Εδώ στον Βορρά ο ήλιος καίει πάνω από μέρες ζοφερές. Κατηφή πρόσωπα μασκαρεύονται με ρούχα πολύχρωμα. Λίγο το ασπρόμαυρο του άστεως, λίγο οι αυξημένες τιμές του όζοντος στην ατμόσφαιρα, λίγο οι αυξημένες τιμές γενικότερα, μοιάζουμε με Γκονταρικούς ήρωες που περιδιαβαίνουν την πόλη με κομμένη την ανάσα. Το αθάνατο ελληνικό καλοκαίρι ενέσκηψε κάπως απότομα φέτος και, μαζί του, η θερινή ραστώνη έβγαλε εκτός προϋπολογισμού τον πραγματιστικό κυνισμό της εποχής που επιτάσσει την ορθολογική διαχείριση του χρόνου με βάση το σύνθημα «δουλειά, δουλειά, δουλειά» και φευ! Από πότε το να παίρνεις μια ανάσα έγινε έγκλημα;

Γράφει ο Εντγκάρ Μορέν*: «Πεζά και ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος τη Γη… Η πεζή ζωή αποτελείται από τα πρακτικά, τεχνικά, λογικά, εμπειρικά καθήκοντα. Η ποίηση, όπως καθορίζεται ανθρωπολογικά και όχι πλέον μόνο φιλολογικά, είναι τρόπος ζωής μέσα από τη συμμετοχή, την αγάπη, την απόλαυση, τον πόθο, το θαυμασμό, την κοινή πίστη, την έξαρση, την τελετουργία, τη γιορτή, τη μέθη, το χορό, το τραγούδι, τη μουσική, την ευθυμία και κορυφώνεται στην έκσταση.» Και συνεχίζει για να τονίσει τη ζωτική ανάγκη του να εναλλάσσονται και να αλληλοσυμπληρώνονται τα δύο.

Η ζυγαριά είναι πολλά χρόνια χαλασμένη. Κι αν η πεζή ζωή, αυτή δηλαδή που κατά τον Μορέν μας θέτει σε μία χρησιμοκρατική και λειτουργική κατάσταση, είναι που κλέβει μόνιμα στο ζύγι, υπήρξαν και περίοδοι που υπερίσχυσε μια –μάλλον κακώς εννοούμενη- ποιητική κατάσταση, και στον πλανήτη Happy είχε κάθε μέρα κι άλλο πάρτι. Σε μια τέτοια εποχή γεννιέται και η ηρωίδα της σημερινής μας ιστορίας.

Το μακρινό, λοιπόν, έτος 2008 π.Κ. (προ Κρίσης), στην πιο φιλάρεσκη πόλη της χώρας (υπάρχει άραγε άλλη που να εξαρτά τόσο πολύ την αυτοεικόνα της από τις απόψεις των άλλων;) και σε μια περίοδο που ο αστικός ακτιβισμός αντιμετωπιζόταν με συγκαταβατικά χαμόγελα ως περαστική νεανική τρέλα (και δε γινόταν θέμα σε περιοδικά μόδας και δελτία ειδήσεων), ένα ανήσυχο πνεύμα είχε μια φαεινή ιδέα. Συνειδητοποίησε πως η ζωή δεν είναι ένας ατέλειωτος φραπές και ότι δε γίνεται ο βασικότερος προβληματισμός του πιο δημιουργικού –ηλικιακά- τμήματος του πληθυσμού να είναι το πού και πώς θα περάσει το βράδυ του.

Έτσι, μάζεψε τους φίλους του και δημιούργησαν τη Sfina, «μία παρεμβατική κολεκτίβα ανθρώπων» που επιδιώκει τη «διακοπή της ρουτίνας του αστικού τοπίου», άλλοτε παίζοντας μαξιλαροπόλεμο σε κεντρικά σημεία της πόλης, άλλοτε μετατρέποντας την πλατεία Αριστοτέλους σε παραλία, άλλοτε στήνοντας αυτοσχέδια πάρτυ σε λεωφορεία του ΟΑΣΘ. Πάντοτε όμως κρατώντας έναν καθρέφτη μπροστά στα μούτρα της πόλης, δείχνοντας της τα ψεγάδια του παρόντος της ή μια άλλη όψη του μέλλοντος της. Η παρέα όλο και μεγάλωνε (ουσιαστικά ή λόγω hype), οι ιδέες γινόντουσαν όλο και πιο ευφάνταστες, η ομάδα έγινε πολλές φορές θέμα στα ελληνικά αλλά και διεθνή μέσα, και συνέβαλε με τον τρόπο της στη δημιουργία πολλών ανάλογων κινήσεων, εντός και εκτός πόλης, και στη μόδα των κάθε είδους –istas.

