«Αυτή είναι σίγουρα παράξενη συμβουλή· σαν να αποφασίζεις ότι πρέπει να μείνεις προσκολλημένος για μια ζωή σε όποιους ανθρώπους τυχαίνει να γνωρίσεις. Ένα βιβλίο μπορεί να είναι άχρηστο· ή να περιέχει μόνο ένα πράγμα που αξίζει να μάθει κανείς. Είμαστε υποχρεωμένοι να το διαβάσουμε μέχρι τέλους;» Samuel Johnson, σχόλιό του για τη συμβουλή να διαβάζει κανείς μέχρι τέλους όποιο βιβλίο ξεκινάει.

Πάνω που σκεφτόμουν ότι τα δέκατα γενέθλια είναι μια καλή ευκαιρία, τώρα που η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης περνάει στο στάδιο της ωριμότητας, όπως έγραφε και το προσκλητήριο, να αναλογιστούμε τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει. Γιατί στο multitasking -εμπορικό και πολιτιστικό γεγονός- δεν τα πολυκαταφέρνει. Ούτε και στις διεθνείς σχέσεις εδώ που τα λέμε. Γιατί αν θέλει απλώς να μας πουλήσει λίγα βιβλία παραπάνω, ευχαριστούμε, αλλά χορτάσαμε παζάρια και φεστιβάλ και εκποιήσεις φέτος εδώ. Κι αν θέλει να λειτουργεί ως επαγγελματική συνάντηση εκδοτών και βιβλιοπωλών, δεν υπάρχει λόγος να γίνεται εθνικό ζήτημα. Κι αν θέλει να λέγεται «διεθνής», μια χούφτα συμμετοχές ξένων χωρών, χωρίς ιδιαίτερη αλληλεπίδραση μεταξύ τους δε δικαιολογεί τον τίτλο. Κι αν θέλει να χαρακτηρίζεται πολιτιστικό γεγονός, στο πλαίσιο μιας ρητά χαραγμένης εθνικής πολιτικής για το βιβλίο, ακόμα και 200 εκδηλώσεις, αν δεν υπηρετούν έναν κοινό στόχο, αν δε συνδιαλέγονται αντί να αλληλοεξουδετερώνονται, δεν αρκούν.

Το μακρο- όμως έπεσε θύμα του βραχέως. Με τις ειδήσεις από το χώρο του βιβλίου -τόσο σε επίπεδο αγοράς όσο και δημόσιας πολιτικής, βλ. ύφεση, κλείσιμο ΕΚΕΒΙ, φορολόγηση συγγραφέων – να απασχολούν σχεδόν καθημερινά την επικαιρότητα, η συζήτηση για το μέλλον της ΔΕΒΘ τέθηκε εκτός ημερήσιας διάταξης. Και κάπως έτσι, η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης έγινε Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης σκέτο, όχι πια γεγονός δηλαδή με εγγενή ειδησεογραφική αξία, αλλά πολιτικό μπαλκόνι διακηρύξεων και αντιπαραθέσεων. Και παρά το κλίμα πρωτοφανούς ομοφωνίας από όλα τα στρατόπεδα σχετικά με την ανάγκη ύπαρξης ενός εθνικού φορέα που θα διαχειρίζεται συνολικά τα ζητήματα της πολιτικής για το βιβλίο, το κύριο θέμα συζήτησης ήταν ο ίδιος ο αναπληρωτής υπουργός ΥΠΑΙΠΘΑ, κ. Τζαβάρας.

Αυτή τη φορά όμως όχι μόνο για τις συνήθεις πολιτικές και λεκτικές του αστοχίες ούτε για τις ημέρες απραγίας, περιμένοντας ίσως καρτερικά το φημολογούμενο ανασχηματιστικό Ιούλιο, αλλά και για τα συμπτώματα αμετροέπειας και αλαζονείας που εμφάνισε.

Αφού λοιπόν προεξόφλησε την απόλυτη επιτυχία της διοργάνωσης, την οποία απέδωσε στη δουλειά της Γενικής Γραμματείας Πολιτισμού σφετεριζόμενος τον κόπο μηνών που κατέβαλαν οι υπάλληλοι του ΕΚΕΒΙ, μας ξαναθύμισε πως «το καθήκον μας είναι να γίνουμε αγωνιστές και εθελοντές του πολιτισμού», αλλά την ίδια στιγμή και πόσο θολή είναι η εικόνα που έχει για αυτόν τον πολιτισμό.

Σε ομιλία του λοιπόν, στο πλαίσιο της συζήτησης για το μέλλον των σχολικών βιβλιοθηκών, αναφέρθηκε στο λάθος των εκπαιδευτικών να εγκαταλείψουν τις πρακτικές της αποστήθισης και της αντιγραφής, που προίκισαν τους μαθητές των παλαιότερων γενιών με τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν αποσπάσματα λογοτεχνικών κειμένων στον καθημερινό τους λόγο, γεγονός που -όπως ανέφερε- υπονομεύει τη γλώσσα, και «όταν η γλώσσα υπονομεύεται, είναι βέβαιο ότι ταυτόχρονα υπονομεύεται και ο πολιτισμός και η κοινωνική ιεραρχία και η έννοια της κοινωνικής διάκρισης, η οποία δυστυχώς έχει εκλείψει». Sic. Όλα αυτά την ίδια μέρα που περιχαρής ανακοίνωνε την ένταξη της Θεσσαλονίκης στο Διεθνές Δίκτυο πόλεων για την ανεκτικότητα και την ανεξιθρησκία. Και για του λόγου το αληθές, μιλώντας για την αξία του πολιτισμού και του -έντυπου- βιβλίου, παρέθεσε ολίγη από Ελύτη, Πλάτωνα (μπερδεύοντας βέβαια τον Τίμαιο με τον Φαίδρο – δε θα το είχαν για αντιγραφή φαίνεται), Bourdieu, Jacqueline de Romilly κ.ά.

Στην ίδια συζήτηση, εκδότες και πολιτικοί διαπραγματεύτηκαν το μέλλον των σχολικών βιβλιοθηκών, εξαίροντας το έντυπο βιβλίο, διαβεβαιώνοντάς μας ότι το ηλεκτρονικό βιβλίο έχει ήδη αποτύχει και θρηνώντας τον ξεπεσμό του σύγχρονου ελληνικού γραπτού λόγου. Όχι, δεν πιστεύω ότι πρέπει να σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν, αλλά σε μια εποχή που οι εξελίξεις του χθες είναι ήδη παρωχημένες, το να συζητά για το μέλλον του κόσμου ένα πάνελ ανθρώπων με μέσο όρο ηλικίας που ξεπερνά τα 65 έτη (με έναν πρόχειρο υπολογισμό) με τρομάζει. Γιατί δε μιλάμε απλώς για διαφορετικές αντιλήψεις, εμπειρίες ή προσλαμβάνουσες. Δε μιλάμε την ίδια γλώσσα.

Για την πολλαπλή φύση του βιβλίου ως μέσου, ως εμπορικού προϊόντος, ως καλλιτεχνικού δημιουργήματος και ως αισθητικού γεγονότος και για την εξέλιξή του που είναι ζήτημα όχι μόνο τεχνολογίας, αλλά και κοινωνικών χρήσεων και αναγκών, μαθαίνεις, δεν ξέρω, στο Α’ εξάμηνο των σπουδών στα ΜΜΕ; Αλλά και να μη σε έβγαλε εκεί ο δρόμος σου, παρατηρώντας προσεκτικά τη ζωή γύρω σου, διαπιστώνεις ότι «βιβλίο» δεν είναι το περιεχόμενο σε νοήματα και ιδέες, αλλά και το αντικείμενο που συχνά γίνεται αξεσουάρ, δείκτης κοινωνικού κεφαλαίου, διακοσμητικό στοιχείο ή φετίχ.

Είναι άλλο πράγμα το βιβλίο και άλλο η ανάγνωση. Διαβάζουν οι άνθρωποι ακόμη. Λέξεις χάρτινες, λέξεις ηλεκτρονικές, hashtags και εικόνες φιλτραρισμένες. Και γράφουν πιο πολύ. Ας πληθαίνουν τα τρολ και οι Σόλοικοι. Και θα διαβάζουν και θα γράφουν. Είναι πολύ μόνος και πολύ ματαιόδοξος ο άνθρωπος για να σταματήσει. Οπότε ας μην αγχώνονται οι πεισιθάνατοι «βιβλιολάτρες».

Κι ας μη χάνουν άλλο χρόνο διαπραγματευόμενοι την αποδοχή ή όχι μιας ήδη συντελεσμένης πραγματικότητας. Και συνταγογραφώντας ποσοστώσεις για τη χρήση ηλεκτρονικών βιβλίων όταν η νέα γενιά διαδραστικών ηλεκτρονικών βιβλίων είναι ήδη εδώ.

Κι ας μην κόπτονται τόσο για τη «βιβλική» κατήχηση της παραστρατημένης νεότητας. Δεν παίρνει προστακτική το ρήμα «διαβάζω», η ανάγνωση είναι ζήτημα απόλαυσης μάς λέει ο Daniel Pennac και παραθέτει τη λίστα με τα αναφαίρετα δικαιώματα του αναγνώστη:

1. Να μη διαβάζει.
2. Να πηδάει σελίδες.
3. Να μην τελειώνει το βιβλίο.
4. Να το ξαναδιαβάζει.
5. Να διαβάζει ο,τιδήποτε.
6. Να «μποβαρίζει» (σαν την Έμμα του Flaubert).
7. Να διαβάζει οπουδήποτε.
8. Να «τσιμπολογά».
9. Να διαβάζει φωναχτά.
10. Να σωπαίνει.

Η ανάγνωση ενός «βιβλίου» με όποιον τρόπο, σε όποιο χώρο, για όσο χρόνο και μέσω όποιου υλικού φορέα είναι μια πράξη ελευθερίας, μια πράξη ανατρεπτική, μια στιγμή αυτοδιάθεσης. Και ο μόνος κανόνας είναι ότι δεν υπάρχει κανόνας. «Πιάσε το πρέπει από το γιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι». Κι αυτό Ελύτης, κ. υπουργέ.

* Και επειδή αγαπώ κι εγώ πολύ τις παραθέσεις -κι ας μη με έβαζαν να αποστηθίζω στο σχολείο- ιδού μια εξαιρετική ομιλία του εξαιρετικού Neil Gaiman από την πρόσφατη Έκθεση Βιβλίου του Λονδίνου για το ψευδοδίλημμα του μέλλοντος των βιβλίων.