Είναι απορίας άξιον πόσο γρήγορα μπορείς να εμπιστευτείς σε κάποιον άγνωστο πολύ ιδιαίτερες και προσωπικές σου σκέψεις, όταν μεσολαβεί μεταξύ σας η ασφάλεια που χαρίζει η ποίηση. Οι άνθρωποι τείνουμε να είμαστε πολύ επιφυλακτικοί με όσα σκεφτόμαστε, όσα απασχολούν την ψυχή μας και διαταράζουν το είναι μας, όσα τελικά κινούν αυτό το ανερμήνευτο συναίσθημα μέσα μας και φέρουν το θυμικό μας μπροστά στη συγκίνηση.

«Είναι σαν να δημιουργούμε μια μικρή φούσκα και να ερχόμαστε σε μια επαφή οι δυο μας, δύο φωνές που επικοινωνούν. Όταν μπαίνει και η κουβέντα της ποίησης μέσα σε όλο αυτό, νομίζω ότι γίνεται πολύ πιο απενοχοποιημένα απ’ ό,τι θα γινόταν ζωντανά».

Αυτές οι σκέψεις προέκυψαν μετά το τηλεφωνικό «ραντεβού» που έκλεισα για μια «συνταγογράφηση» ποιήματος, από τη συμμετοχή μου σε μία από τις «Ποιητικές Συνομιλίες» που πραγματοποιεί η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. Ο ακροατής κλείνει το ραντεβού και ένας από τους ηθοποιούς που συμμετέχουν στο project τον καλεί για να αναζητήσει το κατάλληλο ποίημα που θα του απαγγείλει. Πρόκειται για μια ιδέα που προέρχεται από το γαλλικό Théâtre de la Ville και τον Γάλλο σκηνοθέτη και διευθυντή του οργανισμού, Emmanuel Demarcy-Mota, ο οποίος από κοινού με τον συγγραφέα Fabrice Melquiot, οραματίστηκε τις ποιητικές συνομιλίες στους δρόμους της Γαλλίας. Στην αρχή του lockdown, οι συνομιλίες προσαρμόστηκαν στη νέα κατάσταση και βρήκαν πια μια διαφορετική απεύθυνση στην ανάγκη του κόσμου για τέχνη μέσα σε αυτή τη συνθήκη.

– Τι βλέπεις από το παράθυρό σου;
– Τις σταγόνες της βροχής.

Όταν χτύπησε το τηλέφωνο και ο Δημήτρης Δρόσος με καλημέρισε με τη ζεστή του φωνή, έτοιμος να αναζητήσει το κατάλληλο ποίημα που θα ταίριαζε να ακουστεί στη συνομιλία μας, αισθάνθηκα ότι είναι φυσικό να απαντήσω στις ερωτήσεις του με απόλυτη ειλικρίνεια έτσι ώστε από αυτήν την επικοινωνία να κερδίσουμε και οι δύο την ανταλλαγή της αλήθειας μας. Κι έτσι έγινε.

Με ρωτά περισσότερα πράγματα για μένα και μέσα από μια συζήτηση που θυμίζει λίγο την κουβέντα μεταξύ ψυχοθεραπευτή – ψυχοθεραπευόμενου, χωρίς όμως να είναι αυτό, τον οδηγώ στις δικές μου σκέψεις και εμπειρίες. «Τι βλέπεις έξω από το παράθυρο;». Μια ερώτηση που η απάντησή της ίσως και να κρύβει πολύ περισσότερα πράγματα για το τι συμβαίνει μέσα μας απ’ ό,τι αντιλαμβανόμαστε.

Δεν είδα το καφέ απέναντι – σε άλλες εποχές γεμάτο κόσμο, φωνές και θόρυβο, όχι από τον ενοχλητικό, αλλά από αυτόν που κάπως σε κοιμίζει το βράδυ, όταν πέσεις στο κρεβάτι, αφού κατεβάσεις τα ρολά και καλωσορίσεις το τέλος της μέρας. Ούτε τα αμάξια είδα, να περνάνε βιαστικά, λιγότερα από κάποτε, το ίδιο νευρικά, να διασχίζουν τον δρόμο πηγαίνοντας ούτε ξέρει κανείς πού.

Είδα τα δέντρα και πάνω τους τις σταγόνες της βροχής – και αυτό ήταν που του επεσήμανα. Αυτός γρήγορα κατάλαβε την αντιπάθειά μου προς αυτήν, μάλλον το απομεινάρι άλλων εποχών στο Παρίσι, όπως αντιλήφθηκα, και μου εκμυστηρεύτηκε ότι για τον ίδιο οι βροχερές μέρες είναι ιδιαίτερα συμπαθείς.

