Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013. Βράδυ και βροχή. Δυνατή, φθινοπωρινή, με ακολουθούσε σε όλη την πορεία μου προς το Principal του Μύλου όπου, στο πλαίσιο των 48ων Δημητρίων, θα παιζόταν η «Πενθεσίλεια» του Κλάιστ από μία ομάδα αποφοίτων της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου, με τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Ακύλλα Καραζήση. Δρόμοι πλημμυρισμένοι, μουσκεμένα πανωφόρια, τα μαλλιά στάζουν, τα παπούτσια γεμάτα νερά. Όσο για την οροφή της αίθουσας δεν θα μπορούσε να μην ακολουθήσει, συνοδεύοντας σε κάποια σημεία με το μονότονο θόρυβο των σταγόνων που προσγειώνονταν στο πάτωμα.

Aκόμη εβάστουνε η βροντή . . . . . .
Kι η θάλασσα, που σκίρτησε σαν το χοχλό που βράζει,
ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα,
σαν περιβόλι ευώδησε κι εδέχτηκε όλα τ’ άστρα·
κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση
κάθε ομορφιά να στολιστεί και το θυμό ν’ αφήσει.

Είχε αρχίσει η παράστασηּ ή -μάλλον- είχαμε αρχίσει να μπαίνουμε στο χώρο της παράστασης, όπου πέντε νέα κορίτσια και πέντε νέα αγόρια, με κινήσεις, μουσικές, αυτοσχεδιασμούς-θρύψαλα αυτού που θα ακολουθήσει μεταμόρφωναν μια αποθήκη-μπαρ σε χώρο μυθικό μέσα από τα μάτια του μεγάλου γερμανού ρομαντικού.

Πιστέψετε π’ ό,τι θα πω είν’ ακριβή αλήθεια

Ένα άγνωστο σε πολλούς τρωικό επεισόδιο, ένας μεγάλος έρωτας της Πενθεσίλειας και του Αχιλλέα, μια επική σύγκρουση Αμαζόνων-Μυρμιδόνων, μια χαώδης και εξαίσια συνάμα ιστορία παρουσιάστηκε μπροστά στα μάτια μας σε μία παράσταση-μέθοδο, που περιλάμβανε δείγματα όλων όσων έμαθαν στη σχολή για τρία χρόνια οι δέκα ηθοποιοί, αρμονικά δεμένα, πολύτιμα ψήγματα από την καθημερινή ενασχόληση με την τέχνη του θεάτρου. Ο Ακύλλας Καραζήσης κατόρθωσε να συλλάβει και να στήσει μία παράσταση, που αφ’ ενός θα ικανοποιούσε τον όποιο ανυποψίαστο θεατή, αφ’ ετέρου θα καταδείκνυε το μόχθο του ηθοποιού, καθώς παλεύει με το λόγο, με το σώμα του, εντέλει με το κοινό. Και το ευτύχημα είναι ότι το όραμά του το πίστεψαν και το ακολούθησαν και τα δέκα παιδιά.

Καταρχάς η επιλογή του έργου φανερώνει την αγάπη του δασκάλου Καραζήση για το λόγοּ την πεποίθησή του πως αν κάποιος παλέψει με κείμενα μεγάλης ποιητικής εμβέλειας, μπορεί να σταθεί στο σανίδι. Ο Κλάιστ μέσα από τη μεταφραστική δεινότητα της Τζένης Μαστοράκη, έδωσε την ευκαιρία στους νέους ηθοποιούς να επιχειρήσουν μία σύγχρονη ανάγνωση, καθαρή και προπάντων ρομαντική, πολύ πάνω από τον μέσο όρο της κυρίαρχης «τηλεοπτικής θεατρικότητας». Και μάλιστα, με ενιαίο υποκριτικό κώδικα, χωρίς βεντετισμούς, με ουσιαστική χρήση των αυτοσχεδιασμών. Τίποτα περιττό.

Παράλληλα, η σχέση με το σώμα τους, με τα απλά καθημερινά ρούχα (φόρμες, μπλουζάκια, ρούχα πρόβας), με τα ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα (άκρως λειτουργικά), με το χώρο αποδείκνυε μια τριβή με τα μυστικά του θεάτρου ουσιαστική και γόνιμη. Μικρά στρατιωτάκια και κεράκια μετέβαλαν αίφνης τον άδειο ξύλινο χώρο, υγρό από τις σταγόνες της βροχής, σε στρατόπεδο με τις φωτιές (τις πολεμικές; τις ερωτικές; αδιάφορο) και μας ταξίδευαν υπό τη συνοδεία σύγχρονων τραγουδιών, ή μήπως
ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκειά κι αστοχισμένη;

Tο πιο μεγάλο όμως κατόρθωμα του Καραζήση ως δασκάλου υποκριτικής και των μαθητών του ήταν πως το όλο εγχείρημα βασίστηκε στο πνεύμα της ομαδικότητας, της συνεργατικότητας, της αλληλοϋποστήριξης. Η θεατρολογική ανάγνωση και η τέχνης της υποκριτικής θα παρέμεναν ανεπίδοτα γράμματα, αν δεν πραγματοποιούνταν μέσα σε ένα κλίμα απόλυτα ισότιμης αντιμετώπισης των σπουδαστών. Όλοι πρωταγωνιστές, όλοι δευτεραγωνιστές, όλοι κομπάρσοι. Γιατί και η πιο μικρή κίνηση και το πιο αδιόρατο βλέμμα στη σκηνή θέλει στόφα πρωταγωνιστή. Αυτό ήταν και το μεγάλο μάθημα της παράστασης.

δεν είναι λόγια· ήχος λεπτός . . . . . . .
με άδραχνε, και μ’ έκανε συχνά ν’ αναζητήσω
τη σάρκα μου να χωριστώ για να τον ακλουθήσω.

Μεθυσμένοι από το αίμα-κρασί της «Πενθεσίλειας» βγήκαμε γύρω στις έντεκα το βράδυ, στο υγρό πλακόστρωτο του Μύλου. Καθώς ο Σεπτέμβρης ζούσε τις τελευταίες στιγμές του, περπατούσαμε αργά μέχρι τον κεντρικό δρόμο, βυθισμένοι σε σκέψεις (τετριμμένη έκφραση), μαγεμένοι και άναυδοι (καλύτερα). Φαντάζομαι πως για τους δέκα απόφοιτους του Εθνικού, το Μάνο Βαβαδάκη, τη Δήμητρα Βλαγκοπούλου, τη Στέλλα Βογιατζάκη, τη Χαρά-Μάρα Γιαννάτου, τη Δάφνη Ιωακειμίδου-Πατακιά, τον Γιάννη Νιάρο, τον Γιώργο Ονησιφόρου, την Κατερίνα Παπανδρέου, τον Σπύρο Σταμούλη και τον Αλέξανδρο Φράγκο υπήρξε η συγκεκριμένη δουλειά «δώρο ασημένιο ποίημα», που μας το πρόσφεραν ως «δώρο χρυσή παράσταση». Και σίγουρα, καθώς ο καθένας παίρνει τον προσωπικό του δρόμο, θα λέει:

Βόηθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο νά ‘χωּ
σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι αυτό βαστώ μονάχο.

υγ. 1 Πίνοντας καφέ, το άλλο πρωί, και κοιτάζοντας την πόλη
Ώστε που πρόβαλε η αυγή και έλιωσαν τ’ αστέρια,
Κι ακούει κι αυτή και πέφτουν της τα ρόδα από τα χέριαּ
σκέφτηκα το δικό μας μεγάλο ρομαντικό, το Σολωμό, που μια ζωή προσπαθούσε ν’ αποφύγει κοινοτοπίες και καθημερινές τριβές, να υψωθεί σαν τα παιδιά του Εθνικού και το δάσκαλό τους -πάνω από το μέσο όρο, να νιώσει πως
Μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Χάρος.

Και έγραψε ποίηση. Και έκανε τέχνη. Το μόνο φάρμακο στη γκρίζα μιζέρια μας. Και αυτό το φάρμακο φυλάγεται ακόμα σε σχολεία και σχολές, από δασκάλους φωτισμένουςּ που δεν τους φοβίζουν διαθεσιμότητες, γιατί είναι πάντα και παντού διαθέσιμοι. Ο Καραζήσης και οι μαθητές του το ξέρουν καλά.

υγ. 2 Τα αποσπάσματα που χρησιμοποιούνται στο κείμενο προέρχονται από τον «Κρητικό» του Σολωμού.

Φωτογραφία: Θωμάς Ασιμακόπουλος

*Ο Γιώργος Φράγκογλου είναι Φιλόλογος.

Η θεατρική πάρασταση «Πενθεσίλεια» παρουσιάζεται και στο Bios στην Αθήνα έως 21 Νοεμβρίου.