Ο «Πουπουλένιος» (The Pillowman, στο πρωτότυπο) του Martin Mc Donagh έχει αποδειχθεί εξαιρετικά δημοφιλές έργο στην Ελλάδα. Το 2003 έκανε το ντεμπούτο του στο Λονδίνο και μόλις δύο χρόνια αργότερα το γνώρισε και το ελληνικό κοινό. Το 2005 έγινε η πανελλήνια πρεμιέρα και έκτοτε, κάθε δύο χρόνια, το έργο (που έχει μεταφραστεί επίσης ως «Μαξιλαρένιος» και «Μια αγκαλιά για να πεθάνεις») βλέπει τα φώτα κάποιας αθηναϊκής σκηνής – συνήθως από νέους δημιουργούς ή νέες ομάδες ή σε χώρους και θέατρα αντίστοιχης ταυτότητας και στόχευσης. Η Βίκυ Γεωργιάδου πρωτοσύστησε το έργο στο Θέατρο Αμόρε και ακολούθησαν οι σκηνοθεσίες του Κοραή Δαμάτη στο Αγγέλων Βήμα, του Γρηγόρη Χατζάκη σε κτήριο της Αθήνας, του Βασίλη Μαυρογεωργίου στον Κάτω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, του Θοδωρή Κυριακού στο Θέατρο Παραμυθίας. Η σκηνοθετική απόπειρα του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, έκτη στη σειρά, μεταφέρει το έργο στη σκηνή του Θεάτρου Αθηνών, στον πεζόδρομο της Βουκουρεστίου.

Δε θα έκανα ιδιαίτερη μνεία στο θέατρο που φιλοξενεί την παράσταση (καθώς και στο δρόμο που «φιλοξενεί» το θέατρο), αν δεν ίσχυε -ευτυχώς ή δυστυχώς- το γεγονός ότι οι θεατρικοί χώροι κουβαλούν μια ταυτότητα και ότι αυτή η ταυτότητα -σε συνδυασμό φυσικά με τους καλλιτέχνες που στεγάζονται μέσα τους- επηρεάζει ιδιαιτέρως το κοινό που τους επισκέπτεται. Το οποίο κοινό με τη σειρά του, ως ο δεύτερος δρων πόλος του θεατρικού γεγονότος, δεν είναι καθόλου αμέτοχος ούτε άμοιρος ευθυνών για το θέαμα που διαμορφώνεται επί σκηνής.

Ο «Πουπουλένιος», αντίθετα απ’ ό,τι μπορεί να εμπνεύσει ο τίτλος του, δεν είναι διόλου ευχάριστο ούτε εύκολο έργο. Σχηματικά η υπόθεσή του: ένας συγγραφέας συλλαμβάνεται και απειλείται με εκτέλεση, όταν συντελούνται στην πόλη όπου ζει μια σειρά από δολοφονίες παιδιών -περίεργες και άκρως ανατριχιαστικές-, που αντιγράφουν επακριβώς το περιεχόμενο των ιστοριών του. Γιατί πράγματι στο συγγραφέα ανήκουν μερικές εκατοντάδες ιστορίες – τρομερές, βγαλμένες από μια ανατριχιαστική φαντασία, με ήρωες παιδιά που υποφέρουν, κακοποιούνται και δολοφονούνται με φριχτούς τρόπους, συνήθως από τους γονείς τους. Ο συγγραφέας παλεύει να πείσει τους αστυνομικούς για την αθωότητά του, καθώς και για την αθωότητα του αδερφού του, διανοητικά καθυστερημένου, που επίσης έχει συλληφθεί ως ύποπτος. Η δράση του έργου διαδραματίζεται εξολοκλήρου στο κρατητήριο και αφορά τα, τέσσερα όλα κι όλα, δραματικά πρόσωπα: τα δύο αδέρφια και τους δύο αστυνομικούς που τους ανακρίνουν. Μέσα από τις σχέσεις που αναπτύσσονται, την έκθεση των γεγονότων, τις αποκαλύψεις για την καθοριστική παιδική ηλικία των ηρώων και τις μπόλικες δραματικές ανατροπές, ξετυλίγεται το κουβάρι της δράσης μέχρι τη «λύση» της υπόθεσης. Σχηματικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το έργο αποτελεί ένα πρώτης τάξεως θρίλερ, στα χνάρια π.χ. του Seven ή των σήριαλ τύπου CSI.

Ο «Πουπουλένιος», μάλλον, είναι περισσότερα από αυτό. Σε αυτό, άλλωστε, θεωρώ ότι οφείλεται η δημοτικότητά του, σε ό,τι κρύβεται στις πτυχές του, και όχι σε μια -έμφυτη;- ροπή προς το «αρρωστημένο», που τείνει να γίνει της μόδας. Το διαρκές παιχνίδι μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, η ανάγκη του ανθρώπου να εφευρίσκει ιστορίες («αν λες ιστορίες, το μοναδικό σου καθήκον είναι να λες ιστορίες», επαναλαμβάνει προς υπεράσπισή του ο συγγραφέας), κάποτε ως ξόρκι για το επώδυνο παρελθόν του, η καταβύθιση στον τραυματισμένο ψυχισμό ενός ενήλικα που υπήρξε κακοποιημένο παιδί, η ανίχνευση των (ελάχιστων) ορίων μεταξύ λογικής και παραφροσύνης, η αγωνία του συγγραφέα για τη δικαίωση του πνευματικού του έργου, οι δεσμοί αίματος που εξίσου μπορούν να αποδειχθούν συνεκτικοί ή ασφυκτικοί, η βία ως κατάχρηση εξουσίας αλλά και ως ανάγκη είναι μερικά μόνο, τα πιο προφανή ίσως, από τα ημιτόνια που θέτει προς ανάδειξη ο «Πουπουλένιος».

Χρησιμοποίησα τη λέξη «μάλλον», γιατί η σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη δε βοήθησε ιδιαίτερα προς την ανάδειξη του βάθους του έργου, αλλά κινήθηκε στη σχηματική του περιγραφή. Ο σκηνοθέτης εμφανώς αγάπησε τον «Πουπουλένιο», όπως διαφαίνεται από επιμέρους στοιχεία: από την ύλη του προγράμματος που επιμελήθηκε ο ίδιος και από τις εξαιρετικές δραματοποιημένες ιστορίες του συγγραφέα που εντάχθηκαν στη ροή της δράσης (και που αποτελούσαν χάρμα οφθαλμών και από εικαστική άποψη). Συνολικά, η σκηνοθεσία του, όμως, μάλλον δεν κατάφερε να το φωτίσει ικανοποιητικά. Δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται στην επιθυμία του να απαλύνει τη βία του έργου ή σε ενδεχόμενη σκηνοθετική ανεπάρκειά του, το αποτέλεσμα πάντως ήταν η ανάγνωσή του να κινηθεί στα επίπεδα της επιδερμικής προσέγγισης. Ανεπαρκής μελέτη των χαρακτήρων και των μεταξύ τους σχέσεων, ανεπαρκής ανάγνωση των ρόλων, εξωτερικό παίξιμο, φωνές και βρισίδια ήταν τα κυρίαρχα συστατικά της παράστασης, όπου οι δραματοποιημένες παρεμβολές των ιστοριών λειτουργούσαν ως μάννα εξ ουρανού. Η ανεπαρκής ανάγνωση των ρόλων φάνηκε και στις ερμηνείες. Αδιάφορος ο Νίκος Κουρής (αλήθεια, τι απέγινε ο Τομ του «Γυάλινου Κόσμου», που με είχε αφήσει χωρίς ανάσα με την αλήθεια της ερμηνείας του;), στα ίδια επίπεδα και ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, που τον «έσωσε» ίσως η εμφανής συγκίνηση που του προκαλούσε η πίστη στο έργο.

Κραυγαλέο παράδειγμα της συνολικής αποτυχίας της παράστασης ήταν πάντως η ανάγνωση του ρόλου του Άριελ (του «κακού μπάτσου») που ερμηνεύθηκε από τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο ως υστερική καρικατούρα. Προβληματική και η απόδοση του διανοητικά καθυστερημένου Μίκαλ από τον Γιώργο Πυρπασόπουλο που, παρά τις κάποιες καλές στιγμές, δεν κατάφερε καν να μας εκπλήξει με τον άσσο που κρύβει στο μανίκι ο ρόλος του. «Χάρη» στις δύο αυτές ερμηνείες, άλλωστε, το κοινό γέλασε με την καρδιά του! Κι όμως, όχι κοροϊδευτικά. Γενικώς, η παράσταση του «Πουπουλένιου» έβγαλε γέλιο, πολύ γέλιο! Οι θεατές γελούσαν σπαρταριστά, σαν να παρακολουθούσαν κωμωδία. Ίσως η προσφορά των τριών εισιτηρίων στην τιμή των 42 ευρώ, για να παρακολουθήσουν ΚΑΙ τον «Πουπουλένιο» ΚΑΙ τον Λάκη Λαζόπουλου στο δικό του «Sorry I’m Greek» ΚΑΙ τον Πέτρο Φιλιππίδη σε έργο Ψαθά να τους μπέρδεψε λίγο για το θέαμα της συγκεκριμένης ημέρας. Ή ίσως γιατί για ορισμένους θεατές αποτελεί -ακόμη;- τρομερό αστείο το βρισίδι επί σκηνής. Με κάθε «μαλάκα» και «γαμώτο» το θέατρο σειόταν από τα γέλια! (Αλήθεια, γιατί τόσο βρίσιμο στο ίδιο το έργο; Τη δεκαετία του 1970 ήταν δείγμα επανάστασης, αλλά εν έτει 2000 τι ακριβώς προσφέρει;)

Το χειροκρότημα, φυσικά, στο τέλος ήταν διθυραμβικό και τα «μπράβο» έπεφταν βροχή από την πλειοψηφία των θεατών. Άραγε γιατί; Για την ξεκαρδιστική κωμωδία που παρακολούθησαν; Για τους τέσσερις (τηλεοπτικούς) αστέρες που παρακολούθησαν στην τιμή του ενός; Μπορεί να μην θεωρώ τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη άμοιρο ευθυνών για την πρόσληψη του έργου, και μπορεί φυσικά τα χειροκροτήματα να λειτουργούν κατευναστικά σε αυτόν, αν όμως ενοχλήθηκε όσο και εγώ από το τρανταχτό γέλιο των θεατών και από την ολοφάνερη απροθυμία τους να συλλάβουν το έργο πέρα από το επίπεδο μιας «σπλατεριάς» με έναν κακό μπάτσο, έναν καλό μπάτσο, έναν ψυχάκια συγγραφέα, έναν καθυστερημένο, πολύ βρισίδι και ολίγον από μυστήριο, ας κάνει το ελάχιστο που μπορεί: ας πάρει την παράστασή του μακριά από τη Βουκουρεστίου (και το κοινό της).

Η θεατρική παράσταση «Ο Πουπουλένιος» ανεβαίνει στο Θέατρο Αθηνών μέχρι 13 Απριλίου.