«Ο χρόνος είναι η τίγρη που με καταβροχθίζει, αλλά εγώ είμαι η τίγρη», έλεγε ο Χ. Λ. Μπόρχες. Για το Γερμανό σκηνοθέτη Philipp Hartmann ο χρόνος είναι λιοντάρι. Ένα λιοντάρι που βρυχάται. Με την ταινία «Ο χρόνος περνά σαν λιοντάρι που βρυχάται» θα συμμετέχει στο 7ο Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας (17-27 Οκτωβρίου). Στο διαγωνιστικό τμήμα «Αφηγηματικά + όχι» φιλοξενούνται δέκα ταινίες που εστιάζουν στην υποκειμενική αλήθεια μιας κρίσης, το πώς δηλαδή αυτή βιώνεται σε προσωπικό επίπεδο. Η ταινία αρχικά με παραξένεψε με το αφηγηματικό της ύφος και μετά με συγκίνησε πολύ… για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Μέσα από διηγήσεις ανθρώπων, αναμνήσεις, σκέψεις, φωτογραφίες και ενθύμια, ο Hartmann κάνει μια αφοπλιστικά ειλικρινή εξομολόγηση για τη θέση του στο χρόνο που περνά. Σίγουρα κάπου εκεί βρίσκει ο καθένας μας το δικό του προσωπικό, ίσως ανομολόγητο μερίδιο φόβου, άγχους, ελπίδας ή θυμού. Μια ακόμα εξομολόγηση κάνει και στο ελculture…

ελc: Πώς αποφάσισες να κάνεις μια ταινία για το χρόνο;
Philipp Hartmann: Πριν από τρεισήμισι χρόνια, στα 38 ¼ μου, συνειδητοποίησα ότι είμαι στα μισά του στατιστικά προσδόκιμου μέσου όρου ζωής. Και παράλληλα έβλεπα εντονότερα να συμβαίνει αυτό που όλοι γνωρίζουμε: Όσο μεγαλώνει κανείς, τόσο πιο γρήγορα φαίνεται να περνά ο χρόνος. Έτσι αποφάσισα να κάνω μια ταινία και να διερευνήσω για μένα τον ίδιο, τι είναι ο χρόνος που τρέχει πόσο γρήγορα. Προέκυψε ένα κινηματογραφικό κολάζ που με έναν πολύ προσωπικό τρόπο ασχολείται με διαφορετικές πλευρές του χρόνου. Κι απ’ αυτό, γεννιέται ελπίζω μια ιδέα για το θεατή, για το τι σημαίνει χρόνος και πώς τον βιώνει ο άνθρωπος. Εντέλει όμως δεν πρόκειται για τον ίδιο το χρόνο, αλλά για τη δική μας αλλαγή στο πέρασμά του. Τι κάνουμε με τον ορισμένο χρόνο ζωής μας, πώς αξιοποιούμε το χρόνο. Και συχνά, πώς αποτυγχάνουμε σ’ αυτό…

ελc: Η ταινία σου προβάλλεται στο 7ο Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου στην Αθήνα και εντάσσεται στη θεματική της κρίσης. Πώς συνδέεται με αυτή;
P.H.:
Το φιλμ ασχολείται με την κρίση – την προσωπική κρίση, την κατάρρευση υπό την πίεση του χρόνου. Ίσως μπορεί κανείς να κάνει την αναγωγή στην κοινωνία που ζούμε. Με αυτή την έννοια, η ταινία μου είναι πολιτική και δεν προσφέρει απλές λύσεις. Επίσης, είναι ανεξάρτητη παραγωγή, γυρίστηκε με πολλούς φίλους και συνεργάτες, σαν μια κολεκτίβα ιδεών. Η συμμετοχή της στο Φεστιβάλ της Αθήνας είναι πολύ σημαντική για μένα. Πρόκειται για ένα φεστιβάλ, που στην εποχή της κρίσης, πραγματοποιείται σε έναν κινηματογράφο με σαφώς διαχωρισμένη θέση από το Χόλυγουντ και τις αποβλακωτικές παραγωγές τηλεοπτικού Τύπου. Ένα φεστιβάλ που, όπως κι εγώ με την ταινία μου, παίρνει στα σοβαρά το νοήμονα άνθρωπο. Μόνον όταν σκεφτόμαστε κι όχι απλά καταναλώνουμε, όταν μαθαίνουμε να μην αφήνουμε τον άλλον να μας λέει τι είναι σωστό και λάθος, τότε μπορούμε ίσως να επιλύσουμε και τις πολιτικές και κοινωνικές κρίσεις.

ελc: Το φιλμ είναι συνδεδεμένο με την απώλεια του πατέρα σου. Πιστεύεις ότι ο άνθρωπος μετρά το χρόνο με βάση τον θάνατο; Και επίσης, τι ρόλο παίζουν οι αναμνήσεις;
P.H.:
Ναι, η ταινία έχει πολύ να κάνει με το θάνατο του πατέρα μου. Στο τέλος, δε, προεξοφλώ και το δικό μου θάνατο. Θα ήθελα να πιστεύω ότι μετά το θάνατο έρχεται η αιώνια ζωή κοντά στον Θεό κ.λπ, αλλά φοβάμαι ότι τελικά ο θάνατος είναι το τέλος του χρόνου. Ένα τέλος που κάνει εμάς τους ζωντανούς να συνειδητοποιούμε με πόνο ότι και ο δικός μας χρόνος είναι ένας και μοναδικός. Όσο για τις αναμνήσεις, είναι σαν απεικονίσεις του χρόνου ή των περασμένων στιγμών. Αυτό φυσικά με ενδιαφέρει πολύ σαν κινηματογραφιστή: Πώς μπορεί κανείς να αποδώσει το χρόνο και τις αναμνήσεις σε εικόνες; Ή μπορεί άραγε κανείς να σταματήσει ή έστω να επιβραδύνει το χρόνο κινηματογραφώντας τον; Σε μια σκηνή του φιλμ δείχνω μικρά ενθύμια στο γραφείο μου, από ανθρώπους ή περιστατικά του παρελθόντος, και διηγούμαι τις ιστορίες τους. Αυτά τα ενθύμια με βοηθούν να μη λησμονώ τις στιγμές που πέρασαν. Αλλά παράλληλα με κάνουν να συνειδητοποιώ, πώς περνά ο χρόνος και αλλάζει ο άνθρωπος. Το ίδιο συμβαίνει και με τις φωτογραφίες. Σε μια σκηνή μιλάω για το θάνατο του πατέρα μου και το πώς εγώ κι η μητέρα μου τραβήξαμε φωτογραφίες όταν ήταν νεκρός. Νιώθαμε ότι οφείλαμε να το κάνουμε και συνάμα γνωρίζαμε ότι δε θα τις βλέπαμε ποτέ στο μέλλον. Κι όμως είναι οι περασμένες στιγμές και οι αναμνήσεις που κάνουν πιο πλούσια τη ζωή μας. Συνθέτουν, όπως και η ταινία μου, ένα καλειδοσκόπιο διαφορετικών στιγμών που αποτελούν το όλο.

ελc: Στη χώρα σου η διαχείριση του χρόνου παίζει πολύ σημαντικό ρόλο. Όταν αποδιοργανωθεί για κάποιο λόγο, ο κόσμος αποπροσανατολίζεται. Τι νιώθεις γι’ αυτή την εξουσία του χρόνου, για την οποία μιλά και η ταινία σου;
P.H.:
Ο αποπροσανατολισμός έχει να κάνει με πολλά, μεταξύ των οποίων και η «δικτατορία του χρόνου». Το πρόβλημα βρίσκεται ίσως στη διαφορά ανάμεσα στον κοινωνικά οργανωμένο χρόνο και στον ανθρώπινο, βιολογικό χρόνο. Όλοι ξέρουμε ότι ακολουθούμε κάποιους χρονικούς κανόνες, ώστε να λειτουργεί το σύστημα. Παράλληλα, ξέρουμε ότι αυτοί οι κανόνες δε μας ωφελούν πάντα. Νομίζω ότι βοηθά αν κανείς δεν υποδουλώνεται εντελώς στο χρονικό σύστημα, αλλά επωφελείται από τα μικροπροβλήματα και λάθη του. Αυτό είναι μια μορφή αντίστασης. Σε πολλά σημεία της ταινίας μου ψάχνω αυτά τα λάθη που δείχνουν ότι ακόμα και ο οργανωμένος χρόνος έχει ατέλειες. Η ίδια η μορφή της ταινίας, χωρίς τις κλασικές φόρμες και χρόνους, αντιστέκεται στη δικτατορία του.

ελc: Πόσο μετρά ο συγχρονισμός, η σύμπτωση ή η έκπληξη στο χρόνο;
P.H.:
Είναι πάντα σημαντικό να είσαι ανοικτός σε εκπλήξεις, συμπτώσεις και νέες οπτικές. Γι’ αυτό μου ήταν εξαρχής σαφές ότι δεν ήθελα να κάνω ένα συμβατικό φιλμ γραμμικής αφήγησης, ούτε ένα διδακτικό ντοκιμαντέρ στο στυλ των τηλεοπτικών ρεπορτάζ, όπου ο θεατής ακούει και, με την απατηλή πεποίθηση ότι έχει καταλάβει τα πάντα, πάει ευχαριστημένος στο σπίτι του. Η ταινία μου είναι ένα ανοικτό και ατελές δοκίμιο-ψηφιδωτό από διάφορες ιδέες και προσωπικές μου σκέψεις. Δεν εξηγώ τι είναι χρόνος, ούτε θα μπορούσα άλλωστε, παρά προσκαλώ το θεατή να χρησιμοποιήσει τις ιδέες μου ερμηνεύοντας το φιλμ με το δικό του τρόπο. Συγχρόνως όμως είναι σημαντικός και ο σωστός συγχρονισμός, ο σχεδιασμός, αφού το παρόν επηρεάζει διαρκώς το μέλλον. Ακόμα κι αν δε γίνεται ίσως άμεσα αντιληπτό, η ταινία μου έχει μια περίπλοκη και μελετημένη δομή, όπου το κάθε δευτερόλεπτο κάνει τη διαφορά. Τέλος, είναι σημαντικό αυτό που λέει στην ταινία ο παλιός μου καθηγητής και φίλος – ότι ο άνθρωπος, τόσο στο σινεμά όσο και στη ζωή, πρέπει να είναι ανοικτός στις εκπλήξεις. Να περιμένει το αναπάντεχο. Μόνο έτσι ανακαλύπτει κανείς τις πραγματικά συναρπαστικές και σπουδαίες στιγμές.

Η ταινία του Philipp Hartmann «Ο χρόνος περνά σαν λιοντάρι που βρυχάται» προβάλλεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας στις 22 Οκτωβρίου στις 20:00, στο πλαίσιο του 7ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας (17-27 Οκτωβρίου).