Κείμενο: Κωστής Καλογρούλης

Το 1915 κυκλοφόρησε η Ανθρώπινη Δουλεία του Σόμερσετ Μωμ, (περίφημου και πολυγραφότατου Άγγλου μυθιστοριογράφου, διηγηματογράφου και θεατρικού συγγραφέα) ένα μυθιστόρημα που παρά τα αναμφίβολα στοιχεία μελοδράματος, αποτέλεσε ένα έργο σταθμό στην αγγλική λογοτεχνία του εικοστού αιώνα και ένα από τα πιο εμπορικά μυθιστορήματα που είχαν εκδοθεί ποτέ ως τότε. Σε αυτό το μυθιστόρημα ο Μωμ έχει δημιουργήσει μία από τις πιο αρρωστημένες σχέσεις ψυχικής κακοποίησης στην ιστορία της λογοτεχνίας: τη σχέση ανάμεσα στον ρομαντικό και αφελή Φιλιπ Κάρεϊ και την Μίλντρεντ, μία εγωκεντρική και ψυχρή πόρνη που τον εκμεταλλεύεται και τον ταπεινώνει συστηματικά. Αυτή η σχέση είχε στοιχειώσει τη φαντασία του αναγνωστικού κοινού της εποχής και είχε προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις και ερμηνείες. Εικοσιτέσσερα χρόνια αργότερα, ο επίσης Άγγλος μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας Πάτρικ Χάμιλτον δημιούργησε μία νέα μυθοπλαστική σχέση τρόμου, τέτοιας διεστραμμένης ταπείνωσης που κάνει εκείνη ανάμεσα στον Φίλιπ και τη Μίλντρεντ να μοιάζει με ρομαντική κομεντί. Η σχέση ανάμεσα στον Τζορτζ και τη Νέττα είναι σίγουρα βασισμένη ως ένα βαθμό σε εκείνη που έπλασε ο Μωμ, αλλά εδώ ο Χάμιλτον έχει δημιουργήσει μια δυναμική που συμβολίζει την πολιτική κατάσταση στη Βρετανία λίγο πριν την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Βρισκόμαστε στο  δυτικό Λονδίνο του 1938, λίγο μετά τη συμφωνία του Μονάχου, στο απόγειο της πολιτικής του κατευνασμού του Τσάμπερλεν. Πρωταγωνιστής είναι ο Τζόρτζ Μπόουν, ένας καλόψυχος αλλά εντελώς χαμένος τριαντάρης που περνάει την καθημερινότητά του πίνοντας σε διάφορες παμπ του Ερλς Κορτ, μαζί με μια παρέα από την οποία ξεχωρίζουν η Νέττα, πρώην ηθοποιός της κακιάς ώρας, και ο Πήτερ, ένας εριστικός και απωθητικός φασίστας (συχνά ξεχνάμε την επιρροή που είχε το Βρετανικό φασιστικό κόμμα του Μόσλεϊ τη δεκαετία του ’30). Ο Μπόουν είναι παράφορα ερωτευμένος με τη Νέττα, όσο κι αν αναγνωρίζει το γεγονός ότι εκείνη δεν είναι παρά μία αδίστακτη οπορτουνίστρια, χωρίς συναισθήματα, ταλέντο ή ίχνος φαντασίας, μία σκληρόκαρδη γυναίκα που χρησιμοποιεί αναίσχυντα τη συμπαθητική της εμφάνιση για να εκμεταλλεύεται τους αφελείς.

Και αφελής είναι αναμφίβολα ο Μπόουν. Όχι ηλίθιος, αλλά αφελής, αδύναμος. Ο αντιήρωας του Χάμιλτον αν και προσπαθεί να ξεφύγει από αυτή την αυτοκαταστροφική έλξη, πηγαίνει σαν το έντομο στη φλόγα, από εξευτελιστική ταπείνωση σε ακόμη πιο εξευτελιστική ταπείνωση, ξοδεύοντας ότι έχει και δεν έχει για τη Νέττα, καταστρέφοντας τη σωματική και ψυχική του υγεία προκειμένου να νιώθει πως έχει την ελάχιστη ελπίδα. Αυτή η διαρκής αυτοταπείνωση που έχει μαζοχιστικά χαρακτηριστικά, οφείλει αρκετά στην παράδοση του μελό (τόσο στον προφανή συσχετισμό με την Ανθρώπινη Δουλεία στον οποίο αναφέρθηκα όσο και στον Ντίκενς, του οποίου ο Χάμιλτον ήταν θαυμαστής). Αν και είναι σχεδόν επίπονο για τον αναγνώστη να διαβάζει τον ένα εξευτελισμό του Τζορτζ μετά τον άλλο, ο στόχος του Χάμιλτον δεν είναι απλώς να διεγείρει το αίσθημα αδικίας που χαρακτηρίζει το μελόδραμα, αλλά να χτίσει έναν παραλληλισμό με την πολιτική κατάσταση της περιόδου.

