Ο Τζιμ Τόμσον υπήρξε ένας από τους πιο επιτυχημένους συγγραφείς pulp fiction τη δεκαετία του ’50 και του ’60, επηρεασμένος από τη γενιά των μετρ του νουάρ όπως οι  Ρέιμοντ Τσάντλερ και Ντάσιελ Χάμετ, γράφοντας δεκάδες μυθιστορήματα που κατατάσσονταν θεματικά είτε στις hard boiled αστυνομικές ιστορίες ή στα σύγχρονα γουέστερν. Μερικά όμως από αυτά τα έργα υπερέβησαν κατά πολύ το λογοτεχνικό υποείδος στο οποίο ανήκαν και απέκτησαν μια διαχρονικότητα που μεταξύ άλλων αντανακλάται και από την ανακάλυψή του από πολλούς σκηνοθέτες που επέλεξαν να τα μεταφέρουν στον κινηματογράφο με ιδιαίτερη επιτυχία. Το κορυφαίο ίσως παράδειγμα εξ’ αυτών είναι το POP 1280, μια ξεκαρδιστική, μηδενιστική κραυγή κυνικού αμοραλισμού που εξήντα και πλέον χρόνια μετά την έκδοσή του εξακολουθεί να κερδίζει νέες γενιές αναγνωστών.

Ο τίτλος παραπέμπει στον πληθυσμό της κωμόπολης ενδεχομένως κάπου στο Τέξας στην οποία είναι σερίφης ο αντιηρωικός πρωταγωνιστής Νικ Κόρεϊ γύρω στη δεύτερη δεκαετία του εικοστού αιώνα. Ο Νικ ενδιαφέρεται κυρίως να έχει ήσυχο το κεφάλι του και να εξασφαλίζει την επανεκλογή του στο αξίωμα του σερίφη ώστε να έχει σίγουρο τον μισθό του δημοσίου υπαλλήλου χωρίς να κάνει τίποτα. Οι απολαύσεις του φαγητού, του ύπνου και των γυναικών είναι η μοναδική φιλοδοξία του στη ζωή και οι περισσότεροι τον περνούν για ηλίθιο, ενώ οι ντόπιοι κάτοικοι του εμπιστεύονται τη θέση του σερίφη μόνο και μόνο ώστε να μην αλλάξει τίποτα και να διατηρηθεί η διαφθορά που βολεύει τους πάντες. Μόνο που ο Νικ δεν είναι ηλίθιος αλλά υποκρίνεται πειστικά τον ηλίθιο διότι έτσι καταφέρνει και εξασφαλίζει αβίαστα ό,τι τον συμφέρει. Όμως όταν μπλέκει σε μπελάδες, αποφασίζει να βάλει μπρος τα σχέδιά του, σχέδια που δεν συμπεριλαμβάνουν εν ψυχρώ δολοφονίες και ενοχοποίηση αθώων. Μόνο που, βεβαίως, στο σύμπαν του Τόμσον κανείς δεν είναι αθώος.

Το μυθιστόρημα βρίθει από εκπληκτικές κωμικές ατάκες που κατά τη γνώμη μου το κατατάσσουν σαν ένα από τα κωμικά αριστουργήματα της αμερικάνικης λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα. Το χιούμορ του Τόμσον συνοδεύει το σαρκαστικό του όραμα για την αμερικανική κοινωνία, ένα όραμα σκληρό, ισοπεδωτικά κυνικό, μια πινακοθήκη ηλιθίων και τεράτων, ένα τσίρκο εκμετάλλευσης και βίας, μια χωματερή συστημικού ρατσισμού.

Η γραφή του αποδίδει αυτό το χάος με ένα απολαυστικό κρεσέντο βωμολοχίας και τον αφοπλιστικό εξομολογητικό τόνο της πρωτοπρόσωπης αφήγησης του Νικ Κόρεϊ, ο οποίος προς το τέλος του βιβλίου εκφράζει με ειλικρίνεια και χωρίς τις υποκρισίες της πολιτικής ορθότητας το ζοφερό του συμπέρασμα για τη ζωή: ζούμε σε έναν διεστραμμένο κόσμο, σε ρόλους που μας δόθηκαν χωρίς να μας ρωτήσουν, χωρίς δικαιοσύνη ή λογική. Άρα, σε αυτό το δαρβινικό σύμπαν το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να φάμε όποιον μπορούμε για να επιβιώσουμε. Όπως εύγλωττα το θέτει ο ίδιος ο Νικ: «Χριστούλη μου: αγάπα το πλησίον σου και μη γαμάς κανέναν εκτός κι αν τον βρεις σκυμμένο και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών διότι ημείς παίζει να είμαι κι ένας μόνος μου». Η αναπολογητικά αμοραλιστική ματιά του Τόμσον αντηχεί ως ένα βαθμό το ρεύμα του υπαρξισμού που εξακολουθούσε τη δεκαετία του εξήντα να ασκεί σημαντική επιρροή. Με τη διαφορά βεβαίως ότι ο Τόμπσον δεν δείχνει να παίρνει τον εαυτό του ιδιαίτερα στα σοβαρά. Αυτό είναι που κάνει και την αναγνωστική εμπειρία τόσο απολαυστική.

«POP. 1280» του Τζιμ Τόμσον κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οξύ

PODpourri: Ακούστε τις Λογοτεχνικές διαδρομές με τον Κωστή Καλογρούλη, μια σειρά podcast για συζητήσεις γύρω από την παγκόσμια λογοτεχνία