Στην Καλιφόρνια του 1973 ο δεκαπεντάχρονος Γκάρι συναντά την εικοσιπεντάχρονη Αλάνα. Εκείνος γοητεύεται συνολικά μαζί της και δηλώνει με σιγουριά στον μικρότερο αδελφό του ότι γνώρισε τη γυναίκα που μια μέρα θα παντρευτεί, εκείνη πάλι γοητεύεται από την έντονη και διόλου αδιάφορη και προχωρημένη για την ηλικία του προσωπικότητά του, αλλά του ξεκόβει ότι είναι πάρα πολύ μικρός για να του μπαίνουν άλλου είδους σκέψεις στο μυαλό και ότι είναι μόνο φίλη του.

Δεν θα μείνει μόνο φίλη του, θα αλλάξει στην πορεία πολλούς ρόλους, από ενήλικη συνοδός – κηδεμόνας του σε ταξίδι στη Νέα Υόρκη, στην οποία ο Γκάρι ταξιδεύει γιατί είναι μέλος παιδικού θιάσου, ως συνεργάτης – υφιστάμενή του σε μια από τις επιχειρήσεις που ο πάντα ανήλικος Γκάρι θα προλάβει να ανοίξει, μέχρι και πάγια σχεδόν οδηγός του, γιατί ο Γκάρι και η ανήλικη κομπανία που κουβαλά μαζί του δεν έχουν ακόμα δίπλωμα οδήγησης. Κι όσο η σχέση τους περνάει τα διάφορα στάδιά της, με τον αμφίθυμο απ’ την πλευρά της Αλάνα αλλά πάντως διάχυτο ρομαντισμό της να την διέπει σε όλα της τα στάδια, ο Γκάρι και η Αλάνα τρέχουν και τρέχουν και τρέχουν. Άλλοτε μαζί προς την ίδια κατεύθυνση, άλλοτε εκείνη προς την πλευρά του, άλλοτε εκείνος προς τη δική της.

Έχει μόλις συμβεί από το πουθενά ένα εντελώς άδικο και θα μπορούσε να πει κανείς οριακά τραυματικό γεγονός στον Γκάρι. Μια άλλου τύπου ταινία σίγουρα θα το χρωμάτιζε αλλιώς. Για την ακρίβεια είναι τόσο εκτός του ως εκείνη την ώρα χαρακτήρα του «Πίτσα Γλυκόριζα» αυτό που συμβαίνει, που σε ξαφνιάζει κι εσένα ως θεατή. Η Αλάνα έτρεχε προς την πλευρά του Γκάρι όσο το συμβάν ήταν σε εξέλιξη. Όταν τελειώνει και ο Γκάρι φεύγει και πηγαίνει προς το μέρος της, έχουμε μια απροσδόκητη αλλαγή ύφους, έχουμε για την ακρίβεια μια ακαριαία επαναφορά του ύφους που προϋπήρχε πριν αυτό το ολιγόλεπτο βαρύ ιντερμέδιο: ο Γκάρι και η Αλάνα τρέχουν μακριά απ’ το άδικο και οριακά τραυματικό γεγονός, γελώντας και κοιτώντας ο έναν τον άλλον, με το υπέροχο σάουντρακ να γεμίζει τα αυτιά μας.

Προφανώς και γουστάρονται, προφανώς και γουστάρουν αν μη τι άλλο ο ένας την παρέα του άλλου, αλλά το κυρίαρχο εδώ -νομίζω πως- είναι το εξής: είμαστε τόσο νέοι που μπορούμε να τρέχουμε και να αφήνουμε πίσω αμέσως και την αδικία και το τραύμα και το βάρος. Αν θα κατακάτσει μέσα μας και θα έχουμε να θυμόμαστε ότι μας συνέβη μια μέρα κι αυτό, είναι κάτι άλλο. Τώρα όμως είμαστε εντελώς νέοι και αφού δεν πάθαμε και τίποτα, δεν μας εμποδίζει και τίποτα και κανείς να τρέξουμε. Να τρέξουμε, να κοιταζόμαστε και να γελάμε. Τρέχουμε ανάλαφρα, γιορτάζουμε τη νιότη μας και την ελαφράδα μας. Δεν ακούμε το σάουντρακ που εσείς οι θεατές ακούτε, αλλά κατά κάποιον τρόπο το ακούμε κιόλας.