Τι είναι αυτό που κάνει ο Τζορτζ Μπόουν αν όχι ένας διαρκής κατευνασμός και ενδοτισμός; Γίνεται συνεχώς χαλί να τον πατήσει τόσο η Νέττα όσο και ο Πήτερ. Είναι τυχαίο ότι ο ένας είναι φασίστας και η άλλη φαντασιώνεται τον φετιχισμό των ναζί; Όπως και η Βρετανία, έτσι και ο Τζορτζ ελπίζει ότι αν δώσει κάτι ακόμα, αν αποδεχθεί άλλη μία απαράδεκτη συμπεριφορά, θα καταφέρει να διατηρήσει κάτι από τα κεκτημένα, να παρατείνει την αυταπάτη του ότι έχει ελπίδα. Βεβαίως σε κάποιο σημείο αυτό οδηγεί στο ξέσπασμα του πολέμου και τη σπουδαία μάχη των Βρετανών που συνέβαλαν καθοριστικά στην πάταξη του ναζισμού. Αντίστοιχα, είναι θέμα χρόνου να υπάρξει ένα αντίστοιχο ξέσπασμα και από πλευράς του καλοκάγαθου Τζορτζ, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς τα μπλακ άουτ που παθαίνει, κρίσεις αμνησίας που παραπέμπουν σε κάποια μορφή σχιζοφρένειας.

Δεν είναι τυχαίο που η Πλατεία Χανγκόβερ συνέχισε να εκδίδεται και να έχει πολλούς θαυμαστές, τόσο απλούς αναγνώστες όσο και συγγραφείς, παρά το ότι το υπόλοιπο (πεζογραφικό, αν μη τι άλλο) έργο του Χάμιλτον ξεχάστηκε. Είναι ένα μυθιστόρημα με ρυθμό, παρά τη λιτή πλοκή του. Ο Χάμιλτον έχει εξαιρετική αίσθηση του χώρου και του χρόνου, καθώς και μια σχεδόν Βικτοριανή αντίληψη για τους χαρακτήρες και την ατμόσφαιρα. Βεβαίως, έχει και αρκετά μειονεκτήματα, το πιο σημαντικό εκ των οποίων είναι ότι αγνοεί τον άγραφο νόμο του show, not tell, δηλαδή ο ίδιος ο συγγραφέας παρεμβαίνει και κρίνει ηθικά, ψυχολογικά και ιδεολογικά κάποιους από τους χαρακτήρες του. Το πιο δύσκολο στην αφηγηματική τέχνη είναι να μπορέσεις να αναδείξεις τον ψυχισμό και την εσωτερική ποιότητα των χαρακτήρων μέσα από τις πράξεις και τις σκέψεις τους, αποφεύγοντας όμως την άμεση παρέμβαση που δίνει ήδη μασημένη την τροφή στον αναγνώστη. Ο Χάμιλτον συχνά παρεμβαίνει και επεξηγεί, υπεραναλύει, ενώ θα έπρεπε να αφήσει τα ίδια τα δημιουργήματά του να εκφραστούν και τον αναγνώστη να κρίνει.

Όμως παραμένει ένα μυθιστόρημα που ασκεί έναν μαγνητισμό, ακόμα και σε μια σύγχρονη γενιά αναγνωστών, κάτι που από μόνο του αποτελεί μέγιστο επίτευγμα. Παραμένει ένα από τα έργα εκείνα που ανέδειξαν το πώς η απουσία νοηματικής κατεύθυνσης και η αστική αποξένωση της δεκαετίας του τριάντα οδήγησαν στην ύπουλη άνοδο του ολοκληρωτισμού, ενώ αποτελεί και ενδιαφέρουσα σπουδή στο ψυχολογικό υπόβαθρο του εθισμού.

Το βιβλίο «Πλατεία Χανγκόβερ» του Πάτρικ Χάμιλτον κυκλοφορεί από τις εκδόσεις στερέωμα