Δεν είναι εύκολο να κάνεις μια σημαντική παράσταση για το ευρύ κοινό. Πόσο μάλλον όταν το έργο που έχεις επιλέξει είναι το Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ του Έντουαρντ Άλμπι. Ένα από τα πιο απαιτητικά έργα του σύγχρονου κλασικού ρεπερτορίου. Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης καταθέτει μια κλασική ανάγνωση του κειμένου, φωτίζει αινιγματικές περιοχές του, επενδύει στις ερμηνείες και κερδίζει το στοίχημα θεαματικά.

Στο Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ του Άλμπι παρακολουθούμε τα παιχνίδια εξόντωσης της Μάρθας και του Τζορτζ, ενός ζευγαριού διανοουμένων, που φαίνεται να υπάρχει για να αλληλοσπαράσσεται. Κατά προτίμηση μπροστά σε τρίτους. Αυτή τη φορά μπροστά σε ένα νεότερο ζευγάρι καλεσμένων, τον Νικ και τη Χάνι. Η Μάρθα και ο Τζορτζ στήνουν ένα ιδιότυπο ιδιωτικό σόου, ξεδιπλώνουν σαν άγρια ζώα όλο το ταλέντο τους να ξεσκίζουν ο ένας τον άλλον, ακονίζουν την κοφτερή τους γλώσσα, επιχειρούν να πείσουν τους καλεσμένους τους ο καθένας για την αλήθεια του, τους χρησιμοποιούν ως παιχνίδια, τους διαλύουν με τη σαρωτική φόρα που διαλύουν τους εαυτούς τους. Στη διάρκεια μιας μακράς βραδιάς, ενός εφιαλτικού Σαββατόβραδου και με το αλκοόλ να τρέχει σαν ποτάμι στις φλέβες του …κουαρτέτου, οι ψευδαισθήσεις κάνουν πάρτυ, μόνο και μόνο για να αποκαθηλωθούν στο φινάλε.

«Κρεμόταν πάνω μου σαν κάποιο λαμπρό μετάλλιο, πολύ ωραίο αλλά και παράλογα βαρύ», έχει δηλώσει ο συγγραφέας για το έργο που έμελλε να κεραυνοβολήσει με τη δύναμή του το παγκόσμιο θέατρο το 1962. Το κείμενο, γραμμένο στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, χτίζει πάνω σε θεματικές που ανέπτυξαν συγγραφείς όπως ο Ίψεν, ο Στρίντμπεργκ, ο Πιραντέλο, αλλά λειτουργεί και ως παραβολή για τα ζωτικά ψεύδη μιας ολόκληρης κοινωνίας που αγνοεί την Ιστορία, δαιμονοποιεί τη διαφορετικότητα και ονειρεύεται τη δημιουργία ομοιόμορφων κλώνων «γαλανομάτικων παιδιών». Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι ο Τζορτζ και η Μάρθα φέρουν τα ονόματα του πρώτου Προέδρου της Αμερικής και της συζύγου του, ούτε το ότι ο Νικ, όπως έχει δηλώσει ο ίδιος ο Άλμπι, είναι αναφορά στον Νικίτα Χρουστσόφ, που εκπροσωπούσε την απειλή για τη χώρα εκείνη την περίοδο.

Η σκηνοθεσία προσεγγίζει το έργο μέσα από τον δρόμο του ρεαλισμού. Ενός ρεαλισμού με άρωμα θεατρικότητας. Στην εκδοχή του Μαρκουλάκη, η Μάρθα και ο Τζορτζ μοιάζει να έχουν εκσφενδονίσει πολλαπλές φορές τις ίδιες ασύλληπτες προσβολές ο ένας στον άλλον, μοιάζει να έχουν εκτελέσει πολλές φορές τα ίδια παιχνίδια, ενώπιον -διαφορετικού κάθε φορά- κοινού. Η ιδέα αυτή αναδεικνύει ακόμη περισσότερο το αδυσώπητο χιούμορ του έργου, με τους θεατές -τόσο το νεαρό ζευγάρι, όσο και εκείνους στην πλατεία- να μένουν ενεοί μπροστά σε αυτό το μπαλάκι του τένις που πηγαινοέρχεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα και διαρκώς αυξανόμενη τραχύτητα. Στο παιχνίδι αυτό, υπάρχουν άγνωστοι στο κοινό, γνωστοί μόνο στον Τζορτζ και τη Μάρθα, κανόνες. Όταν αυτοί ανατρέπονται, η κινούμενη άμμος της σύγκρουσης γίνεται επικίνδυνη. Δίνοντας την αίσθηση ότι τα πάντα μπορεί να συμβούν, καθιστώντας ορατές τις ρωγμές του κάθε προσώπου και αφήνοντας υποψίες για τους λόγους που μπορεί να οδήγησαν το ζευγάρι σε αυτήν την κόλαση. Τα άπειρα βιβλία που κατακλύζουν το αστικό 60ς σαλόνι (σκηνικά: Αθανασία Σμαραγδή), αυτά που υποτίθεται συμπυκνώνουν μια πνευματικότητα, υπόσχονται μια ειρήνη, μια συμφιλίωση στέκονται ανήμπορα να σταματήσουν το ψυχικό αιματοκύλισμα.

Σε αυτόν τον παράδοξο κόσμο, η γλώσσα αναδεικνύεται ως το πιο πολύτιμο όπλο στο παιχνίδι του αλληλοσπαραγμού: έχει τη δύναμη να παρουσιάσει την αλήθεια, να «αδειάσει» τον αντίπαλο, αλλά -το πιο σημαντικό- έχει και τη δυνατότητα να δημιουργήσει. Όλα είναι απολύτως υπαρκτά, ακόμη και ο ανύπαρκτος γιος, εφόσον αρθρώνονται. Και το αντίθετο. Εάν κάτι δηλωθεί ως ανύπαρκτο, δεν δύναται να επιστρέψει στη ζωή. Η γλώσσα μετατρέπει έτσι την αλήθεια και το ψέμα σε σχετικές έννοιες. Η σκηνοθεσία γνωρίζει καλά και αναδεικνύει αυτήν την ιδιότητα του έργου -λάμπει η υπέροχη μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη- με τρόπο που δεν προδίδει τον γοητευτικά αινιγματικό χαρακτήρα του. Ταυτόχρονα, εστιάζει στο προσωπικό δράμα του ζευγαριού, κλείνοντας το μάτι, όπου το επιτρέπει το κείμενο, στην πολιτική διάσταση που αυτό ενέχει.

Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης δεν είναι ο σκηνοθέτης που θα διαβάσει αιρετικά ή «πειραγμένα» ένα κλασικό έργο. Μπορεί και να μην τον ενδιαφέρει, άλλωστε, κάτι τέτοιο. Είναι όμως ευφυής σκηνοθέτης ηθοποιών. Έχει το ταλέντο, δηλαδή, να καθοδηγεί τους ηθοποιούς του σε σημαντικές ερμηνείες και αυτό ακριβώς συμβαίνει και στο Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ, όπου μάλιστα ερμηνεύει και ο ίδιος τον Τζορτζ. Έναν Τζορτζ ματαιωμένο επαγγελματικά, απομακρυσμένο σεξουαλικά από τη σύζυγό του, ευνουχισμένο γενικώς, με μια υφέρπουσα βία να υποκαθιστά την …αφλογιστία, έναν άντρα που γλύφει τις πληγές του πληγώνοντας τη Μάρθα, ένα πρόσωπο που δεν παίρνει πρωτοβουλίες, παρά μόνο αντιδρά στα ερεθίσματα που του δίνει η σύζυγός του. Όταν εκείνη αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού, εκείνος αναλαμβάνει για πρώτη φορά μια πρωτοβουλία που θα αναιρέσει για πάντα τη βασική κοινή τους διαφυγή-ψευδαίσθηση. Η Μάρθα της Μαρίας Πρωτόπαππα, έξοχη, επιβάλλεται στον σκηνικό χώρο από την πρώτη στιγμή. Σαν να εκτοξεύθηκε από κάποιο μακρινό ηφαίστειο, σκορπά τη λάβα της αδιακρίτως προς κάθε κατεύθυνση. Κι όμως, η τραχιά φωνή της, το εκρηκτικό της εκτόπισμα, η αθυροστομία, τα παιχνίδια της, όλα μαρτυρούν την υπέρμετρη ανάγκη για συντροφικότητα, την τρομερή ανάγκη της να την αγγίξει ο Τζορτζ ή έστω ένα αντρικό χέρι. Η απόλυτη ανάγκη του ζευγαριού για τρυφερότητα μαζεύουμε τα δάκρυα, τα βάζουμε στην κατάψυξη και μετά στα ποτά»– και η απόλυτη αδυναμία τους να εκφράσουν την ανάγκη αυτή γίνεται περίεργα η συγκολλητική ουσία που ενώνει τη Μάρθα και τον Τζορτζ σε αυτήν την αλλόκοτη, στοργικά χαλασμένη σχέση.

Ο Νικ και η Χάνι είναι ίσως η Μάρθα και ο Τζορτζ σε νεαρότερη ηλικία. Οι …«κακές παρέες» έχουν αρνητική επίδραση πάνω τους και μέσα σε μια νύχτα αποσυντίθεται το οικοδόμημα της σχέσης τους στα εξ ων συνετέθη. Ο Νικ του Προμηθέα Αλειφερόπουλου ενσωματώνει τον ναρκισσισμό ενός ανερχόμενου αμοραλιστή επιστήμονα, αλλά και την αφέλεια της νιότης. Η Χάνι της Ντάνι Γεωργακοπούλου εκφράζει μοναδικά τα καταπιεσμένα συναισθήματα όσων έχουν μάθει να κρύβονται μέσα στη σιωπή.

Εάν κάτι λέει ο Άλμπι στο Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ -το οποίο καταδεικνύει με καθαρότητα η παράσταση του Μαρκουλάκη- είναι ότι δεν πειράζει να έχουμε αυταπάτες, όσο συνειδητοποιούμε ότι πρόκειται για αυταπάτες. Ο συμβολικός φόνος του ανύπαρκτου γιου από τον Τζορτζ διαλύει τη ζωτική ψευδαίσθηση του ζεύγους, ακυρώνει το παιχνίδι ή μάλλον φαίνεται να το τοποθετεί εκ νέου σε άλλη βάση. Το τέλος της ψευδαίσθησης μας τοποθετεί μοιραία μπροστά στον εαυτό. Πόσο ειλικρινείς είμαστε διατεθειμένοι να είμαστε;

Info παράστασης:

Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια ΓουλφΘέατρο Αθηνών