Ορεινή επαρχία, μια γυναίκα περπατάει με τα δυο παιδιά της, έναν έφηβο γιο και μια μικρότερη κόρη. Φτάνει στην αυλή ενός εργοστασίου, ο φύλακας την ρωτάει που θέλει να πάει, του απαντάει ότι θέλει να δει τον διευθυντή, της λέει ότι δεν γίνεται, τότε εκείνη αρχίζει να μιλάει δυνατά και με μεγάλη ένταση: «Με λένε Mπίλιανα Στόικοβιτς. Είμαι γυναίκα του Νίκολα Στόικοβιτς. Έχετε απολύσει τον άντρα μου δυο χρόνια τώρα και του χρωστάτε ακόμα μισθούς και την αποζημίωσή του. Δεν μπορούμε να ζήσουμε άλλο έτσι, τα παιδιά μου πεινάνε. Έχω μαζί μου βενζίνη. Θα κάψω και εμένα και αυτά μαζί, αν δεν πληρώσετε ό,τι χρωστάτε».

Ο Νίκολα απασχολείται σε μια εποχιακή δουλειά του ποδαριού. Στο άκουσμα των νέων τρέχει αμέσως προς το βουνό να κόψει δρόμο. «Πού πας; Θα σε πάω εγώ με το μηχανάκι», του λέει κάποιος. Αλλά εκείνος έχει ήδη αρχίσει να τρέχει. Τρέχει γιατί θα πάει πιο γρήγορα έτσι; Όχι απαραίτητα. Τρέχει γιατί έτσι του βγαίνει να αντιδράσει, τρέχει ακούγοντας μια εσωτερική φωνή που δεν υπακούει στην ψυχρή λογική, αλλά στο συναίσθημα που τον κατακλύζει, στο συναίσθημα που έρχεται ως επιστέγασμα χρόνων ανέχειας και των μεγάλων ζοριών που νομοτελειακά την συνοδεύουν πάντα.

Όταν φτάνει στο νοσοκομείο, μαθαίνει ότι η γυναίκα του έχει υποστεί κάποια εγκαύματα, αλλά κυρίως νευρικό κλονισμό και δεν επικοινωνεί με τους γύρω της. Τα παιδιά δεν έχουν υποστεί καμία σωματική βλάβη. Μόνο μεγάλο σοκ. Και έχουν ήδη δοθεί σε ανάδοχη οικογένεια. Ο Νίκολα θα βρεθεί ενώπιον της αρμόδιας τοπικής επιτροπής της Πρόνοιας. Τα ερωτήματα των αρμοδίων βροχή. Ποιες είναι οι συνθήκες υπό τις οποίες μεγάλωναν; Τι είδους σπιτικό τους παρέχετε; Το ρεύμα κομμένο εδώ και δύο μήνες, τρεχούμενο νερό μόνο στον κήπο. Ο πρόεδρος της επιτροπής του εξηγεί ότι θέλει να τον βοηθήσει. Πάρε λίγες μέρες προθεσμία και διόρθωσε τα κακώς κείμενα. Φτιάξε το σπίτι σου μέχρι να έρθουμε να το ελέγξουμε. Ο Νίκολα κάνει ό,τι μπορεί προκειμένου να συμμορφωθεί στις υποδείξεις, αλλά οι υπηρεσίες δεν κρίνουν τις προσπάθειές του επαρκείς. Το συμφέρον των παιδιών επιβάλλει να παραμείνουν με την ανάδοχη οικογένεια. Και βλέπουμε. Μπορεί βέβαια να κάνει έφεση.

Ο Νίκολα αποφασίζει να πάει να παραδώσει την έφεση στο Βελιγράδι και στον υπουργό αυτοπροσώπως. Αποφασίζει επίσης να φτάσει ως εκεί με τα πόδια. Και μιλάμε για μια απόσταση μερικών εκατοντάδων χιλιομέτρων. Πηγαίνει στο Βελιγράδι με τα πόδια γιατί δεν έχει μία, αλλά όχι μόνο για αυτό, δεν προσπαθεί καν να κάνει οτοστόπ, το κάνει και ως μια κίνηση απόγνωσης. Η ίδια φωνή που του έλεγε τρέξε, η ίδια φωνή που δεν υπάκουγε στην ψύχραιμη στάθμιση των δεδομένων, είναι που τώρα ακόμα περισσότερο του λέει πήγαινε ως εκεί περπατώντας. Μήπως το κάνει σε έναν βαθμό για να αυτοτιμωρηθεί και να εξιλεωθεί για το αδίκημα της φτώχειας του, για το αδίκημα ότι έφτασαν τα πράγματα στην οικογένειά του ως το να αυτοπυρποληθεί η γυναίκα του και να του αφαιρέσει το κράτος τα παδιά του; Όχι· μάλλον όχι. Το κάνει για να εξισορροπήσει το άδικο. Το κάνει για να δείξει πόσο νοιάζεται για τα παιδιά του. Σαν να θέλει να υποβάλλει την έφεσή του όχι σε κάποια κρατική αρχή, αλλά σε κάποια άλλη ανώτερη υπαρξιακή αρχή. Σαν να ασκεί ένδικο μέσο κατά της ίδιας της ακραίας κοινωνικής αδικίας, αναλγησίας και υποκρισίας, που πρώτα έφερε την οικογένειά του στην έσχατη φτώχεια και μετά της παίρνει και τα παιδιά με αιτία ή πρόσχημα την έσχατη φτώχεια. Και ο τρόπος άσκησης του ένδικου μέσου δεν μπορεί να είναι μια απλή υποβολή εγγράφου, ο τρόπος άσκησής του είναι το να φτάσεις τον εαυτό σου στα όρια της κατάρρευσης πριν το υποβάλεις.

Όχι δεν είναι ένα σχέδιο για να καταφέρει έτσι να κερδίσει συμπάθεια και ευήκοα ώτα. Ο Νίκολα δεν είναι ένας άνθρωπος που ξέρει να χρησιμοποιεί τις δυνατότητες που του δίνει το σύστημα, πόσο μάλλον να το μανιπουλάρει. Δεν είναι στρατηγική, είναι ότι στα εντελώς ακραία προβλήματα, αντιστοιχούν μόνο εντελώς ακραίες αντιδράσεις. Όπως η απελπισία οδήγησε τη γυναίκα του στο απονενοημένο διάβημα, έτσι και αυτόν τον οδηγεί στο να πάει στο Βελιγράδι υποφέροντας. Δεν κάνουν όσα κάνουν με άξονα ούτε τη λογική ούτε την αποτελεσματικότητα. Κάνουν όσα κάνουν γιατί τους έπνιξε το δίκιο και κείτονται πάρα πολύ καιρό μέσα του πνιγμένοι, χωρίς να φιλοτιμηθεί να τους ανασύρει και να τους αναστήσει κανείς.

Κι ο Νίκολα ξεκινά το μακρύ ταξίδι του για το Βελιγράδι. Κι όσο βλέπεις την ταινία φαντάζεσαι διάφορα πιθανά φινάλε, τα οποία δεν γίνεται παρά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να φωνάζουν, να είναι δραματουργικά αβανταδόρικα, γεμάτα φόρτιση που θα εξωτερικευθεί και θα εκραγεί, όπως περίπου συνέβη και στο ξεκίνημά της. Kαι χωρίς να σημαίνει ότι ένα τέτοιο φινάλε θα ήταν από μόνο του μια λανθασμένη επιλογή, ο «Πατέρας» πηγαίνει κάπου πολύ πιο γόνιμα.

Το φινάλε μας πηγαίνει σε έναν χώρο πέραν της ατομικής ηθικής, πέραν της συστημικής διαφθοράς, ακόμη και σε έναν βαθμό πέραν της συγκεκριμένης ιστορίας και του συγκεκριμένου διακυβεύματος. Χωρίς στιγμή να τα ξεχνά, χωρίς να τα αφήνει στην άκρη, είναι σαν να ριζώνει και τη συγκεκριμένη ιστορία και το συγκεκριμένο διακύβευμά της ακόμη περισσότερο μέσα στο ευρύτερο πρόβλημα. Και το ευρύτερο πρόβλημα για το οποίο τελικά θέλει να μιλήσει η σπουδαία ταινία του Σρνταν Γκολούμποβιτς δεν είναι το κακό του ενός ή του άλλου χαρακτήρα στην ταινία, είναι το κακό μιας συνθήκης ακραίας φτώχειας που αγκαλιάζει τους πάντες και από την οποία δεν μπορεί κανείς να ξεφύγει. Μας δείχνει ότι όσο κακό κι αν είναι (που είναι) η εξατομικευμένη διαφθορά ή και το σύστημα που της επιτρέπει να ανθεί, υπάρχει ένα ακόμη μεγαλύτερο: η συλλογική ένδεια.

Αλλά όχι μόνο στο φινάλε, γενικότερα ο τρόπος που εξελίσσει την ιστορία ο Γκολούμποβιτς δείχνει ότι δεν τον ενδιέφερε να κάνει ούτε ένα δακρύβρεχτο μελό ούτε μια μονοδιάστατη καταγγελία. Ότι είχε τον τρόπο και τον ήρωά του να στηρίξει ακλόνητα και χωρίς να τον υπονομεύει, αλλά και να εντάξει τα τεκταινόμενα σε ένα σύμπαν με αντίρροπες δυνάμεις και χαρακτήρες με αποχρώσεις στη συμπεριφορά τους. Όταν για παράδειγμα, συναντήσουμε τον πολιτικό, έχουμε ήδη μια εντελώς συγκεκριμένα σχηματισμένη ιδέα για αυτόν, τόσο λόγω της προκατάληψής μας όσο και λόγω του τρόπου που παρουσιάζεται. Πώς θα τον εγκαταλείψουμε; Τι θα σκεφτούμε τελικά; Στην πορεία βέβαια διαφαίνεται στην ταινία κι ένας πλήρως αρνητικός ήρωας. Χρωματίζεται όμως και ο δικός του λόγος τόσο πλούσια, με προσπάθεια χειραγώγησης, με λόγο που διακυμαίνεται απ’ την εκδούλευση στον εκφοβισμό, με λόγο που άλλοτε κάνει επίκληση του νόμου και άλλοτε γνωριμιών που έχει στα δικαστήρια, ένα λόγο αληθινής εξουσίας σε αντίθεση με την εξουσία του φαίνεσθαι και του τουίτερ. Κι άλλωστε, αν μας φαίνεται αυτός τόσο αρνητικός, γιατί κοιτάξαμε με λιγότερη απέχθεια και περισσότερη ίσως κατανόηση άλλον χαρακτήρα που συναντήσαμε νωρίτερα και που κι αυτός ανθρώπους διακινούσε; Πού ξεκινάει και πού σταματάει το εμπόριο λευκής και σκούρας σαρκός; Πού ξεκινάει η διακίνηση παιδιών σε ανάδοχες οικογένειες για την είσπραξη επιδομάτων και πού σταματάει η διακίνηση μεταναστών; Όχι εδώ βέβαια. Ποιος θέλει να έρθει στη Σερβία απ’ την άλλη άκρη του κόσμου, ακόμα κι αν πρόκειται για μέρη ακόμα πιο φτωχά, ακόμη πιο εξαθλιωμένα; Στην Κροατία πάνε. Και ποιος θέλει να πάει στην Κροατία; Στην Ευρωπαϊκή Ένωση θέλουν να μπουν.

Κι επειδή ο «Πατέρας» είναι πολύ πλούσιος σε ιδέες και περιεχόμενο, να κι ένας ηλικιωμένος σε μπαλκόνι νοσοκομείου να λέει στον Νίκολα, ότι δεν αξίζει να κάνεις τόσα για τα παιδιά σου, τα παιδιά σου μια μέρα θα σε εγκαταλείψουν, κι από κάτω να ακούγονται νταούλια κι όταν τελειώνει το λογύδριό του, η εικόνα ανοίγει και βλέπουμε στο βάθος μια γυναίκα κι έναν άντρα να χορεύουν στο γαμήλιο γλέντι τους, ξεκινώντας μια οικογένεια που ίσως δώσει ίσως δεν δώσει παιδιά, ίσως τους κρατήσει μαζί ίσως όχι, ίσως έχουν σχέση καλή μεταξύ τους και με τα παιδιά τους ίσως λιγότερο, που πάντως σε όλα τα σενάρια, παραμένει στατιστικά πολύ πιο δύσκολο να έρθουν να τους τα πάρουν. Και κάποιος ανεμίζει μια σημαία εθνική δίπλα στον χορό τους και κάποιος άλλος οδηγεί φορτηγό που έχει ντουλαπάκι γεμάτο με θαυματουργές εικονίτσες, γιατί όταν σε εγκαταλείπουν όλοι ο Θεός δεν σε εγκαταλείπει και κάποιοι άλλοι δεν έχουν ούτε σημαίες ούτε Θεούς, έχουν αυτοκίνητο πολυτελείας και κάνουν μπούλινγκ στον υπάλληλο του βενζινάδικου, ένα ιδιότυπο μπούλινγκ χαρτζηλικιού, πάρε λεφτά να φτιάξεις τα δόντια σου.

Δεν είναι έγκλημα να είσαι φτωχός. Ή ίσως πάλι να είναι. Ή ίσως ακόμα κι αν δεν είναι έγκλημα είναι επαρκής αιτία να σου πάρουν τα παιδιά. «Είναι συνθήκες αυτές να μεγαλώσουν παιδιά;» Ό,τι άλλο και να ακολουθήσει στη συνέχεια του «Πατέρα», το οποίο θα χρωματίσει τα γεγονότα ενδεχομένως αλλιώς, και η δική μας φωνή εκείνη την ώρα μας κάνει να σπεύδουμε να συμφωνήσουμε πως όχι δεν είναι συνθήκες αυτές. Ναι, μάλλον τα παιδιά θα είναι καλύτερα αλλού. Και ναι, σαν να υπάρχει ένας αυτοτελής σκανδαλισμός ως προς το δικαίωμα των παιδιών, σαν το σκάνδαλο να αφορά ένα ειδικότερο δικαίωμα που πλήττεται και όχι το δικαίωμα του κάθε ανθρώπου να ζει μια στοιχειωδώς αξιοπρεπή οικονομικά ζωή, σαν το σκάνδαλο να μην είναι αυτή καθαυτή η ακραία φτώχεια.

Αντί να ποινικοποιείται η φτώχεια, ποινικοποιούνται οι φτωχοί. Αντί να ποινικοποιείται η φτώχεια ως συλλογική συνθήκη, ποινικοποιείται το να είσαι εσύ ατομικά φτωχός. Αντί να ξεκινούν όλες οι συζητήσεις από την υλική βάση, από την οικονομική δυνατότητα, από το αν μπορείς να ζεις μακριά από την εξαθλίωση, είναι σαν η συζήτηση αυτή να είναι εκτός θέματος ή παρεμπίπτουσα, σαν τα μεγαλύτερο πρόβλημα για το κοινωνικό σύνολο, για το γενικότερο καλό ή και για το ειδικότερο καλό, να είναι πάντα κάποιο άλλο. Είναι αδίκημα να είσαι φτωχός. Αλλά δεν είναι αδίκημα να υπάρχουν οι συνθήκες που καθιστούν σχεδόν αδύνατο να μην είσαι, να μην υπάρχουν ας πούμε οι συνθήκες για σταθερή δουλειά στην περιοχή που βρίσκεσαι. Κι ακόμα περισσότερο να μην έχεις τα λεφτά που έχεις δουλέψει, τα λεφτά που δικαιούσαι, τα λεφτά που βάσει νόμου θα έπρεπε να πάρεις.

Θεωρώ ότι διαμορφώνεται γενικότερα τα τελευταία χρόνια μια τάση να μας πέφτει όλο και περισσότερο λόγος για το πώς ζουν οι άλλοι άνθρωποι τη ζωή τους. Να υπάρχει όλο και περισσότερο ένα ρυθμιστικό και κανονιστικό πλαίσιο. Το είδαμε σαφώς να γιγαντώνεται στην πανδημία, ενώ και τα σόσιαλ βοηθούν προς αυτό. Ρυθμιστικό και κανονιστικό για τα πάντα εκτός απ’ το πώς θα τα βγάζεις πέρα οικονομικά. Εκεί είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο, δεν μας αφορά, ας κάνει ο καθένας ό,τι μπορεί. Αν δεν μπορεί, αυτό δεν σημαίνει ότι έχει συγχωροχάρτι για να βλάπτει το κοινωνικό σύνολο ή εν πάση περιπτώσει δικαιώματα άλλων.

Και προφανώς να μιλήσουμε για όλα τα άλλα προβλήματα, να βάλουμε κανονισμούς και πλαίσια, να προσέχουμε να μην παραβιάζονται άλλα δικαιώματα. Αλλά ίσως το πιο καίριο πρόβλημα του καιρού μας είναι αυτό: το με τι όρους θα μιλήσουμε για τη φτώχεια. Θα τα βάλουμε με την ίδια ή με τους φτωχούς και τα προβλήματα που προκαλούν είτε ευθέως εξαιτίας της είτε επειδή η ύπαρξή της τους εμποδίζει να ζουν πληρώντας κάθε άλλη προδιαγραφή σωστού πολίτη;

Μετά τον εξαίρετο «Πατέρα» και τη συγκλονιστική ερμηνεία του Άντονι Χόπκινς, μια ακόμη πολύ σημαντική ταινία με τον ίδιο τίτλο και τον επίσης στοιχειωτικό Γκόραν Μπογντάν (αλλά και τον εξίσου έξοχο Μπόρις Ισάκοβιτς στον ρόλο του αξιωματούχου της Πρόνοιας). Προσπαθήστε να δείτε τον «Πατέρα». Αν τον δείτε, δύσκολα θα τον ξεχάσετε μετά.