Μετά από δέκα μη πανδημικά χρόνια, όπου παραθέταμε δεκάδες αγαπημένων ταινιών (2010, 2011, 2012,2013, 2014, 2015, 2016, 2017, 2018, 2019), περάσαμε στο πρώτο πανδημικό έτος στην πεντάδα (2020) και θα συνεχίσουμε και φέτος έτσι, ελπίζοντας ότι το 2022 θα είναι το τρίτο και τελικό πανδημικό έτος και δεν θα είναι κινηματογραφικά λειψό με κλειστά σινεμά τον μισό χρόνο.

Επιλέγω να μη βάλω δεκάδα και λίγο συμβολικά, γιατί στις μισές χρονιές όλα μισά είναι, αν όμως έβαζα, απ’ το δέκα ως το έξι θα επέλεγα τα εξής: 10 στο «Ο Λευκός Τίγρης» του Ραμίν Μπαράνι, 9 στο “No Sudden Move” του Στίβεν Σόντερμπεργκ, 8 στο “Malcolm & Marie” του Σαμ Λέβινσον, 7 στο «Ατυχές Πήδημα ή Παλαβό Πορνό» του Ράντε Ζούντου, 6 στο “Digger” του Τζώρτζη Γρηγοράκη.

Και τώρα, απ’ το πέντε ως το ένα, οι ταινίες της χρονιάς:

– 5 – 

Τhe Hand of God

Η Νάπολι των μέσων της δεκαετίας του ’80, ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα έρχεται να συγκλονίσει μια για πάντα την πόλη, ο νεαρός Φάμπιο (ο ίδιος δηλαδή ο Πάολο Σορεντίνο που σχεδόν αυτοβιογραφείται εδώ) θα δει τον κόσμο του να αλλάζει ριζικά και να σημαδεύεται ριζικά, καθώς ο Μαραντόνα του σώζει κυριολεκτικά τη ζωή, κι εκείνος, σαν να μην ήταν κάθε διαδρομή από την εφηβεία προς την ενηλικίωση και την εύρεση του αληθινού εαυτού δύσβατη, έχει να αντιμετωπίσει μια διαδρομή εξαιρετικά οδυνηρή.

«Το Χέρι του Θεού» είναι ένα φωτογραφικό άλμπουμ αναμνήσεων, ένα γράμμα αγάπης για μια πόλη και μια οικογένεια, η καταγραφή ενός ταξιδιού προς την εύρεση φωνής και προορισμού, μια βαθιά τρυφερή και συναισθηματικά επιδραστική ταινία.

– 4 – 

Dune

Με το “Dune” ο Ντενί Βιλνέβ δεν πήρε απλά το ρίσκο να πετύχει εκεί που ο Ντέιβιντ Λιντς απέτυχε παταγωδώς με την ταινία που γύρισε και εκεί που ο Αλεχάντρο Χοδορόφσκι οραματίστηκε τη «σπουδαιότερη ταινία που δεν γυρίστηκε ποτέ», πήρε κυρίως το ρίσκο να πετύχει κινηματογραφώντας μόνο μέρος της ιστορίας, αφήνοντάς την στην μέση (ή και πριν τη μέση), ευελπιστώντας ότι το αποτέλεσμα θα είναι τόσο ικανοποιητικό ώστε να εξασφαλίσει τη δυνατότητα για σίκουελ.

Το αποτέλεσμα ήταν τόσο ικανοποιητικό, το ρίσκο απέδωσε, θα έλεγε κανείς ότι ο Βιλνέβ δεν σκηνοθετεί τον πλανήτη Αράκις, αλλά ταξίδεψε με το συνεργείο του εκεί και καταγράφει την ατμόσφαιρά του και την αληθινή του υπόσταση. Και το γεγονός ότι ο Αράκις γειτονεύει αισθητικά με τη Γη του “Blade Runner 2049” και σε έναν βαθμό και με αυτή του “Αrrival”, το μόνο που αποδεικνύει είναι ότι αληθινά μεγάλοι κινηματογραφικοί δημιουργοί είναι εκείνοι που ο κόσμος τον οποίο μπορούν να μας δείξουν είναι ένας κόσμος που κάποτε υπήρχε μόνο στο μυαλό και τα μάτια τους, και τώρα πια βρίσκεται στο μυαλό και τα μάτια όλων.

– 3 –

Η Γαλλική Αποστολή

Photo Courtesy of Searchlight Pictures. © 2020 Twentieth Century Fox Film Corporation All Rights Reserved

Πώς παρακολουθείς τη «Γαλλική Αποστολή»; Με διαρκή ευφορική κατάπληξη, με ευφορική κατάπληξη που ξεκινά από το πρώτο πλάνο και θα συνεχιστεί ως το τελευταίο, καθώς η κατάπληξή σου παραμένει σε συνεχή ροή, καθώς δυσκολεύεσαι να πιστέψεις πόσος πλούτος μπορεί να χωρέσει σε εκατόν τόσα λεπτά, πόσες ατέλειωτες εικόνες μπορούν να χωρέσουν σε εκατόν τόσα λεπτά και πόση ατέλειωτη λεπτομέρεια και έμπνευση μπορούν να χωρέσουν μέσα τους, πόσο προϊόν έρωτα είναι το κάθε ένα κάδρο, ενός έρωτα που ξεκινά από την έμπνευση και το όραμα και ολοκληρώνεται οργασμικά στη λεπτοβελονιά της πραγματοποίησης.

Ο Γουές Άντερσον δεν σταματά να εξελίσσει την προσωπική του γλώσσα, δεν σταματά να ανεβαίνει πίστες και νιώθεις ότι αν στην επόμενη πίστα ξεκλειδώσει τη σχέση του με το συναίσθημα, τολμήσει να έρθει πιο κοντά στους ήρωές του και κάνει λίγο πιο πέρα την αποστασιοποιημένη κουλ προσέγγισή του, τότε η «Γαλλική Αποστολή» θα συναντήσει την «Οικογένεια Τενεμπάουμ» και το σινεμά θα έχει αποκτήσει ένα αριστούργημα ολκής.

– 2 – 

Άσπρο Πάτο

Photo: Henrik Ohsten

Ο Μάρτιν έχει στο βλέμμα του σωρευμένη όλη την ήττα κι όλη την παραίτηση του κόσμου. Μέχρι που μαζί με συναδέλφους του στην μέση εκπαίδευση και συνομηλίκους στην μέση ηλικία αρχίζουν να πίνουν, στο πλαίσιο ενός πειράματος – προσχήματος. Και η ήττα και η παραίτηση φεύγουν απ’ τα μάτια του Μάρτιν.

Ο Τόμας Βίντερμπεργκ δεν θα ψάξει να βρει καμία χρυσή τομή, δεν θα ψάξει να βρει το μέτρο το οποίο αν τηρείς το αλκοόλ μπορεί να είναι ανεβαστικά σωτήριο. Μολονότι θα δείξει και θα ξαναδείξει αρνητικές -και έντονα αρνητικές- πτυχές του «πειράματος» των τεσσάρων φίλων, δεν φτιάχνει μια ταινία που προσπαθεί να κρατήσει ισορροπίες, φτιάχνει μια ταινία τελικά αιρετική, γιατί όταν ένα κοινωνικό φαινόμενο γίνεται καθολικά αντιληπτό ως πολύ αρνητικό, το να δείχνεις και την άλλη πλευρά του δεν αποτελεί τήρηση ίσων αποστάσεων, είναι ευθέως μια άλλη, τολμηρή προσέγγιση.

«Το άγχος προκύπτει απ’ τον φόβο της αποτυχίας. Απ’ τον φόβο ότι έχεις ήδη αποτύχει. Μόνο όταν αποδεχτεί κανείς ότι είναι ατελής, ότι είναι επιρρεπής στην αποτυχία και το λάθος, μπορεί να αγαπήσει τον εαυτό του και τη ζωή»: έτσι λέει ο Σέρεν Κίρκεγκορ ή, έστω, έτσι λέει ένας μαθητής που εξετάζεται πάνω στον Κίρκεγκορ. Στη ζωή υπάρχει και η αποτυχία αλλά υπάρχει και η χαρά, υπάρχει το βύθισμα αλλά υπάρχει και το ξεφάντωμα. Το ποτό και το μεθύσι ήταν πάντα μέρος της συλλογικής ανθρώπινης εμπειρίας. Ναι, ενίοτε ένα ολοσκότεινο μέρος της. Αλλά, επίσης ναι, ενίοτε κι ένα γιορτινό, ολογιόρτινο μέρος της. What a life, what a beautiful, beautiful ride.

– 1 –

Ο Πατέρας

Είμαι ό,τι είμαι, όχι σε κενό αέρος, αλλά σε σχέση με τον κόσμο που παρατηρώ. Ο εαυτός μου αντιδιαστέλλεται από τον κόσμο που παρατηρώ. Παρατηρώ άρα αυτόνομα υπάρχω. Και να, που αυτό που παρατηρώ αλλάζει. Αυτό αλλάζει. Όχι εγώ. Δεν είναι δίκαιο. Δεν φταίω εγώ. Δεν βγάζει νόημα. Γιατί αλλάζει αυτό που παρατηρώ;

Ο ασθενής με άνοια δεν είναι κάποιος που δεν καταλαβαίνει αυτό που βλέπει μπροστά του. Απλά αυτό που βλέπει μπροστά του δεν αντιστοιχεί με αυτό που έβλεπε στην προηγούμενη σκηνή στην ταινία του, στο αμέσως προηγούμενο cut. «Ο Πατέρας» του Φλοριάν Ζελέρ δεν μας προσφέρει μια «αντικειμενική» πραγματικότητα, την οποία δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να ερμηνεύσει «σωστά» ο ήρωας, δεν μας τοποθετεί σε ένα σχήμα οιονεί τραγικής ειρωνείας που ο ήρωας δεν γνωρίζει όσα γνωρίζουμε εμείς, αλλά μας προσφέρει την πραγματικότητα όπως εκείνος τη βιώνει, μας δείχνει ανθρώπους να αλλάζουν πρόσωπα, ρόλους να μπαίνουν και να βγαίνουν απ’ τη ζωή του, ένα διαρκή μετασχηματισμό της πραγματικότητας που παρατηρεί, μια άμμο που κινείται διαρκώς.

Ο Άντονι Χόπκινς μετατρέπει με την ερμηνεία του και την παρουσία του την παρακολούθηση του «Πατέρα» σε εμπειρία και σε βίωμα. Σπαρακτικός, συγκλονιστικός, δεν κάνει απλά την ερμηνεία της ζωής του, κάνει την ερμηνεία της ζωής όλων μας. Φτάνει να μιλά για όλους μας. Όχι μόνο για τον τρόμο μας μήπως μια μέρα χάσουμε κι εμείς το μυαλό μας, μήπως μια μέρα χάσουμε κι εμείς τον εαυτό μας, όχι μόνο για τον τρόμο μας για μια από τις πιθανές καταλήξεις του ταξιδιού μας στη ζωή, αλλά τελικά για την αδυναμία κάθε ανθρώπου να παραμείνει για πάντα δυνατός, για πάντα εύρωστος, για την αδυναμία του κάθε ανθρώπου να μην κλατάρει, να μην αποσυντονιστεί, για την αδυναμία του κάθε ανθρώπου να μείνει για πάντα όρθιος.