Τα λογοτεχνικά έργα που επιχειρούν να αποτυπώσουν τον ανθρώπινο αντίκτυπο ενός εθνικού διχασμού κινούνται εξ’ ορισμού σε ναρκοπέδιο, ιδιαίτερα μάλιστα όταν τα γεγονότα που περιγράφουν είναι σχετικά πρόσφατα και άρα οι μνήμες είναι ακόμα νωπές και οι πληγές δεν έχουν κλείσει.

Η ΕΤΑ, ο ένοπλος βραχίονας του εθνικιστικού κινήματος ανεξαρτησίας για τη χώρα των Βάσκων, συμφώνησε σε οριστική ανακωχή το 2011, μετά από σχεδόν μισό αιώνα εξαιρετικά βίαιης δραστηριότητας. Η ΕΤΑ υπήρξε με τεράστια διαφορά η ισχυρότερη και βιαιότερη τρομοκρατική ομάδα που έδρασε στην Ευρώπη με τον απολογισμό να είναι ανατριχιαστικός: τα θύματα υπερβαίνουν τα οκτακόσια, ενώ οι βομβιστικές επιθέσεις και οι τραυματισμοί είναι αναρίθμητοι. Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς μάλλον εύκολα ότι το μυθιστόρημα του Φερνάντο Αραμπούρου, η Πατρίδα, ένα εκδοτικό φαινόμενο στην Ισπανία και ένα έργο που έγινε δέκτης διθυραμβικών – ως επί το πλείστον – κριτικών και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, αγγίζει ευαίσθητες χορδές και δεν μπορεί παρά να πατάει αρκετούς κάλους, ιδιαίτερα για τους Βάσκους αναγνώστες. Εξ’ ου και η φράση ως επί το πλείστον, αφού στους Βάσκους το βιβλίο δεν έγινε δεκτό με τον ίδιο ενθουσιασμό, αν και ο Αραμπούρου βεβαίως είναι και ο ίδιος Βάσκος.

Το μυθιστόρημα αποτελεί την ιστορία δύο οικογενειών από ένα χωριό λίγο έξω από το Σαν Σεμπαστιάν και εκτυλίσσεται από τα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα μέχρι και λίγο μετά την οριστική εκεχειρία και τον τερματισμό της δράσης της ΕΤΑ το 2011. Οι δύο οικογένειες αρχικά υπήρξαν αδερφικοί φίλοι αλλά οι πολιτικές εξελίξεις και ιδιαίτερα μία τραγωδία, τους έφερε οριστικά σε αντίπαλα στρατόπεδα και τους έκανε ορκισμένους εχθρούς. Στην πραγματικότητα όμως αυτός ο διαχωρισμός ποτέ δεν ίσχυε για όλα τα μέλη των δύο οικογενειών, αλλά κυρίως για τις δύο μητέρες, τις ισχυρογνώμονες και κυριαρχικές γυναίκες που ουσιαστικά εξουσιάζουν τις δύο μητριαρχικές οικογένειες. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, αλλά ο Αραμπούρου πηγαίνει μπρος και πίσω στον χρόνο, σε μια σπειροειδή σχεδόν εξέλιξη που κάθε φορά αποκαλύπτει και μερικά ακόμη στοιχεία σχετικά με το παρελθόν αλλά και την πορεία των χαρακτήρων. Παράλληλα, η προσέγγισή του είναι πολυεστιακή, αφού μας δείχνει τα γεγονότα από την οπτική γωνία κάθε ενός από τα μέλη των δύο οικογενειών. Έτσι, διαμορφώνεται ένα μωσαϊκό που με το πέρασμα του χρόνου μας δείχνει την αληθινή επίδραση του διχασμού αλλά και της τρομοκρατικής δράσης στη ζωή των ανθρώπων από κάθε υπόβαθρο. Κι αυτό ο Αραμπούρου το επιτυγχάνει χωρίς την εύκολη λύση του συναισθηματικού εκβιασμού του αναγνώστη, χωρίς να καταφεύγει σε ιδιαίτερα μελοδραματικές και προσχηματικές συγκινήσεις. Κάθε έκφανση της ζωής των χαρακτήρων αποτυπώνεται με ακρίβεια και αληθοφάνεια, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να αντιλαμβάνεται τι πραγματικά σημαίνει να ζει κανείς με το αποτύπωμα της τρομοκρατίας και του πολιτικού διχασμού, είτε σαν θύτης είτε σαν θύμα.

Μία κριτική που έχει ασκηθεί στο μυθιστόρημα είναι ότι δεν αφιερώνει παρά ελάχιστο χώρο στην ιδεολογική διαμάχη, στο πολιτικό υπόβαθρο που οδήγησε στο ξέσπασμα της βίας που στοίχειωσε την ισπανική κοινωνία για μισό αιώνα. Αυτό είναι κατ’ αρχήν σωστό. Σε ένα βιβλίο τόσο μεγάλο σε έκταση, θα μπορούσε ο συγγραφέας να αφιερώσει λίγο περισσότερο στο να αναλύσει τις ρίζες του προβλήματος. Οι χαρακτήρες του βιβλίου έχουν μεγαλώσει μέσα σε μια ήδη τοξική ατμόσφαιρα, συνεπώς δεν διερωτώνται πώς ξεκίνησε όλο αυτό, πού βρίσκονται τα αίτια αυτού του διχασμού. Από την άλλη ο Αραμπούρου δεν είναι υποχρεωμένος να αναλύσει πολιτικά και ιστορικά ένα εξ’ ορισμού περίπλοκο φαινόμενο. Ο στόχος του είναι να δείξει πώς αυτό επηρεάζει τις ζωές των ανθρώπων και από τις δύο πλευρές. Πώς κάποιος οδηγείται στο να γίνει συμπαθών του εθνικιστικού κινήματος και ακόμα και στο σημείο να ενταχθεί στην ΕΤΑ και από την άλλη, πώς κάποιος που έχει ζήσει ως θύμα τη βία της οργάνωσης και τον ακόλουθο κοινωνικό αποκλεισμό στη μικρή και κλειστή κοινωνία του χωριού καταφέρνει να ζήσει με τα τραύματα. Σε αυτό ο Αραμπούρου είναι εξαιρετικός.

Τα μικρά σε έκταση κεφάλαια άλλες φορές λειτουργούν σαν βήματα στη σπειροειδή εξέλιξη της πλοκής και άλλοτε σχεδόν σαν μικρά διηγήματα. Ο Αραμπούρου φροντίζει ώστε να δώσει ίση προσοχή σε όλους τους χαρακτήρες, παρουσιάζοντας όλες τις βασικές πτυχές της ζωής τους, οι οποίες έχουν αρκετό ενδιαφέρον από μόνες τους, εκτός από την επίδραση της ΕΤΑ. Κι αυτό είναι βαθύτατα ανθρώπινο. Οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι ολοκληρωμένοι άνθρωποι που θα μπορούσαν να έχουν μία «κανονική» ή διαφορετική ζωή, αν δεν έπρεπε αυτή να ετεροκαθορίζεται σε σχέση με τον διχασμό γύρω από τον Βασκικό εθνικισμό. Το τραγικό είναι ότι τελικά όλοι τους αναγκάζονται να ζουν με αυτή την ασφυκτική επιρροή σαν θηλιά στον λαιμό τους.

Το αισιόδοξο κομμάτι όμως έχει να κάνει με την αιώνια σταθερά κάθε λύσης σε προβλήματα εμφυλίων και διχασμών: στη συγχώρεση. Τη δύναμη αυτής της υπέρβασης. Την ικανότητα να τολμήσεις να κοιτάξεις πάνω από τα χαρακώματα τον απέναντι, να προσπαθήσεις να μπεις στη θέση του και να κάνεις ένα γενναίο βήμα προς τα μπρος. Σε αυτό βεβαίως βοηθάει ο χρόνος. Στο μυθιστόρημα του Αραμπούρου οι δύο αυτοί παράγοντες ενώνουν τελικά τις δυνάμεις τους και μια νότα ελπίδας διαφαίνεται, μια διέξοδος στα τραύματα του παρελθόντος, μια διάθεση ενατένισης του μέλλοντος.

Η Πατρίδα είναι ένα πλούσιο, πολυφωνικό, ανθρώπινο μυθιστόρημα που μπορεί να αποδειχθεί διαφωτιστικό για αναγνώστες από διαφορετικά υπόβαθρα, πολιτικές τοποθετήσεις ή ιστορικά βιώματα. Γι’ αυτό και παραμένει πιο επίκαιρο από ποτέ για τις περισσότερες δυτικές κοινωνίες που βίωσαν κάποιου είδους διχασμό: την Ελλάδα των μνημονίων, τη Βρετανία του Brexit, την Αμερική του Τραμπ. Μπορούμε όλοι να βρούμε ψήγματα έμπνευσης.

Το βιβλίο «Πατρίδα» του Φερνάντο Αραμπούρου, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.