Εναρκτήριο λάκτισμα της σεζόν. Πρώτη – πρώτη εικόνα μετά από ένα μήνα μακριά από τις κινηματογραφικές αίθουσες: η κάμερα βρίσκεται στο κάτω μέρος ενός τανκ που σουλατσάρει στο Σαντιάγο. 11η Σεπτεμβρίου όχι του 2001, αλλά του 1973, το πραξικόπημα του Πινοσέτ βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, αλλά εμείς δεν βλέπουμε τίποτα άλλο παρά την πόλη κάτω από τις ερπύστριες, την πόλη όπως την βλέπουν οι ερπύστριες, την πρωτεύουσα να καταπατάται και να διασχίζεται από ένα όχημα που δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί, κι όμως βρισκόταν εκεί, εκτραπέν από το φυσικό του χώρο και καθ’ οδόν για την εκτροπή του πολιτεύματος και την κατάλυση της -υπερβολικά αριστερής για γίνει σεβαστή- δημοκρατίας. Πρώτη – πρώτη εικόνα της χρονιάς, μας θυμιζει ότι (και) αυτό είναι ο κινηματογράφος: ο απροσδόκητος τρόπος να βλέπεις τα πράγματα, η μη συνήθης οπτική, η πρόταση του διαφορετικού βλέμματος.

Στην αμέσως επόμενη εικόνα του, το «Post Mortem» μας γνωρίζει τον πρωταγωνιστή του: έναν μεσήλικα με στοιχειωμένο βλέμμα και αλησμόνητο χτένισμα, χτένισμα που σου δίνει την αίσθηση πως αποτελεί αναπόσαστο κομμάτι του παράταιρου χαρακτήρα του. Κοιτάζει έξω από το παράθυρό του. Έχει ερωτευθεί τη γειτόνισσα που μένει στο απέναντι σπίτι. Προς το παρόν δεν είναι παράλογο που έξω από το παράθυρό του κοιτάει να δει αυτή και όχι τα τανκς, αφού η ταινία κάνει μερικά μπρος πίσω στο χρόνο και το πραξικόπημα δεν έχει ακόμα συμβεί. Αλλά και μετά, στην καρδιά του πραξικοπήματος, με αυτήν θα ασχολείται. Αυτήν που είναι παρηκμασμένη αρτίστα σε καμπαρέ. Ήταν η σταρ του, αλλά τώρα την διώχνουν. Είναι σχεδόν σκελετωμένη, πιθανότατα ανορεξική. Ο στοιχειωμένος κι η σκελετωμένη, ένα παράξενο ζευγάρι. Ακόμη πιο παράξενο είναι το επάγγελμά του. Είναι υπάλληλος στο νεκροτομείο. Η δουλειά του συνίσταται στο εξής: είναι παρών στις νεκροψίες, τις γράφει πρώτα χειρόγραφα καθώς ο ιατροδικαστής του υπαγορεύει τα πορίσματα του και στη συνέχεια τις δακτυλογραφεί. Στην καθημερινότητά του περιστοιχίζεται από νεκρούς. Και τώρα με τη δικτατορία οι νεκροί θα πολλαπλασιαστούν.

Στρατιωτικός νόμος. Πλήθος φρέσκα πτώματα στοιβαγμένα στους διαδρόμους του νεκροτομείου. Ο Χιλιανός σκηνοθέτης Πάμπλο Λαρέν, μετά την αρχική σκηνή που υποδεικνύει ότι θα αντιμετωπίσει τη δραματικότερη στιγμή της σύγχρονης ιστορίας της χώρας του όχι ευθέως αλλά από την κάτω πλευρά της, συνεχίζει σε όλη τη διάρκεια της ταινίας να μη δείχνει τις πράξεις αλλά τα αποτελέσματά τους. Όχι τους σκοτωμούς, αλλά τους νεκρούς. Ακόμα κι όταν ένα γειτονικό σπίτι θα καεί από το στρατό, θα ακούμε μόνο και δεν θα βλέπουμε, αφού θα βλέπουμε τον πρωταγωνιστή που θα κάνει εκείνη την ώρα μπάνιο, με αποτέλεσμα εκείνος ούτε καν να ακούει. Και όταν τελειώσει το μπάνιο του και ακούσει, θα δούμε μαζί του το αποτέλεσμα, το καμμένο και ρημαγμένο σπίτι.

Μέσα στο πλήθος των νεκρών, ένας που ξεχωρίζει. Παρουσία μιας ντουζίνας γαλονάδων διεξάγεται η ιστορική νεκροψία του προέδρου Αλιέντε. Αυτοκτόνησε ή τον δολοφόνησαν; Συμπτωματικά ελάχιστους μήνες πριν (κι αφού η ταινία είχε γυριστεί) έγινε εκταφή της σορού του και νέα νεκροτομή, όπου επιβεβαιώθηκε ότι ήταν αυτοκτονία. Ο Λαρέν ίσως το είδε κάπως έτσι: Μια νεκροψία που συγκλόνισε τη Χιλή. Ποιοί ήταν εκεί; Να η ευκαιρία να μιλήσω με άξονα αυτούς τους ανθρώπους. Κι αν το τι θέλει να πει για τους πρώτους δύο είναι εύκολα αναγνώσιμο (ο ιατροδικαστής που προ του πραξικοπήματος τραγουδάει με όλο του το προσωπικό τραγούδια για τον Χο Τσι Μινχ και μετά υπακούει πειθήνια τους πραξικοπηματίες, η βοηθός του που δεν αντέχει και εξεγείρεται) ο τρίτος, ο βασικός ήρωας της ταινίας που πάνω του χτίζεται η ταινία, παραμένει γα μένα μυστήριο. Θέλει να πει απλώς παράλληλα με την μεγάλη Ιστορία και τη δική του μικρή ή η μικρή του ιστορία συμβολίζει κάτι; Αποκτούν τόσο βάρος όσα κάνει στο τέλος που προφανώς έχουν και συμβολική διάσταση. Ωστόσο οι συμβολισμοί μου διαφεύγουν. Είναι λίαν πιθανό να μην φταίει η ταινία για αυτό, αλλά η δική μου ικανότητα αντίληψης. Κακό πράγμα να μην καταλαβαίνεις τι ακριβώς θέλει να πει ο ποιητής. Μπορείς όμως ακόμα κι έτσι να μην μένεις αδιάφορος απέναντι στους στίχους του.