«Ο πόνος είναι μια απαραίτητη αντιξοότητα από την οποία ο άνθρωπος βγαίνει με μια μεγαλύτερη πληρότητα, είναι πιο ποιοτικός, πιο γενναιόδωρος», η βασική αρχή του Περικλή Μουστάκη που φέτος ανάμεσα στο ήδη φορτωμένο του πρόγραμμα που μοιράζεται στον ρόλο του ως Ρούντολφ Χέλλερ στο έργο Πριν την αναχώρηση του Τόμας Μπέρνχαρντ και τη διεύθυνση σπουδών του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, σκηνοθετεί το βιωματικό αφήγημα του Σταύρου Ζουμπουλάκη Η Αδερφή μου, με περίσσια τόλμη, από τις 19 Δεκεμβρίου και για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων. Μέσα σε μια εορταστική Χριστουγεννιάτικη περίοδο, ο Περικλής Μουστάκης παρουσιάζει μια πρόταση καθόλου αναμενόμενη αλλά βαθιά σκεπτόμενη. Μέσα από την επιληψία της αδερφής του, που σφράγισε τη ζωή της και, με έναν άλλο τρόπο, και τη δική του, ο Σταύρος Ζουμπουλάκης μας μιλάει για την αρρώστια, τον πόνο, τη χαρά, την πίστη και πάνω από όλα για την καλοσύνη και την αγάπη. Ένα κείμενο τελικά παρηγορητικό.

Το ραντεβού μου με τον Περικλή Μουστάκη είχε δοθεί στην είσοδο της Αγγλικανικής Εκκλησίας του Αγίου Παύλου, στο Σύνταγμα και λανθασμένα βρέθηκα νωρίτερα στο ραντεβού μας κερδίζοντας χρόνο για να παρατηρήσω αρχικά τον μικρό καλαίσθητο περίβολο και την υπέροχη αρχιτεκτονική αυτού του επιβλητικού χώρου που δεν έχει διόλου τυχαία επιλεγεί για τη νέα παράσταση.

«Σκηνικό είναι η ίδια η εκκλησία, με εικαστική παρέμβαση τα κοστούμια. Η αδερφή και ο αδερφός. Αφηγείται ο αδερφός αλλά ο λόγος εκφέρεται μέσα από την αδερφή. Οδηγήτρια σκέψη, χωρίς να γίνεται αντιληπτό πώς θα μπορούσε να ακούει ένας νεκρός έναν ζώντα λόγο, ένας νεκρός που βρίσκεται σε άλλο πνευματικό πεδίο και δη αναστάσιμο», θα είναι τα πρώτα λόγια που θα μου πει όταν τον συναντήσω.

 

Πώς ξεκίνησε η ιδέα της σκηνοθεσίας αυτού του ξεχωριστού κειμένου;

Και ως ηθοποιός αλλά και ως σκηνοθέτης, μου αρέσει να ερωτοτροπώ, να συνδιαλέγομαι με ιδέες, με νοήματα. Αυτό ξεφεύγει από μια στεγνή οπτική του ρόλου. Είναι ένα νόημα που καλούμε να έχω σχέση διαλεκτική, με αυτή την έννοια, οδηγούμε σε κείμενα λογοτεχνικά. Τώρα για το συγκεκριμένο βιβλίο. Πρόκειται για ένα αφήγημα που θα έλεγα σε κάνει να σπαρταράς γιατί αναφέρεται σε πολύ αρχεγονικά πράγματα που βρίσκονται εν υπνώσει. Και ο λόγος του Σταύρου Ζουμπουλάκη, έχει λόγο παρηγορητικό ο οποίος δεν πολυακούγεται σήμερα. Γιατί δυστυχώς έχουμε την εσφαλμένη εντύπωση ότι δεν τον έχουμε ανάγκη. Έχουμε την ψευδαίσθηση μιας καταναλωτικής αθανασίας. Ότι δεν είμαστε πεπερασμένοι.  Η παράσταση παρουσιάζει αυτή την τρωτότητα που έχει ανάγκη τον άλλον για να υπάρξει. Γιατί από μόνη της δεν μπορεί να υπάρξει. Έχει ανάγκη τον άλλον για να υπάρξει, όπως επίσης και έχει ανάγκη να δώσει μια αισιόδοξη προοπτική στα πράγματα. Το κείμενο του Ζουμπουλάκη είναι αυτοβιογραφικό γραμμένο αμέσως μετά την κηδεία της αδερφής του, και εξιστορεί τη σχέση με την αδελφή του, από τα παιδικά τους χρόνια μέχρι τον χαμό της αλλά εστιάζει στον ανθρώπινο πόνο, σε έναν πόνο που δεν μοιράζεται αλλά είναι εν σιωπή και πώς αυτός ο πόνος μπορεί να οδηγήσει σε μια άλλη αισιόδοξη προοπτική, σε μια αναστάσιμη προοπτική. Βαθύτατα επηρεασμένος από το έργο της Σιμόν Βέιλ, τη μεγάλη φιλόσοφο και ακτιβίστρια του 20ου αιώνα, εμμένει στον σταυρό, στο μαρτύριο στον πόνο. Η παράδοσή μας όμως η χριστιανική έχει την προοπτική της ανάστασης. Αυτή είναι μια βαθύτατη χαρά. Και αυτή η ανάταση επέρχεται από την άπλετη αγάπη. Είναι αυτό που λέμε η αγάπη ανασταίνει. Και τον ζώντα και τον νεκρό. Είναι για εμένα το πιο επαναστατικό συναίσθημα. Γράφει λοιπόν αυτό το βιβλίο για να αποτυπωθεί η Γιούλα, η αδελφή του, μνημονεύοντάς την.