Μαθαίνει γρήγορα για το ποιος είμαι, με τι ασχολούμαι, τι σπούδασα, τι με διαμόρφωσε. Με ρωτά για τη σχέση μου με την ποίηση αλλά και πιο συγκεκριμένα για το τι σημαίνει για μένα η «καθημερινή ποίηση». Τον ρωτώ αν υπάρχει τίποτα πιο ποιητικό από τον ήλιο που πέφτει πάνω σε ένα ελεύθερο παιδί που χαμογελά και αντιλαμβάνομαι ότι έχει ήδη αρχίσει να αναζητά το ποίημα που ταιριάζει καλύτερα στις εικόνες που του περιγράφω. Σύντομα τον ακούω να μου το απαγγέλει.

Το είδωμά σας τον εφύλαξε
όταν που τάβγαζε, που τάριχνε από πάνω του,
τ’ ανάξια ρούχα, και τα μπαλωμένα εσώρουχα.

Κ’ έμενε ολόγυμνος· άψογα ωραίος· ένα θαύμα.
Αχτένιστα, ανασηκωμένα τα μαλλιά του·
τα μέλη του ηλιοκαμένα λίγο
από τη γύμνια του πρωιού στα μπάνια, και στην παραλία.

Πρόκειται για ένα από τα ηδονικά ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη, τις Μέρες του 1908, ένα ποίημα που περιγράφει την ομορφιά του γυμνού και ελεύθερου σώματος που απολαμβάνει τον πρωινό ήλιο στη θάλασσα, ενός σώματος που τα ρούχα είναι ανάξια να πλαισιώσουν. Μέρες ενός κάποιου ξεχασμένου καλοκαιριού, μέσα στον δικό μας ψυχρό χειμώνα.

«A μέρες του καλοκαιριού του εννιακόσια οκτώ, απ’ το είδωμά σας, καλαισθητικά, έλειψ’ η κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά.»

Όπως μου εξηγεί ο Δημήτρης, μετά την ποιητική μας «συνεδρία», αυτό που βιώνει είναι για αυτόν πολύ έντονο.

«Βιώνω πολύ έντονα αισθήματα. Δημιουργείται μια φόρτιση. Κάτι σαν να παίρνει όγκο, γίνεται σημαντικό. Μέσα στη μέρα, κάτι μοιράζεσαι που αλλιώς δεν θα το μοιραζόσουν. Σα να γνώρισα κάποιους ανθρώπους, σα να μοιραστήκαμε κάτι. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό ότι καταλαβαίνω περισσότερα πράγματα για τον εαυτό μου βλέποντας τον άλλον. Είναι μια δράση ενάντια στην απομόνωση».

Η επικοινωνία, η ανταλλαγή συναισθημάτων, αυτή η θερμή σύνδεση που γίνεται μέσω του ψυχρού τηλεφώνου είναι το πολύτιμο δώρο που δίνει η διαδικασία. Πρόκειται για ευτύχημα.

«Το ευτύχημα είναι να δημιουργηθούν σκηνές που γεμίζεις από συναισθήματα. Στιγμές φωτεινές που το συναίσθημα φεύγει από αυτόν που λέει το ποίημα σε αυτόν που το ακούει».

Μέχρι το τέλος της συνομιλίας μας, η κρύα και βροχερή μέρα έχει δώσει τη θέση της στον λυτρωτικό ήλιο. Και ας μην ήταν οι Μέρες του καλοκαιριού του 1908, κι ας ήταν οι Μέρες του χειμώνα ενός κάποιου περίεργου έτους, θολού και μπερδεμένου.

Και να σκεφτεί κανείς πως συνομιλήσαμε ποιητικά μόνο για είκοσι λεπτά. Κοίτα πώς μπορεί να λάμψει η μέρα μας με ένα ποίημα.

Ποιητικές Συνομιλίες | Κλείστε κι εσείς το δικό σας ποιητικό ραντεβού μόλις ανοίξουν νέες θέσεις από τις 10 Δεκεμβρίου

Συντελεστές

Το πρότζεκτ είναι μια σύλληψη των Emmanuel Demarcy-Mota (διευθυντής του Τhéâtre de la Ville) και Fabrice Melquiot (συγγραφέας)

Γενικός συντονισμός: Alice Magdelenat, Julie Peigné, Loudice Gourmelon
Συντονισμός για τις ελληνικές «Ποιητικές Συνομιλίες»: Χριστίνα Λιάτα
Βοηθός παραγωγής: Ξένια Σωτήρχου
Οργάνωση παραγωγής: Theatre de la Ville (Παρίσι)

Συνδιοργάνωση & Συμπαραγωγή: Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, Πρόγραμμα «Εξωστρέφεια»

Συμμετέχουν οι Έλληνες ηθοποιοί: Δημήτρης Δρόσος, Μαρία Μαγκανάρη, Αργύρης Ξάφης