Οι καιροί έγιναν χαλεποί και 19 δράσεις μετά η Sfina πάτησε pause. Οι καιροί έγιναν χαλεπότεροι, το αρχικό όμως μούδιασμα πέρασε, οι ανάγκες άλλαξαν, οι στόχοι επαναπροσδιορίστηκαν και, μετά από λαϊκή απαίτηση, η Sfina επιστρέφει την Κυριακή 24 Ιουνίου ** με την εικοστή της δράση και με τη «μέρα με τα χρώματα» επιδιώκει να ξορκίσει το κακό και να προσφέρει μια ευκαιρία για «ειρηνική και χαρούμενη εκτόνωση».
Η «Μέρα με τα χρώματα» εμπνέεται από το Ηoli, τη μεγάλη ινδουιστική γιορτή που πραγματοποιείται κάθε άνοιξη στην Ινδία, αλλά και πολλές άλλες χώρες στον κόσμο, και συμβολίζει, μεταξύ άλλων, την επικράτηση του καλού πάνω στο κακό. Στο πλαίσιο των εορταστικών εκδηλώσεων, οι συμμετέχοντες επιδίδονται σε έναν ιδιότυπο χρωματοπόλεμο, που εκτός από εκτονωτικά λειτουργεί και εξαγνιστικά. Κατά τρόπο τελετουργικό, μοιάζει να επιβεβαιώνει τη ρήση του Κλέε ότι το χρώμα είναι ο τόπος όπου ο εγκέφαλος και το σύμπαν συναντιούνται.

Στη θεσσαλονικιώτικη εκδοχή, ωστόσο, η δράση δεν έχει δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης σύμφωνα με τους διοργανωτές της. Είναι απλώς ένα διάλειμμα στον παραλογισμό της καθημερινότητας, μια ευκαιρία να βρεθεί χώρος για ένα «ουφ» ανάμεσα στα ατέλειωτα «αχ».
Αυτό το «ουφ» όμως δεν παύει να είναι πολιτικό. Αν επιστρέψουμε στο επιχείρημα του Μορέν, το να διεκδικείς το δικαίωμα στην εκτόνωση είναι να επαναδιεκδικείς το δικαίωμα στην ποιητική ζωή, το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Το δικαίωμα να κάνεις στη ζωή σου χώρο για λίγο χουζούρι, για λίγη «τεμπελιά» με την έννοια του Λαφάργκ λέει ο Μορέν. Το δικαίωμα να μην είσαι μόνο Homo Faber (να κατασκευάζεις), Homo Sapiens (να σκέφτεσαι), αλλά και Homo Ludens*** (να παίζεις).

Τo πρόβλημα όμως με την επικράτηση της πεζής διάστασης της ζωής δεν είναι ότι μας καθιστά ανελεύθερους γιατί μας απαγορεύει ή μας διατάζει, αλλά γιατί επιβάλλει τους όρους με τους οποίους θα παιχτεί το παιχνίδι. Και δε γίνεται να παίζεις με ασπρόμαυρους κανόνες ένα πολύχρωμο παιχνίδι.
Βάλτε λοιπόν τα λευκά σας και ετοιμαστείτε για μπογιάτισμα. Όπως, μικροί, με τις δαχτυλομπογιές δημιουργούσαμε τους δικούς μας σουρεαλιστικούς κόσμους και ξορκίζαμε με τα μπουγέλα το βάσανο της αρτηριοσκληρωτικής εκπαίδευσης στη λήξη του σχολικού έτους. Ο δρόμος θα είναι μακρύς και οι ανάσες απαραίτητες.

Περισσότερες πληροφορίες για τη δράση της Κυριακής: http://www.facebook.com/events/455975841097784/
Το Ηoli με εικόνες.

*Εντγκάρ Μορέν, Η πολιτική πολιτισμού στο Edgar Morin & Sami Naϊr, Μια πολιτική πολιτισμού, Εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη, 1998.

** Δυστυχώς, η εκδήλωση αναβάλλεται για Σεπτέμβρη.
***Γιόχαν Χουιζίνγκα, Ο άνθρωπος και το παιχνίδι (Homo Ludens), Γνώση, 2010.