Υπάρχει μια παρηγοριά δηλαδή στο κείμενο;

Είναι ένας λόγος παρηγορητικός στους απαρηγόρητους καιρούς που ζούμε. Το έργο είναι διαποτισμένο με τον πόνο του ανθρώπου γιατί ο συλλογικός, εξ αντικειμένου πόνος είναι πιο παρηγορητικός. Όταν οι δυο μας έχουμε έναν κοινό πόνο, τον μοιραζόμαστε, ενώ τον πόνο μόνος μου είναι πιο δύσκολο να τον αντιμετωπίσω, φυσικά ο πόνος δεν είναι αυτοσκοπός αλλά ίσως είναι μια απαραίτητη αντιξοότητα από την οποία ο άνθρωπος βγαίνει με μια μεγαλύτερη πληρότητα, είναι πιο ποιοτικός, πιο γενναιόδωρος. «Όποιος έχει αγόγγυστα σκατοσκουπίσει άρρωστο είναι μείζων όλων των τιτάνων της θεολογίας. Γνώρισα στη ζωή μου σπουδαίους ανθρώπους, συγγραφείς, φιλοσόφους, επιστήμονες, ορισμένοι-οι λιγότεροι – μου έγιναν συμπαθείς, περνάω καλά στη συντροφιά τους. Η ηθική όμως εκτίμησή μου πηγαίνει μόνο,αποκλειστικά και μόνο σε όσους στάθηκαν δίπλα σε βαριά και ανίατα αρρώστους. Μόνο αυτούς θεωρώ μαθητές του Χριστού», γράφει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης.

«Μας φοβίζει η ανοικειότητα και θέλουμε απλώς να δούμε πράγματα για να πούμε “περάσαμε καλά”. Μα με την Τέχνη δεν πρέπει να περνάς καλά. Η Τέχνη σε ταράζει, σε ανακατατάσσει, σε μεταμορφώνει»

Φεύγοντας από την παράταση, ο θεατής τι θα ήθελες να πάρει μαζί του: την παρηγοριά, την ανάταση ή τον πόνο;

Ο Θεός μετά τη δημιουργία αποσύρεται για να αφήσει ελεύθερα τον άνθρωπο για να ζήσει, να αγαπήσει ό,τι θέλει και να κάνει ό,τι θέλει. Ο δημιουργός λοιπόν μετά το πέρας τον εργασιών του αποσύρεται. Οπότε το τι προσλαμβάνει ο κάθε θεατής είναι μια καθαρά ατομική υπόθεση και δεν ήθελα να πω πώς θα ήθελα να αποσυρθεί από την Αγγλικανική Εκκλησία.

Υπό αυτό το πρίσμα ένας σκηνοθέτης προσομοιάζει με τον Θεό;

Η κάθε δημιουργία έχει κάτι ένθεο.

Υπήρξε μια προσωπική στιγμή, μια προσωπική απώλεια που σου έδωσε το έναυσμα για να ασχοληθείς με αυτό το έργο; Υπήρξε κάποια περίοδος μελαγχολίας:

Δεν είναι θέμα μελαγχολίας. Είναι θέμα περισσότερο αυτοσυνειδησίας. Το έργο αν το δει κανείς πολύ ανοιχτά, θα εστιάσει στην απώλεια και στο τι σημαίνει απώλεια. Σίγουρα απώλεια κάποιου αγαπημένου αλλά και απώλεια συνείδησης και μνήμης. Όλη αυτή την πορεία, από την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου μέχρι την απώλεια της συνείδησης, της ατομικής και της συλλογικής, είναι ένα θέμα που καίει στην εποχή μας. Δυστυχώς στην εποχή μας δεν υπάρχει σχέση με το παρελθόν μας. Και όταν δεν υπάρχει σχέση με το παρελθόν, δεν έχεις ρίζωμα, η τάση στον άνθρωπο είναι να γίνεται ειδωλολάτρης, απέναντι και στον ίδιο τον εαυτό του. Και να εγκλωβίζεται εντός του εγώ του. Αυτό οδηγεί σε άκρα. Όταν εγκλωβίζομαι στον εαυτό μου, τότε δεν υπάρχει ο άλλος. Ή υπάρχει μόνο ο άλλος που είναι όμοιός μου. Το ανόμοιό μου, η ετερότητα δηλαδή, με φοβίζει και την μισώ. Ο άλλος δρόμος, μέσω του πόνου, με διανοίγει στον άλλον.

Μιλάμε λοιπόν για την απώλεια της ανθρωπιάς. Πόσο τελικά δύσκολο ήταν αυτό το εγχείρημα;

Πολύ δύσκολο. Το συγκεκριμένο έργο. Αλλά μην ξεχνάμε ότι στην υποκριτική αν δεν υπάρχουν αντιξοότητες πρέπει κανείς να τις δημιουργεί εντέχνως. Το ίδιο και σε μια σχέση. Εν τέλει, έρωτας ίσον αντιξοότητα.

Μα και στον έρωτα έχουμε απώλεια. Χάνουμε τον εαυτό μας.

Μα φυσικά. Και στον έρωτα πρέπει να ταπεινωθούμε.

Σκηνοθετικά ακουμπάς κυρίως στην έννοια της απώλειας;

Μα φυσικά. Στο τι σημαίνει απώλεια και στη σχέση μας με την απώλεια. Είτε πρόκειται για αγαπημένο μας πρόσωπο ή για κομμάτια του εαυτού μας που έχουμε ξεχάσει. Και αυτός είναι ένας αγώνας να βάζεις στην επιφάνεια πράγματα που νομίζεις ότι δεν έχουν ισχύ. Και όταν αρχίζεις και σέβεσαι πράγματα, αυτά αρχίζουν και ζωντανεύουν. Και η τάση μας είναι να ξεχνάμε τους νεκρούς. Είναι μια βάσανος αυτή η συνδιαλλαγή με άτομα που έχουμε χάσει. Όμως πρέπει να κλαίμε, πρέπει να υποφέρουμε, όχι ως αυτοσκοπός αλλά για να βρεθούμε σε ένα αναστάσιμο πεδίο. Μην ξεχνάμε ότι αυτούς που συνομιλούμε πάρα πολύ συχνά, περισσότερο από τους ζωντανούς, είναι οι νεκροί. Διαβάζουμε συγγραφείς που είναι νεκροί, βλέπουμε ταινίες σκηνοθετών που είναι νεκροί και ακούμε μουσική νεκρών. Οι νεκροί είναι απείρως περισσότεροι από τους ζωντανούς. Είναι λοιπόν μια σχέση ζωντανή.

Ποια είναι η σκηνοθετική σου οδηγία προς τη Δώρα Στυλιανέση που έχει και το βασικό ερμηνευτικό ρόλο;

Όλα αυτά. Αλλά η κυρίως εργασία έχει γίνει στον λόγο. Πώς προφέρεται ο λόγος. Στο ρυθμό, στην ακεραιότητα των λέξεων, των νοημάτων το οποίο αυτό δεν έχει σχέση με μια ρεαλιστική ματιά αλλά με μια μεταφυσική ματιά.

Άρα υπάρχουν και πολλές σιωπές;

Συνέχεια ουρλιάζω για τις σιωπές. Μέσα σε αυτό το τρέξιμο, όλοι μας δεν μπορούμε να σταθούμε. Και θέλουμε να βρούμε την τελεία. Η τελεία είναι ο θάνατος. Κάθε ολοκλήρωση ενός νοήματος, μιας πρότασης, είναι ανοιχτή για να συνεχιστεί από τον άλλον. Εμείς συνήθως βάζουμε μια τελεία, λες και τελειώνει η σκέψη. Δεν τελειώνει η σκέψη. Για αυτό άλλωστε και πολλοί συγγραφείς, γράφουν χωρίς σημεία στίξης. Και μιας και παίζω Μπέρνχαρντ φέτος, ο Μπέρνχαρντ δεν χρησιμοποιεί στα θεατρικά του έργα σημεία στίξης. Τα σημεία στίξης ανακαλύφθηκαν από τεμπέληδες. Πρέπει να υπάρχουν μόνο και μόνο για να βάζουμε ένα πλαίσιο και σε κάποια ευταξία την αναρχία που πρέπει να υπάρχει σε ένα δημιουργό. Γιατί ο δημιουργός είναι χάος. Αυτή η ηχορύπανση με την οποία έχουμε εξοικειωθεί τελείως μας αποπροσανατολίζει όλους αλλά και εμάς στο θέατρο. Χρειαζόμαστε μια άλλη αντιληπτικότητα προς τον χώρο που δεσπόζει η σιωπή, η καθαρότητα. Δυστυχώς τρέμουμε να μείνουμε στη σιωπή. Στα σπίτια παίζει πάντα μια τηλεόραση, ένα ραδιόφωνο για να μη βρεθούμε σε σιωπή με τον εαυτό μας. Ο εσωτερικός άνθρωπος δεν τρέμει τη σιωπή, την αποζητά. Μπορεί και μόνος του τελείως να αισθάνεται πλήρης. Πρέπει σαφώς να ζει εν κοινωνία αλλά χρειάζεται και το δικό του προσωπικό κελί για να αποσύρεται και να λειτουργήσει όπως θέλει. Το ίδιο γίνεται και σε μια διαπροσωπική σχέση. Χρειάζεται απόσυρση γιατί μας πνίγει το εγώ του άλλου. Αυτός είναι ένας αγώνας που δίνει ο εσωτερικός άνθρωπος ο οποίος ανήκει σε ένα άλλο πολιτισμικό εκκρεμές από το δικό μας. Το δικό μας είναι μεταξύ πάθους και επιπολαιότητας. Είναι ένα βαβουριάρικο, πανηγυριώτικο εκκρεμές. Ο εσωτερικός άνθρωπος έχει άλλη διαδικασία που μπορεί να φθάσει και σε νεύρωση, αλλά αν περάσει αυτά τα στενά, θα οδηγηθεί σε μια βαθιά πνευματικότητα. Σε αυτό διαφέρουμε και από τους βόρειους.

Σε λίγες ημέρες ξεκινάει η παράσταση και οι πρόβες τελειώνουν.

Είμαστε στην τελική ευθεία. Λέει ο Μπέργκμαν κάτι πολύ ωραίο για τους ηθοποιούς μετά την πρόβα: «Σε ευχαριστώ Χριστέ μου που επέτρεψες ακόμα μια φορά να κατέβει το Θαύμα σου προς εμάς». Αυτό το θαύμα δεν αφορά μόνο στις πρόβες αλλά συμβαίνει σε όλους μας. Είναι το οτιδήποτε συμβαίνει καθημερινά όταν ξημερώνει. Το θεωρούμε αυτονόητο αλλά δεν είναι. Στο Θαύμα δεν στέκεται ο άνθρωπος. Το προσπερνά. Δεν μένει στη στιγμή που το νερό γίνεται κρασί, στη στιγμή της μεταμόρφωσης των πραγμάτων και μένει σε μια εξωτερική, επιπόλαιη χαρά. Η χαρά για την οποία μιλάει ο Σταύρος (Ζουμπουλάκης) είναι μια χαρά βαθιά που εκ του πόνου προέρχεται.

Πως βλέπεις σήμερα το θεατρόφιλο κοινό;     

Θέλω να σου μιλήσω όχι για τον μέσο θεατή αλλά για ένα μεγάλο ποσοστό θεατών που καθοδηγούνται από κάποιους ανθρώπους. Δεν υπάρχει η αυτοσυνειδησία ότι δεν έχω ανάγκη να ακούσω γνώμες άλλων. Με ενοχλεί αυτό που υπάρχει στα περιοδικά με τίτλους όπως «10 παραστάσεις που πρέπει να δείτε», «5 αναμενόμενες παραστάσεις για τη φετινή χρονιά». Εγώ, δεν θέλω να δω το αναμενόμενο. Θέλω να δω το μη αναμενόμενο. Το αναμενόμενο το θέλουν πολλοί. Μας φοβίζει η ανοικειότητα και θέλουμε απλώς να δούμε πράγματα για να πούμε «περάσαμε καλά». Μα με την Τέχνη δεν πρέπει να περνάς καλά. Η Τέχνη σε ταράζει, σε ανακατατάσσει, σε μεταμορφώνει. Και ο δημιουργός για έναν τέτοιο φανταστικό θεατή θέλει να λειτουργεί – και αυτή είναι η διαφορά του καλλιτέχνη με τον πολιτικό που λειτουργεί για το μέσο όρο. Εγώ θέλω να φτιάχνω παραστάσεις για έναν μόνο θεατή που μπορεί να είναι και φανταστικός. Πρωταρχική ανάγκη του ανθρώπου είναι η ψυχική ανάταση. Δυστυχώς όμως σήμερα δεν υπάρχει υπομονή. Γιατί απαιτείται χρόνος για να έχεις την ηδονή της εξόδου από την πλήξη. Παλιά είχα ρωτήσει τις εντυπώσεις μιας φοιτήτριάς μου για το βιβλίο που διάβαζε. Ήταν το Αναζητώντας το χαμένο χρόνο του Προυστ. Μου είπε πως δεν της άρεσε. Το σταμάτησε στις 20 σελίδες. Γιατί ο Προυστ έχει στοιχεία πλήξης. Εκεί που δημιουργεί ένα σασπένς, ξαφνικά σταματάει και έχει μια περιγραφή της φύσης σε 15 σελίδες. Αυτό είναι φοβερή μαεστρία. Είναι σωστά ενταγμένο. Πάντως υπάρχουν άνθρωποι/θεατές που επιζητούν το φως. Το φως δεν φαίνεται. Πρέπει να σκάψεις στα σκοτάδια.

Για αυτό επιλέγεις φαντάζομαι φέτος για αυτό το έργο και τον χώρο της Αγγλικανικής Εκκλησίας και όχι ένα εμπορικό θέατρο αναμενόμενο.

Ναι φυσικά και αυτό είναι κάτι που έμαθα και από τα χρόνια που δούλεψα με τους φοιτητές μου στην ΑΣΚΗΣΗ που λίγο πολύ και ο χώρος αλλά και ο τρόπος δουλειάς ήταν έξω από τα δεδομένα. Με ενδιαφέρουν οι χώροι που φέρνουν μια μνήμη. Έχουν γίνει κηδείες, μνημόσυνα, βαφτίσεις. Οι θρησκευτικοί χώροι έχουν μια κατανυκτική ατμόσφαιρα, έχουν κάτι το υποβλητικό.

Ξεχωρίζεις ένα σημείο στην παράσταση;

Eίναι αρκετά. Αλλά υπάρχει ένα σημείο. Το γράμμα της μητέρας της Γιούλας το οποίο είναι γραμμένο και ανορθόγραφα μάλιστα, και λίγο πολύ της λέει «σε παρακαλώ περίμενε να πεθάνω εγώ πρώτα και εκεί πάνω θα περάσουμε ωραία, δεν υπάρχουν πόνοι, δεν υπάρχουν γιατροί» με έναν αφελέστατο τρόπο, αλλά τόσο βαθύ. Δεν μπορώ ακριβώς να πω τι γίνεται αλλά είναι φοβερό. Αυτό το γράμμα, λειτουργεί ως αντίδωρο σε όλο το εκκλησίασμα.

