Mετά από δέκα χρόνια (10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17,  18, 19) κινηματογραφικών δεκάδων της στήλης, φέτος, στη χρονιά που ήρθαν όλα τούμπα, αντί για τοπ τεν ένα τοπ φάιβ, όχι απαραίτητα γιατί δεν υπήρχαν άλλες πέντε ταινίες να συμπληρώσουν τη λίστα, αλλά γιατί και δεκάδα να υπήρχε, πάλι θα ήταν μια δεκάδα που προέκυψε σε συνθήκες που στο σινεμά, όπως και σε όλη την υπόλοιπη ζωή, επιτράπηκε να υπάρξει μόνο με αστερίσκους, όρους, προϋποθέσεις, αναστολές, αποστασιοποιήσεις.

Αρκετά με τη μαυρίλα όμως, από το πέντε ως το ένα οι αγαπημένες ταινίες που προβλήθηκαν στους κινηματογράφους της χώρας ή σε πλατφόρμες μέσα στο 2020.

[ 5 ]

Ι’m Thinking of Ending Things

Σε αυτό το υπνωτιστικά υπαρξιακό ταξίδι του Τσάρλι Κάουφμαν, έχει πολύ μικρότερη σημασία να προσπαθήσουμε να αποκρυπτογραφήσουμε την ταυτότητα του Τζέικ και της Λούσι και να δώσουμε λύση σε κάποιο υποτιθέμενο μυστήριο γύρω από αυτές και πολύ μεγαλύτερη σημασία να αφεθούμε και να βουτήξουμε στην ατμόσφαιρα και τη ροή της ταινίας.

Ακόμη και τα πάντα να πήγαν στραβά στη ζωή σου, ακόμη κι αν η ζωή σου είναι στραβή από την αρχή ως το τέλος της, ακόμα κι αν δεν υπάρχει ελπίδα υπάρχει πάντως καλοσύνη στον κόσμο, δεν είναι όλα μαύρα, μπορείς να βρεις φως στην καλοσύνη, μπορούμε να συνεχίσουμε να εξελισσόμαστε, ακόμα και ως φαντάσματα, ακόμα και ως αναμνήσεις, ακόμα και ως σκόνη. Όταν μας κοιτάξεις από πολύ κοντά, είμαστε όλοι το ίδιο, εσύ, εγώ, ο Τζέικ, η Λούσι, οι ιδέες, όλοι, όλες και όλα φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό των ελάχιστων σωματιδίων.

[ 4 ]

Ο Φάρος

Αρχές Φεβρουαρίου που προβλήθηκε στη χώρα ο «Φάρος», παρακολουθούσαμε τη συνθήκη που περιγράφει ως εντελώς ακραία, ως εντελώς μακρινό απ’ ό,τι θα μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε για τη ζωή μας: ένα μέρος από το οποίο δεν μπορείς να φύγεις, είσαι αναγκασμένος να βλέπεις μόνο τον συγκάτοικό σου σε αυτό και κανέναν άλλο άνθρωπο, θα κρατήσει όμως μόνο τέσσερις εβδομάδες και μετά θα μπορείς να επιστρέψεις στην κοινωνία και την κανονική ζωή. Γράφαμε τότε, πριν έρθουν οι καραντίνες και τα απαγορευτικά: «ο εαυτός του ανθρώπου έχει τα όποια όρια, την όποια συγκρότηση και την όποια σιγουριά έχει, όσο ζει εντός κοινωνίας, όταν το πλαίσιο που τον περιβάλλει του επιτρέπει να αλληλεπιδρά με τους άλλους. Πέτα τον εαυτό σου σε μια ερημιά μαζί με έναν ακόμα και δες για πότε θα χάσετε κάθε αίσθηση του εαυτού σας».

Ο σκηνοθέτης Ρόμπερτ Έγκερς δημιουργεί το περιβάλλον μέσα στο οποίο ο Ρόμπερτ Πάτινσον και ο Γουίλεμ Νταφόε φεύγουν, ξεφεύγουν, μπαίνουν στους ρόλους τους με έναν τρόπο σπάνιο, κι η ταινία καταγράφει αυτό το πέρα των ορίων, όταν στο δεύτερο μέρος της γίνεται ολόκληρη μια δίνη που σε καταπίνει.

