2019. Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Δέκα και είκοσι το πρωί. Ένα σπίτι κάπου στην Αθήνα. Ακαταστασία. Δύο τηλεοράσεις να μιλάνε μόνες τους. Ένας άντρας (ο Τάσος), βουλιαγμένος σε μια πολυθρόνα καπνίζει, πίνει, σημειώνει κάτι κάπου. Μια γυναίκα (η Μαρίνα), με μια μάσκα ομορφιάς στο πρόσωπο, φτιάχνει καφέ. Ένα νέο κορίτσι, η κόρη (Νικολέτα), ημίγυμνο, πλένει τα δόντια του. Ο χώρος γεμάτος με ό,τι βρίσκει συνήθως κανείς σε ένα παρατημένο μεσοαστικό σπίτι: παλιά έπιπλα, εικόνες αγίων, συσσωρευμένο καλαμπαλίκι. Κι ένα ηλεκτρονικό ρολόι που μετρά τα λεπτά λίγο πριν φύγει το 2019. Και η μάχη ξεκινά.

Τη σιωπή σκίζει η Μαρίνα. Επιτίθεται στον Τάσο. Βρίζονται σαν αγρίμια. Εκείνος χρωστάει. Παντού. Προσπαθεί να βρει λύση. Από την πολυθρόνα. Εκείνη, κλεισμένη στο σπίτι, έχει παρατήσει την καριέρα της για να αφοσιωθεί στην κόρη της. Και φροντίζει παράλληλα την πεθερά της. Η πεθερά χέζεται και η Μαρίνα την ξεσκατώνει. Καταφθάνει ο αδελφός της, ο Σήφης. Κουβέντες για ένα κορίτσι που εκείνος γκάστρωσε. Κουβέντες για εκτρώσεις, χυσίματα, χεσίματα. Κουβέντες για κρίσεις πανικού (του Τάσου). Από τα ενδότερα ένα κλαρίνο παίζει αδέξια νότες βγαλμένες από ταινία του Ταραντίνο. Η ζωώδης φύση του ανθρώπου είναι εδώ, από την πρώτη στιγμή, το πρώτο λεπτό. Αυτό που θα ακολουθήσει είναι ένα δαιμονισμένο ξέσκισμα ψυχών.

Ο Βασίλης Μπισμπίκης, που μας έδωσε πέρσι την πιο ερεθιστική έκπληξη της σεζόν με το Άνθρωποι και ποντίκια, ανεβάζει στο Θέατρο Αποθήκη μια παράσταση βασισμένη στον Πατέρα του Στρίντμπεργκ. Στον δρόμο του ωμού ρεαλισμού ξαναγράφει το έργο, τοποθετώντας το στην ελληνική πραγματικότητα της κρίσης. Η αέναη πάλη αρσενικού-θηλυκού, το παιδί ως λάφυρο στην εμπόλεμη σύρραξη ενός ζευγαριού, η οικογένεια ως τραυματικός τόπος, κύριες θεματικές του έργου του κορυφαίου Σουηδού δραματουργού, αναδεικνύονται μέσα από την ελεύθερη απόδοση του Μπισμπίκη (που εδώ υπογράφει και τη διασκευή-δραματουργία).

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο όμως που φέρνει η παράσταση είναι η επίδραση της οικονομικής κρίσης στις σχέσεις των ανθρώπων. Η υπόκωφη βία της κοινωνίας κατακυριεύει το άτομο, που δεν έχει άλλον τόπο για να εκπνεύσει τον θυμό του από τον χώρο της οικογενειακής εστίας. Ο παραδοσιακός χώρος της οικογενειακής θαλπωρής μετατρέπεται σε ρινγκ. Αρκεί ένα βλέμμα, μια ελάχιστη κίνηση, μια λέξη για να αρπάξει η οικογενειακή εστία φωτιά. Άνθρωποι αποπροσανατολισμένοι, ματαιωμένοι, κυριευμένοι από αυτοκαταστροφικό εγωισμό, ανήμποροι να ακούσουν στ’ αλήθεια τον διπλανό τους, τον άνθρωπό τους, ανήμποροι να αναλάβουν την ευθύνη της ύπαρξής τους σε μια κοινωνία τιμωρητική. Μια κοινωνία χαρακωμάτων. Όπου μόνον ο θάνατος μπορεί να γαληνέψει τα ένστικτα. Μόνον ο θάνατος μπορεί να φέρει κοντά τους ανθρώπους. Έτσι, εάν ο Πατέρας (1887) του Στρίντμπεργκ καθρεφτίζει τον, θεμελιωμένο σε μια δύσκολη παιδική ηλικία, μισογυνισμό του συγγραφέα του, απηχώντας ταυτόχρονα και το άγχος μιας εποχής απέναντι στις δειλές προσπάθειες χειραφέτησης των γυναικών, τότε η εκδοχή του Μπισμπίκη αντικατοπτρίζει τον ευνουχισμό των ονείρων, αλλά και τον πόλεμο των δύο φύλων στους δύσκολους καιρούς της οικονομικής και ηθικής κρίσης.

Η σκηνοθεσία δημιουργεί μια εύφλεκτη παράσταση από ένα εύφλεκτο υλικό. Οι εντάσεις οριακές. Χωρίς διακυμάνσεις. Το κάθε πρόσωπο ακούει μόνο ό,τι βολεύει τη διαιώνιση του καυγά. Αρπάζεται από κάθε λέξη, τη φτύνει σαν δηλητήριο στον απέναντι, θυματοποιείται διαρκώς. Κανείς δεν πείθει κανέναν. Όλα τα πρόσωπα λένε ψέματα για να καλύψουν τις πράξεις τους. Το ψέμα ως δεύτερο δέρμα. Το ψέμα ως τροφοδοσία της προσωπικής μυθολογίας του καθενός. Το ψέμα ως εργαλείο εξόντωσης του άλλου. Η συνεχής ένταση, ωστόσο, και ορισμένες άτσαλες δραματουργικές μεταβάσεις δεν βοηθούν στην ανάδειξη κινήτρων και ψυχολογικών πτυχών του χαρακτήρα του κάθε προσώπου. Έτσι, μέσα στη ζάλη της σκηνικής μάχης, χάνονται συχνά αυτές οι λεπτομέρειες-κέντημα που φωτίζουν το κάθε πρόσωπο και το δικαιώνουν στο πεδίο του τραγικού. Υπάρχει όμως και μια παράπλευρη σημαντική απώλεια: η ίδια η ποίηση. Εάν κάτι απογείωνε την παράσταση Άνθρωποι και ποντίκια ήταν ότι άγγιζε την υψηλή ποίηση μέσα από το μονοπάτι του νατουραλισμού. Αυτό όμως δεν συμβαίνει στον Πατέρα, όπου το όλο εγχείρημα εγκλωβίζεται στα στάσιμα νερά της βίας για τη βία.

Οι ηθοποιοί επιδίδονται σε απαιτητικές ερμηνείες που προϋποθέτουν φυσική κατάσταση και ψυχικό απόθεμα. Η Μαρίνα Ασλάνογλου μοιάζει να έχει εξαρχής έναν δαίμονα μέσα της, που δεν της επιτρέπει να χάσει τη μάχη, όποιο κι αν είναι το τίμημα. Τα λόγια της-μαχαίρια αγνοούν την επίδραση που έχουν πάνω στους άλλους ανθρώπους.

Ο Τάσος Ιορδανίδης ως Πατέρας είναι ο νεοέλληνας της κρίσης που ευνουχίστηκε, ωστόσο, δεν αναδεικνύει με ενάργεια την τραυματική σχέση με τη μητέρα του, ούτε τις μεταβάσεις που οδηγούν στα βίαια ξεσπάσματά του. Η μάνα της Γιάννας Σταυράκη, σαν βγαλμένη από μια άλλη μάνα, αυτή από το Ρέκβιεμ για ένα όνειρο του Αρονόφσκι, ανίκανη να συνδεθεί συναισθηματικά, φαίνεται να κουβαλά το τραύμα της Ελλάδας του Εμφυλίου. Η Νικολέττα Χαρατζόγλου (κόρη) και ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης (αδελφός) ανταποκρίνονται πειστικά στους ρόλους της έφηβης που επαναστατεί και του στερημένου, από οικογενειακή εστία, άντρα, αντίστοιχα.

Ο Πατέρας του Μπισμπίκη ανήκει αναμφισβήτητα σε μια ολόκληρη τάση «θυμωμένων» έργων και παραστάσεων –από το Στέλλα κοιμήσου του Γιάννη Οικονομίδη ως τα έργα του Αντώνη Τσιοτσιόπουλου (Εθνικός Ελληνορώσων), του Γιωργή Τσουρή (170 Τετραγωνικά), του Βαγγέλη Ρωμνιού (Χαρτοπόλεμος), ακόμη και την ακατάτακτη περίπτωση της Λένας Κιτσοπούλου– όπου η οργή για τη σαπίλα εκφράζεται εκρηκτικά, ωμά, αφτιασίδωτα. Βλέποντας την παράσταση σκεφτόμουν ότι αυτή η νέα τάση του ακραίου ρεαλισμού που χαρακτηρίζει ένα μεγάλο μέρος της νεοελληνικής δραματουργικής και σκηνοθετικής γραφής τα τελευταία χρόνια, μια τάση που γεννήθηκε στα χρόνια της κρίσης, ίσως είναι μια αντίδραση, μια κραυγή μιας μερίδας του ελληνικού θεάτρου προς τον σύγχρονο, αδυσώπητο κόσμο μας. Ίσως είναι μια «αντι-κανονική» αντίδραση σε μια νέα «κανονικότητα». Που θέλει να φωνάξει, να γιγαντώσει την ανυπακοή της, να δηλώσει το δικό της παρόν. Να χλευάσει την αιώνια φαντασίωση του ελληνικού μικροαστικού ονείρου έτσι όπως συνοψίστηκε στη φράση «να πιάσω την καλή», να αυτοσαρκαστεί με τις ήττες της, να βγάλει από τον λήθαργο μιας παρελθοντολογίας το νεοελληνικό έργο, να πειραματιστεί αιρετικά με κλασικά κείμενα, να μην αφήσει τίποτα όρθιο. Και, βγάζοντας τα σωθικά της στη σκηνή, να αντέξει, να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα, να δημιουργήσει, να προχωρήσει μπροστά. Και, από αυτήν την άποψη, ο Πατέρας του Μπισμπίκη μάς είναι πολύτιμος.

Info παράστασης:

Πατέρας | 8 Νοεμβρίου – 22 Δεκεμβρίου | Θέατρο Αποθήκη