Μέχρι τώρα, μέσα από την κουβέντα μας δείχνεις να έχεις πίστη. Πιστεύεις στην ύπαρξη μιας ανώτερης δύναμης;

Είναι πολύ δύσκολη ερώτηση. Όμως μπορώ να πω ότι πιστεύω στο άπειρο της αγάπης που είναι ο Θεός. Πιστεύω σε ένα Θεό που δεν είναι λογιστής και χωροφύλακας και πιστεύω στην ενέργεια. Η ενέργεια δεν μπορεί να χαθεί. Και επειδή είπες πίστη θα ήθελα να προσθέσω ότι για εμένα πίστη σημαίνει αμφιβολία. Ο άνθρωπος πιστεύει, αμφιβάλλοντας. Δεν μπορεί να υπάρξει πίστη, χωρίς το μαρτύριο της αμφισβήτησης. Γιατί κανείς δεν μπορεί να σε διαβεβαιώσει για τίποτα. Μοιάζει με το μαρτύριο του Αβραάμ όταν πηγαίνει να θυσιάσει τον Ισαάκ. Ούτε στη γυναίκα του δεν το έχει πει. Έτσι και τον σκότωνε, θα ήταν ένας εγκληματίας. Όσο και αν πίστευε, δεν ήταν απολύτως σίγουρος. Να κάπως έτσι ζωντανεύουν τα ιστορικά πρόσωπα. Όταν τους προσδίδεις μια τρωτότητα, και όχι όταν τα αφήνεις σε μια ακαμψία.

Μίλησέ μου λίγο και για τον άλλο βασικό σου ρόλο, εκείνο του δασκάλου.

Το θέατρο, το βλέπω σαφώς μέσα από την παιδαγωγική που κυρίως λειτουργείται μέσα από τις υποκριτικές σχολές. Η παιδαγωγική και η ανάπτυξη της προσωπικής τεχνικής του ηθοποιού. Για αυτό και εργάζομαι, μετά μανίας, σε δραματικές σχολές επί 22 συναπτά έτη και φέτος είμαι στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν, και στην Ανώτερη Δραματική Σχολή της σχολής Χορού του Ωδείου Αθηνών. Επίσης είμαι διευθυντής σπουδών του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας. Για εμένα το δασκαλίκι είναι το πρώτο.

Πώς βλέπεις το επίπεδο των σπουδαστών;

Όπως το επίπεδο των παιδιών γύρω στα 20-22 τους χρόνια. Λείπουν οι αναφορές. Οι αναφορές  σε αναστήματα πνευματικά. Λέει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης «αν στην εφηβεία σου ή στη νεότητά σου δεν έχει σπαρταρίσει το σώμα σου με ένα ποίημα, δεν θα συμβεί ποτέ. Μπορεί να μάθεις να το αποκωδικοποιείς, να το ταξινομείς, να το ερμηνεύεις αλλά αυτή η σωματοποίηση δεν πρόκειται να έρθει». Λείπουν τα διαβάσματα. Δεν είναι δυνατόν ένα παιδί που έχει φθάσει στα 25 του να μην έχει διαβάσει Ντοστογιέφσκι. Με αυτή την έννοια χρειάζεται μια παιδαγωγική. Αυτό είναι βέβαια ένα γενικότερο φαινόμενο. Το στοίχημα λοιπόν για εμένα είναι ένα παιδί σε μια δραματική σχολή να γίνει τελικά ένας καλλιεργημένος άνθρωπος κατά αρχήν και μετά ηθοποιός. Γιατί το θέατρο δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μια χοάνη που εκεί εκχύνονται μέσα της τα πάντα, ο κόσμος όλος. Άρα πρέπει να ξέρω τα πάντα για να ανοίξει το μυαλό μου. Ο σκοπός του ανθρώπου είναι να απευθύνεται στους ρόλους. Να φανερώσει τις μάσκες και τις δικές του ρωγμές, την προσωπική του ατέλεια. Μέσα από τη δική μας ατέλεια πρέπει να κοινωνήσουμε τον δικό μας εξομολογητικό λόγο. Και αυτό το τρέμουμε όλοι. H τέχνη δεν γίνεται εκ του ασφαλούς.

Info παράστασης

Η αδερφή μου | 19 Δεκεμβρίου 2019 – 17 Φεβρουαρίου 2020 | Αγγλικανική Εκκλησία του Αγίου Παύλου