[ 3 ]

Lovers Rock

Σε αυτό το δεύτερο από τα πέντε επεισόδια της ανθολογίας “Small Axe”, ο Στιβ ΜακΚουίν κινηματογραφεί ένα πάρτι: νέοι μαύροι άνδρες και νέες μαύρες γυναίκες, η μουσική, ο χορός, ο ερωτισμός. Ενώ είναι μια ταινία για το πάρτι, υπάρχουν μικρές σφήνες που υπενθυμίζουν ότι η υπόλοιπη πραγματικότητα η κοινωνική, η ρατσιστική, η ενδοοικογενειακή, η καπιταλιστική, η πατριαρχική εξακολουθεί να είναι παρούσα. Το πάρτι αυτό δεν διεξάγεται σε μια φούσκα, κι αν κάνουν κάτι αυτές οι σφήνες είναι να καθιστούν σε αντιδιαστολή πιο επιτακτική την ανάγκη για γιορτή.

Το “Lovers Rock” θα ήταν εμπειρία να το δεις σε κάθε εποχή, αλλά στην εποχή που ζούμε, στην εποχή της κοινωνικής, της σωματικής, της συλλογικής και της ταυτοτικής αποστασιοποίησης, στην εποχή που τα ανθρώπινα σώματα αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως φορείς, μεταδότες και δέκτες ιών, αποκτά μια προστιθέμενη συναισθηματική και βιωματική αξία και απογειώνεται ακόμη περισσότερο: σκηνές μυσταγωγικές, η κοινότητα έχει μετατραπεί σε σώματα χορευτών, ο χώρος του πάρτι είναι σαν ναός, εδώ η εμπειρία είναι κοινή, όλοι μαζί γιορτάζουν τη μουσική, τα σώματά τους, τα νιάτα τους, τη ζωή, την ταυτότητά τους, το είναι τους, το είμαστε αυτοί, νέοι όπως όλοι οι νέοι της γης, αλλά και ειδικά οι νέοι αυτού του μίγματος, αυτής της καταγωγής και αυτού του τόπου γέννησης, της μιας πατρίδας και της άλλης μας πατρίδας. Ο ΜακΚουίν δηλώνει σε συνέντευξή του ότι η πιο μεθεξιακή σκηνή τραγουδιού ήταν προϊόν αυθόρμητου συλλογικού αυτοσχεδιασμού. Το βλέπεις και δεν το πιστεύεις. Αλλά το βλέπεις και το νιώθεις ως τα μεδούλια σου και ανατριχιάζεις.

[ 2 ]

1917

Σε αυτήν την πολύ μεγάλη ταινία του Σαμ Μέντες, από ένα σημείο και ύστερα παύει να χωράει το μυαλό σου πώς συντονίστηκαν όλα, πώς δημιουργήθηκαν όλα, πώς έχει φτιαχτεί αυτή η ψευδαίσθηση παύλα αίσθηση, πώς έχει δημιουργηθεί ένας ολόκληρος νέος κόσμος που περιμένει να υποδεχτεί τους ήρωες στο ταξίδι του, ένας κόσμος που έχει φτιαχτεί από την αρχή προκειμένου να δημιουργήσει μια αναπαράσταση και ταυτόχρονα να δημιουργήσει το πλαίσιο για να διαδραματιστεί εντός της μια αλήθεια.

Ένα εκπληκτικό κινηματογραφικό επίτευγμα, το «1917» δεν κρύβει ότι είναι σινεμά, ο ρεαλισμός του είναι ένας μετα-ρεαλισμός, μας πετάει μαζί με τους ήρωές του μέσα στην πραγματικότητα του πολέμου αναπαριστώντας την όσο πιο πιστά μπορεί, μην προσπαθώντας να μας κάνει να πιστέψουμε ότι βρισκόμαστε στα αλήθεια σε έναν πόλεμο και να ξεχάσουμε ότι παρακολουθούμε σινεμά, αλλά προσπαθώντας και πετυχαίνοντας να μας δείξει ότι το σινεμά παραμένει μια τέχνη η οποία έχει ακόμα απεριόριστες δυνατότητες να μας εκπλήσσει, να μας ταράζει, να μας ανοίγει τα μάτια και την καρδιά.

[ 1 ]

Άκοπο Διαμάντι

Η χορωδία των φωνών που ακούει ο Άνταμ Σάντλερ, σε αυτή την ταινία – χαρακιά των αδελφών Σάφντι, αφορά μόνο τον ίδιο ως προς τα ειδικότερα χαρακτηριστικά της. Αφορά όμως και τη συνολικότερη βαβούρα μιας εποχής, αφορά και τη συνεχή μας εκκρεμότητα. Δεν τρέχουμε ούτε απαραίτητα για να σωθούμε, ούτε απαραίτητα για να καταστραφούμε. Τρέχουμε γιατί θεωρούμε οτιδήποτε άλλο καθήλωση και μιζέρια, τρέχουμε για να προλάβουμε να γεμίσουμε τη ζωή μας, τρέχουμε από μια διαρκή δίψα, στα όρια ενίοτε της απληστίας, για να μας συμβαίνουν πράγματα, πράγματα ευχάριστα, πράγματα δυσάρεστα, πράγματα πάντως, όνειρα και άγχη, προσδοκίες και τρόμοι αξεδιάλυτα. Κανείς δεν θέλει να ηρεμήσει στα αλήθεια, κανείς δεν θέλει να τακτοποιηθεί στα αλήθεια, κανείς δεν θέλει να σβήσει τη φωτιά στα αλήθεια, κι ας είναι στα μπατζάκια μας, φωτιά είναι πάλι. Δεν είναι είναι τόσο δύσκολο να μας θυμίσει κάτι το πρέπει να ρυθμίσω δέκα διαφορετικά πράγματα την ίδια μέρα και κάθε μέρα, το ότι είμαι ανοιχτός σε δέκα διαφορετικά μέτωπα, το ότι πρέπει να κρατήσω δέκα διαφορετικές μπάλες στον αέρα σαν ζογκλέρ. Η συνθήκη της εποχής είναι η διαρκής εγρήγορση, η πολυδιάσπαση, το multitasking, πολλές φορές η κίνηση για την κίνηση. Παλιότερα οι άνθρωποι είχαν σταθερές δουλειές, με σταθερά ωράρια, σταθερά τηλέφωνα, σταθερές οικογένειες, παλιότερα υπήρχε πολύ λιγότερη φούρια, πολύ λιγότερη κινητικότητα, πολύ λιγότερη βοή, παλιότερα η λέξη δραστηριότητες δεν ήταν συνώνυμη της λέξης παιδιά. Αν δεν σε κυνηγούν οι μπράβοι του τοκογλύφου, μπορεί να σε κυνηγά η ΔΕΗ ή η τράπεζα. Αν δεν κινδυνεύεις από απειλές σωματικής βίας, κινδυνεύεις από απειλές εισπρακτικών. Αν δεν τζογάρεις ό,τι έχεις και δεν έχεις σε έναν αγώνα και τα τερτίπια μιας μπάλας, μπορεί να τζογάρεις ό,τι έχεις και δεν έχεις σε εσωτερικά στοιχήματα. Αλλά -κι αυτό είναι νομίζω το κρίσιμο- όλη αυτή η κινητικότητα δεν είναι μόνο βραχνάς. Είναι σαν να αποτελεί εκτός από βραχνά και ανάγκη. Είναι ένας τρόπος ζωής που ενώ είναι βασανιστικός, μοιάζει να είναι και αυτός που μας κρατά με έναν ημιυστερικό τρόπο ζωντανούς. Ακόμη κι όταν δεν αναγκάζονται να τρέχουν, οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να τρέχουν.

Κι ύστερα ήρθε η πανδημία, το λοκντάουν, η καθήλωση, η αλλαγή των ρυθμών ζωής, το μη τρέξιμο, η κατάθλιψη; Δεν ξέρω. Νομίζω τρέχουμε ακόμα. Δεν μπορούμε αλλιώς.