Κείμενο: Κωστής Καλογρούλης

Η πρώτη φορά που είχα διαβάσει την Όλγκα Τοκάρτσουκ ήταν πριν από τρία ή τέσσερα χρόνια, ελάχιστα πριν γίνει διεθνώς γνωστή ως η επιφανέστερη Πολωνή συγγραφέας, όταν είχα διαβάσει το Αρχέγονο. Ομολογώ ότι δεν ένιωσα να συνδέομαι με τη γραφή της. Αναγνώρισα μεν την πρωτοτυπία και ιδιαιτερότητα της αφηγηματικής της φωνής, αλλά ένιωθα ότι διάβαζα ένα εντελώς ξένο προς εμένα στοιχείο, ποιητικό αλλά αφηρημένο, χωρίς τα κοινά σημεία αναφοράς που θα μου επέτρεπαν να το εκτιμήσω. Η μετέπειτα βράβευση της Τοκάρτσουκ με το Νόμπελ μου φάνηκε σαν μία ακόμα πολιτική απόφαση της Ακαδημίας, μία συμβολικής κατεύθυνσης βράβευση, εντελώς υπερβολική όσο και απρόβλεπτη.

Διαβάζοντας όμως τους Πλάνητες, αυτό το ακατηγοριοποίητο υβρίδιο, το οποίο της άνοιξε τον δρόμο για τη διεθνή αναγνώριση, όταν η μετάφρασή του στα αγγλικά το 2017, δέκα χρόνια μετά την αρχική του έκδοση, απέσπασε το διεθνές βραβείο Μπούκερ, εκτίμησα το ταλέντο και τη δημιουργική φαντασία της Τοκάρτσουκ. Για να είμαι ακριβής, εξακολουθώ να πιστεύω ότι η βράβευσή της ήταν πολιτική απόφαση, αλλά οι Πλάνητες είναι ένα αλλόκοτο, χαοτικό σχεδόν έργο που όμως επιδεικνύει τα χαρίσματα της συγγραφέως του, είναι σχεδόν σαν μια έκθεση στην οποία παρατηρούμε το μυαλό της, και είναι ένα μυαλό με αναμφισβήτητα χαρίσματα. Θα μπορούσε κανείς να εντάξει το έργο στην ευρωπαϊκή παράδοση συγγραφέων όπως ο Ζέμπαλντ και η Ούγκρεσιτς, η Τοκάρτσουκ δε δημιουργεί κάτι εκ του μηδενός, αλλά ο τρόπος με τον οποίο υφαίνει τα διάφορα κείμενα είναι ιδιοσυγκρασιακός και πρωτότυπος.

Το βιβλίο είναι ένα ψηφιδωτό ειδών: δοκίμια, κείμενα αυτοβιογραφίας, διηγήματα, ασκήσεις μυθοπλασίας βασισμένες πάνω σε αληθινά γεγονότα, σκόρπιες σκέψεις. Το βασικό θέμα της Τοκάρτσουκ είναι το ταξίδι, η έννοια της κινητικότητας του ανθρώπου, της εξερεύνησης, της ευρύτερης ταξιδιωτικής εμπειρίας. Λέω «βασικό», γιατί κι ένα δεύτερο μοτίβο κάνει την εμφάνισή του, το οποίο και κλονίζει ανεπανόρθωτα την ήδη εύθραυστη συνοχή του βιβλίου: εκείνο της τερατολογίας της ανθρώπινης ανατομίας, των επονομαζόμενων και curiosities, τερατογενέσεις, ανωμαλίες του ανθρώπινου σώματος, αλλόκοτες παραμορφώσεις, παράξενες ταριχεύσεις κλπ. Γιατί, θα αναρωτηθεί κανείς. Ποιος ο συσχετισμός; Το μυαλό μου πήγε στο ότι το ταξίδι αποτελεί την κίνηση στον χώρο, όμως υπάρχει και μια άλλη κινητικότητα, εκείνη στον χρόνο. Έτσι, τα ταριχευμένα ανθρώπινα σώματα, τα οστά ως λείψανα μιας εκκεντρικής συλλογής, είναι προϊόντα αυτού του ταξιδιού στον χρόνο. Αντίστοιχα, μπορεί ίσως κάποιος να ισχυριστεί ότι και η εξερεύνηση του σώματος και της ανατομίας του είναι κι αυτό ένα άλλου είδους ταξίδι. Ακόμα κι αν αυτές οι υποθέσεις ισχύουν, έχουμε να κάνουμε με μια ενδιαφέρουσα μεν ιδέα αλλά σίγουρα ανεπαρκή σαν συνδετικό κρίκο μιας τόσο ετερόκλητης σύνθεσης κειμένων. «Το κέντρο δεν αντέχει», όπως έγραφε και ο Γέιτς, φαίνεται λες και η Τοκάρτσουκ ψάχνει μια αφορμή για να γράψει απλώς ό,τι θέλει, ό,τι της προκαλεί το ενδιαφέρον, και θα ψάξει μετά το πρόσχημα της όποιας συνοχής. Ο πραγματικός συνδετικός κρίκος είναι το ύφος της. Είτε στα δοκίμια, στις ιστορίες είτε στους στοχασμούς της, αυτό που κανείς μπορεί να διακρίνει είναι η φωνή της Τοκάρτσουκ, η οποία είναι αναγνωρίσιμη τόσο στη δοκιμιακή όσο και στη μυθοπλαστική της μορφή.

Οι αφηγήσεις είναι κατά τη γνώμη μου τα καλύτερα αποσπάσματα στο βιβλίο. Η ιστορία ενός άντρα του οποίου η σύζυγος και ο τρίχρονος γιος εξαφανίζονται σε ένα μικρό νησάκι των Δαλματικών ακτών. Η ιστορία μιας καθηγήτριας κλασικών σπουδών που κάθε χρόνο συμμετέχει σε μια κρουαζιέρα στα ελληνικά νησιά μαζί με τον κατά πολύ μεγαλύτερο άντρα της, επίσης ξακουστό κλασικιστή. Η ιστορία μιας Ρωσίδας που προσπαθεί να ανακουφίσει τις στενοχώριες της γυρίζοντας από άκρη σε άκρη τη Μόσχα και γνωρίζοντας μια γριά άστεγη. Η ιστορία μιας γυναίκας που επιστρέφει στην Πολωνία μετά από πολλά χρόνια. Η ιστορία της μεταφοράς της καρδιάς του Σοπέν μετά τον θάνατό του από την αδερφή του στη γενέτειρά του, την Πολωνία για μια δεύτερη ταφή. Και πολλές ακόμη. Στις περισσότερες από αυτές τις αφηγήσεις κυριαρχεί η απώλεια, κάθε φορά σε διαφορετική μορφή. Μπορεί να είναι ο θάνατος, ο χωρισμός, η φυγή, η αλλαγή. Συχνά, η έννοια της κινητικότητας και του ταξιδιού αφορά και τις δύο διαστάσεις: τον χώρο και τον χρόνο. Η Τοκάρτσουκ άλλοτε εστιάζει στο γνώριμο και άλλοτε το απο-οικειοποιεί, το κάνει να φαίνεται παράξενο, επιλέγοντας μια διαφορετική οπτική γωνία για να το προσεγγίσει. Η γραφή της έχει κάτι που υπνωτίζει, έναν ρυθμό που ο αναγνώστης συνηθίζει χωρίς να αντιλαμβάνεται πώς.

Οι στοχασμοί της ως παρατηρήσεις ενίοτε είναι εύστοχες και οξυδερκείς, άλλες φορές πάλι μου φαίνονται αόριστες ή και αυθαίρετες, αλλά αυτό είναι και θέμα αντίληψης. Η δοκιμιακή της γλώσσα είναι καλοδουλεμένη, εύσχημη. Είναι πάντως σίγουρο ότι η Τοκάρτσουκ νιώθει άνεση σε όλα τα είδη λόγου που συνυφαίνει στο βιβλίο, μπορεί να ελίσσεται με αυτοπεποίθηση. Όμως έχω την αίσθηση ότι ο αληθινός της εαυτός κρύβεται στις αφηγήσεις, εκεί εκφράζεται καλύτερα και νομίζω ότι αυτά τα αποσπάσματα είναι που στο τέλος μένουν. Αναρωτιέμαι μήπως τελικά θα ήταν προτιμότερο το βιβλίο να αποτελούσε απλώς έναν κύκλο διηγημάτων γύρω από την ευρύτερη έννοια του ταξιδιού. Ακόμα κι έτσι όμως, οι Πλάνητες είναι ένα σημαντικό έργο που αφήνει το ίχνος του στον αναγνώστη. Ίσως στην τελική αυτό να είναι και το μοναδικό κριτήριο της επιτυχίας ενός βιβλίου.

Info:

Πλάνητες της Όλγκα Τοκάρτσουκ, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη