Το Εθνικό Θέατρο, τιμώντας τον Παύλο Μάτεσι, ενέταξε στο φετινό του ρεπερτόριο τον “Περιποιητή φυτών”, το έργο που είχε κάνει την πανελλήνια πρεμιέρα του επίσης στο Εθνικό Θέατρο, το 1989.

Ο Παύλος Μάτεσις ανήκει στη γενιά εκείνη των Ελλήνων δραματουργών που “ανδρώθηκαν” κατά την κρίσιμη δεκαετία του 1960· η μετεμφυλιακή Ελλάδα, η πολιτική αστάθεια της περιόδου, η επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας -αλλά και, από δραματουργική άποψη, η στροφή που είχε ήδη συντελεστεί προς νέα, μη ηθογραφικά, μονοπάτια χάρη στον Ιάκωβο Καμπανέλλη- συνετέλεσαν στη διαμόρφωση μίας νέας δραματουργικής τάσης, γνωστής ως “ελληνική εκδοχή του θεάτρου του παραλόγου”, με κυριότερους εκφραστές τον Μάτεσι, τον Σκούρτη, τον Ζιώγα, τον Καρρά. Τα χαρακτηριστικά της γραφής των εν λόγω δημιουργών, χωρίς να σημαίνει ότι ταυτίζονται -όπως δεν ταυτίζονται ούτε οι δραματουργοί της “πρωτότυπης” εκδοχής-, παρουσιάζουν αισθητικές συγγένειες με το θέατρο του παραλόγου, για λόγους καθόλου τυχαίους με την εποχή που τους γέννησε, στους οποίους συνυπολογίζονται τόσο η έξωθεν ανάγκη αποφυγής της λογοκρισίας όσο και η ωρίμανση των συνθηκών για μια νέα δραματική γραφή. Η ιδιαιτερότητα του είδους, ότι εκφράζεται με (μια υποτιθέμενη) “ασάφεια” νοήματος, ότι κάνει χρήση του υπονοούμενου, της νοηματικής παραπομπής, του υπο-κειμένου, ότι προϋποθέτει τη συνενοχή των θεατών για τη διαμόρφωση και την πρόσληψη του νοήματος, αποδείχθηκε για αυτή τη γενιά συγγραφέων ένα πολύτιμο εργαλείο προς την ικανοποίηση των προαναφερθέντων λόγων.

Ο “Περιποιητής φυτών”, γραμμένο το 1987, δεν είναι έργο αυτής της περιόδου. Είναι όμως ένα χαρακτηριστικό δείγμα γραφής αυτής της τάσης, που συνέχισε να καλλιεργείται – επιτυχώς, τουλάχιστον στις περιπτώσεις όπου προέκυπτε από συγγραφικό ταλέντο και πραγματική δραματουργική αναγκαιότητα. Στο έργο, δύο άντρες βρίσκονται απομονωμένοι σε μια παραλία, ετοιμάζοντας μια παράσταση που δε δίνεται ποτέ, περιμένοντας κάποιους θεατές που δεν έρχονται ποτέ. Έχοντας διαφύγει από τις προηγούμενες ζωές τους, ζουν σε έναν απροσδιόριστο χωροχρόνο και επιδίδονται με φανατική προσήλωση, καθημερινά και επαναλαμβανόμενα, στην προετοιμασία αυτής της παράστασης που έχει γίνει ο αυτοσκοπός τους. Μοναδικός επισκέπτης τους είναι ο μαθητής τους, ένας νεαρός ασκούμενος “ηθοποιός”, περιποιητής φυτών στο επάγγελμα. Η παρουσία του θα αποδειχθεί καταλύτης, όταν αποκαλυφθεί πως στην πραγματικότητα ο περιποιητής φυτών δε φροντίζει φυτά ή λουλούδια, αλλά “ανθρώπινες ψυχές που έπρεπε να έχουν φύγει όμως το αμέλησαν”.

Σε αυτήν τη μετα-δραματική αλληγορία πάνω στη ζωή, την ύπαρξη και το θάνατο, που θα μπορούσε να συνοψιστεί στον τίτλο “η ζωή ως παράσταση/πρόβα”, ο Έκτορας Λυγίζος επεφύλαξε μια καθαρή σκηνοθεσία. Πρόθεσή του ήταν σαφώς να εστιάσει στις -στενές και αλληλοεξαρτώμενες- σχέσεις των ηρώων (γι’ αυτό το λόγο προφανώς μείωσε και τα πρόσωπα του έργου στα τρία βασικά) και έτσι δούλεψε ιδιαίτερα με τους δύο ήρωες-(επίδοξους) ηθοποιούς, παραδίδοντας στη σκηνή ένα δίδυμο τέλειας εκφραστικής εναρμόνισης και επικοινωνίας – και η οποία υπηρετήθηκε εξαιρετικά από τους Γιώργο Συμεωνίδη και Δημήτρη Παπανικολάου. Επιπροσθέτως, εισήγαγε εξαρχής στη σκηνή το ρόλο του “Περιποιητή φυτών” ως καθρέφτη της δράσης δημιουργώντας μια άλλη δυναμική στη σκηνική εικόνα. Το σαν κάτοψη σκηνικό ενός σπιτιού χωρίς τοίχους, υπονοώντας ίσως την κατάργηση των νοητών ορίων μεταξύ σκηνής και πλατείας, έπαιξε με τη θεατρική έννοια του “τέταρτου τοίχου” και συντέλεσε από την πλευρά του στο μετα-δραματικό περιβάλλον που θέλησε να υπηρετήσει η παράσταση. (Μου) έλειψε, όμως, μια πιο στοχευμένη σκηνοθεσία, μια πιο διακριτή στόχευση σε επίμαχα σημεία του έργου (στον ρόλο του Περιποιητή κυρίως) που θα την απογείωναν ένα επίπεδο πάνω από αυτό που ήταν: μια καλοδουλεμένη ανάγνωση χωρίς κλιμακώσεις που παραδόθηκε στους θεατές αφήνοντάς τους την ευθύνη της προσωπικής πρόσληψης.

Η παράσταση «Περιποιητής Φυτών» θα παίζεται στη Νέα Σκηνή “Νίκος Κούρκουλος” του Εθνικού Θεάτρου μέχρι την 1η Δεκεμβρίου.