Οι κατά την εκτίμησή μου πιο αδύνατες ως τώρα ταινίες στην σπουδαία φιλμογραφία του Πολ Τόμας Άντερσον είναι οι απόπειρες του για πιο ανάλαφρες προσεγγίσεις ειδών, με το “Punch-Drunk Love” και το “Ιnherent Vice”. Toυ πάει πάρα πολύ το βάρος του Άντερσον. Το σηκώνει. Στην ελαφράδα ως τώρα το έχανε. Με το «Πίτσα Γλυκόριζα» ο Πολ Τόμας Άντερσον δείχνει ότι μπορεί να χειριστεί πλέον πολύ πιο επιδέξια και την ελαφράδα, κι η συγκεκριμένη σκηνή είναι η καλύτερη απόδειξη.

Αλλά ας μιλήσουμε για ένα τρέξιμο ακόμα. Έχει στηθεί ένα σκηνικό αυτοσχέδιου σόου. Όλα τα μάτια είναι στραμμένα στο σόου, το σόου έχει πρωταγωνιστή μεγάλο σταρ, οι αυτόπτες μάρτυρες – θεατές έχουν το σπάνιο προνόμιο να δουν μπροστά τους ό,τι κανονικά βλέπουν μόνο στο σινεμά, το σόου τρέχει μαρσάροντας και επιταχύνοντας προς μια κατεύθυνση για να πραγματοποιηθεί, ο Γκάρι όμως τρέχει προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, φεύγει μακριά από το σόου, τρέχει προς τα εκεί που δεν είναι το σόου, τρέχει να δει αν είναι καλά η Αλάνα.

Ας μείνουμε λίγο ακόμα στο σόου. Από την πρώτη σκηνή της ταινίας, που η Αλάνα γυρνάει στους διαδρόμους του σχολείου προσφέροντας καθρεφτάκι και βούρτσα στους μαθητές που πάνε για τη σχολική φωτογράφιση, ως τον τρόπο που γίνεται προμόσιον κάθε νέας επιχειρηματικής ιδέας, μέχρι το σκηνικό με την αναπαράσταση σκηνής δράσης για την οποία μιλήσαμε αμέσως πιο πάνω, είναι σαν τα πάντα στην Καλιφόρνια να συνδέονται με σόου. Ο Γκάρι παιδί μεγαλωμένο στη σόου μπίζνες, κάνει μετά μπίζνες προσφέροντας σόου, την ώρα που βετεράνοι σκηνοθέτες και βετεράνοι σταρ έχουν την ανάγκη να προσφέρουν σόου και χωρίς καμία κάμερα να τραβά στα αλήθεια, αλλά και σαν μια κάμερα πάντα να τραβά, οπότε ακόμα κι αν είσαι παιδί σκηνοθέτησε λίγο τον εαυτό σου, χτενίσου και κοιτάξου στον καθρέφτη που σε κοιτά σαν κάμερα πριν σε απαθανατίσει η κάμερα του φωτογράφου.

Όταν από τη μέση του «Πίτσα Γλυκόριζα» θα αρχίσουν να εμφανίζονται σε δεύτερους ρόλους και τα βαριά ονόματα του καστ, είναι σαν να έχουμε περάσει σε μια σειρά από αυτοτελή επεισόδια, τα περισσότερα εκ των οποίων (αν και σίγουρα όχι όλα τους) ανεκδοτολογικού τύπου. Κι ενώ θεωρητικά αυτό θα έπρεπε να αποτελεί αφηγηματικό πρόβλημα για την ταινία, καταλήγει να την πλουτίζει. Την πλουτίζει γιατί και σκηνοθετικά και από πλευράς διαλόγων αλλά και κατεξοχήν ερμηνευτικά έχουμε να κάνουμε με απολαυστικά επεισόδια.

Την πλουτίζει γιατί όσο γλυκιά κι αν είναι η ιστορία του νεαρού ζευγαριού και όσο ευφρόσυνη κι αν είναι η αναπαράσταση της εποχής, ίσως δεν θα αρκούσαν από μόνα τους για να κάνουν την ταινία να σταθεί γερά στα πόδια της. Ενώ λοιπόν για την μισή ταινία χαιρόμασταν να παρακολουθούμε το εξαιρετικό δίδυμο του Κούπερ Χόφμαν και της υπέροχης Αλάνα Χάιμ, ενώ η ταινία ως τότε ήταν ολόδική τους, έρχεται να σταθεί δίπλα στη φρεσκάδα τους η στόφα που κουβαλούν larger than life περσόνες, όπως αυτές του Σον Πεν και του Τομ Γουέιτς, που φέρουν επί της οθόνης την ιστορία τους, το ανάστημά τους, τον μαγνητισμό τους, είναι δευτερευόντως οι ρόλοι τους και κυρίως η φιγούρα τους.

 Το «Πίτσα Γλυκόριζα» είναι αγαπησιάρικο, ατμοσφαιρικό, νοσταλγικό, έχει στιγμές ξεκαρδιστικά αστείες, έχει στιγμές πολύ ρομαντικές, είναι συνολικά ευφρόσυνο. Είναι όμως και κάτι πολύ περισσότερο απ’ αυτά, κάτι πολύ πιο διαπεραστικό απ’ αυτά, κάνει ένα πολύ πιο βαθύ γκελ μέσα σου, αν τύχαινε και ήσουν ένας από εκείνους που θεωρούσαν τον πατέρα του Κούπερ Χόφμαν ίσως και τον σημαντικότερο ηθοποιό της γενιάς του, αν τύχαινε και περίμενες να δεις κάθε νέα του ταινία με λαχτάρα, αν θεωρούσες ότι μεγαλώνατε μαζί, αν θεωρούσες ότι έχεις μια ιδιαίτερη σχέση μαζί του. Αν τα θεωρούσες όλα αυτά, τότε όταν πριν οκτώ χρόνια ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν πέθανε από υπερβολική δόση ναρκωτικών, ζορίστηκες από πολλά πράγματα ταυτόχρονα: γιατί -οσοδήποτε τρελό κι αν ακούγεται- είχες χάσει κάποιον άνθρωπο που αγαπούσες, γιατί δεν πέθανε «πλήρης ημερών» και με μια καριέρα που είχε φτάσει στο τέρμα της, αλλά το ακριβώς αντίθετο, γιατί οι μέρες του τελείωσαν επειδή φαίνεται ότι δυσκολευόταν να τις αντέξει από μόνος του, επειδή φαίνεται πως το φως μέσα του, το φως που μετέδιδε είχε από πίσω του αντίστοιχης δύναμης σκοτάδι.

Δεκαοκτώ στα δεκαεννιά σήμερα, δέκα στα έντεκα όταν ο ίδιος του ο πατέρας -κι όχι ένας ηθοποιός που αγάπησε- πέθανε από ναρκωτικά, ο Κούπερ Χόφμαν σκηνοθετείται απ’ τον Πολ Τόμας Άντερσον, ο φακός του οποίου λάτρεψε τον πατέρα του όσο σχεδόν κανείς άλλος φακός σε μια καριέρα εκρηκτικής λατρείας. Βλέποντας τον Κούπερ βλέπουμε και κάτι απ’ τον πατέρα του, όπως όλοι κουβαλάμε μέσα μας και έξω μας κάτι απ’ τους γονείς μας, είτε το θέλουμε είτε όχι, είτε το αγαπάμε είτε όχι, είτε μας πονά είτε όχι, είτε και το αγαπάμε και μας πονά είτε όχι, είτε θα θέλαμε να ήμασταν αλλιώς είτε όχι. Βλέποντας τον Κούπερ στο «Πίτσα Γλυκόριζα» αφού πρώτα ανατριχιάζω, αρχίζω μετά και κάνω ανάρμοστες χειρονομίες και λέω αισχρά λόγια στον θάνατο, την καταστροφή, την αυτοκαταστροφή και τη φυγή, γιατί απέναντί τους θα υπάρχει πάντα η ζωή, η δημιουργία, η διάσωση και η επιστροφή.

Βλέποντας όμως κι ότι ο Κούπερ δεν είναι απλά γιος του πατέρα του, αλλά το κουβαλά κι ο ίδιος πολύ το χάρισμα, αντί να σκεφτείς ότι αυτό που διακόπηκε για οκτώ χρόνια θα ξαναρχίσει σε ένα βαθμό να υπάρχει με την παρουσία στο σινεμά του γιου Χόφμαν, σκέφτεσαι τελικά ότι κάθε άνθρωπος είναι ο εαυτός του. Ακριβώς όπως όταν βλέπεις τον γιο σου να σε φτάνει πια στο μπόι, σκέφτεσαι δεν είναι η δική σου αθανασία το ζητούμενο, δεν είναι η δική σου συνέχεια το ζητούμενο. Δεν λειτουργούν έτσι αυτά – και ευτυχώς.

Αν λοιπόν όντως ο Κούπερ Χόφμαν κάνει μεγάλη καριέρα, του υπόσχομαι ότι εφεξής θα τον βλέπω και θα τον αντιμετωπίζω ως τον εαυτό του και μόνο. Ειδικά όμως για την «Πίτσα Γλυκόριζα», ας μου επιτρέψει να ανατριχιάζω και για τον πατέρα του, ας μου επιτρέψει να βλέπω ότι ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν ζει ξανά, όχι μόνο μέσω των παλιών ταινιών, αλλά και μέσω αυτής εδώ, ως φάντασμα, ως αύρα, ως αποτύπωμα, ως σουλούπι, ως χρώματα, ως έκφραση, ως νιότη, ως ανάσταση, ως ζωή.