατεύθυνση.

Φυσικά και δεν απαγορεύεται καμία προσέγγιση κανενός έργου. Όταν όμως κάποιος έχει επιλέξει έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο για να κάνει θέατρο και δεν επιθυμεί να παρεκκλίνει από αυτόν για τις ανάγκες του εκάστοτε κειμένου με το οποίο καταπιάνεται, τότε καλό είναι να φροντίζει να επιλέγει αυτά που ταιριάζουν στη φόρμα που υπηρετεί -όχι να ξαπλώνει στην προκρούστεια κλίνη οτιδήποτε του φανεί ενδιαφέρον.

Αν πάλι ο σκηνοθέτης πίστεψε πως αυτή η φόρμα ήταν κατάλληλη για να αποδοθεί ένας εφιάλτης όπως το «Πάρτυ Γενεθλίων» ενός συγγραφέα όπου όσα λέγονται δεν έχουν μεγάλη σημασία και όσα έχουν σημασία ουδέποτε λέγονται, τότε έπρεπε να διαπιστώσει έγκαιρα ότι το αποτέλεσμα δεν τον δικαιώνει και να αλλάξει ρότα. Διαφορετικά το αποτέλεσμα είναι αδιέξοδο όπως αυτό που είδαμε επί σκηνής.

Info παράστασης:

Πάρτυ Γενεθλίων | Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης