“Pretend It’s a City” ή «Φαντάσου ότι Είσαι σε μια Πόλη»: ντοκιμαντέρ του Mάρτιν Σκορσέζε για την Φραν Λίμποβιτς, την εβδομηντάχρονη χρονικογράφο, ευθυμογράφο και συγγραφέα, που εδώ και δεκαετίες διαπρέπει στον ρόλο της κριτικού και σχολιάστριας της νεοϋρκέζικης ζωής και κουλτούρας. Επτά ημίωρα επεισόδια στο Netflix. Επτά μισάωρα γεμάτα λόγο και μόνο λόγο. Επτά μισάωρα γεμάτα πνευματώδεις παρατηρήσεις. Γιατί το ντοκιμαντέρ είναι βασικά μια καταγραφή συζητήσεων της Λίμποβιτς με τον Σκορσέζε, ή ακόμα ακριβέστερα, καταγραφή των θέσεων της για μια ευρεία γκάμα θεμάτων, με τον Σκορσέζε ακροατή.

Κι όσο παρακολουθούσα τα επεισόδια, άρχισα να υποψιάζομαι (υποψία που επιβεβαιώθηκε όταν τα είδα όλα), πως εκείνο που προσωπικά θα μου μείνει περισσότερο απ’ το “Pretend It’s a City”, δεν είναι κάποια από τις πολλές οξυδερκείς παρατηρήσεις της Λίμποβιτς, αλλά ο τρόπος που αντιδρά σε αυτές ο Σκορσέζε: η Λίμποβιτς κάνει τον Σκορσέζε να γελά, να γελά, να γελά. Κάπως έτσι, το ντοκιμαντέρ είναι από μόνο του απολαυστικό, ωστόσο η απόλαυση που εισπράττεις ως θεατής είναι φτωχός συγγενής μπροστά στην απόλαυση που νιώθει ο Σκορσέζε ακούγοντας την συνομιλήτριά του. Και δεν λέω ότι είναι υπερβολικές οι αντιδράσεις του, γιατί όντως η Λίμποβιτς έχει το χάρισμα να μιλά για πράγματα σοβαρά με τρόπο ευφρόσυνο και διασκεδαστικό. Λέω όμως ότι είναι εντυπωσιακό (και με τη σειρά του νέα πηγή ευφορίας) το πώς το ζει, το πόσο κρέμεται από τα χείλια της, το πώς κάθε φορά ξαφνιάζεται σαν να μην περίμενε πού θα καταλήξει αυτό που έλεγε. Και μιλώντας γενικότερα, δεν ξέρω αν έχει εφευρεθεί κάποιος όρος για περιπτώσεις τέτοιου συντονισμού, τέτοιας συμβατότητας, τέτοιου κουμπώματος δύο πνευμάτων ως προς το χιούμορ, κάποιος όρος δηλαδή για μια κατάσταση στην οποία το πνεύμα μου βρίσκει το πνεύμα σου εξιταριστικά αστείο, με αποτέλεσμα να μην χορταίνω να σε ακούω. Δηλαδή τους βλέπεις στο ντοκιμαντέρ κι ενώ έχουν μια φιλική σχέση, δεν είναι η φιλία το ειδοποιό χαρακτηριστικό της σχέσης τους. Αλλά δεν είναι και το ίδιο με το πώς γελάει κανείς ως ακροατής ή ως κοινό με κάποιον σταντ απ κωμικό. Υπάρχει μια διαπροσωπική σχέση, εκείνη την ώρα συζητούν, αλλά το κύριο γνώρισμα της αλληλεπίδρασής τους είναι πως ό,τι του λέει τον κάνει να γελάει. Η ταυτόσημη αίσθηση του χιούμορ είναι πάρα πολύ ισχυρός δεσμός μεταξύ των ανθρώπων, νιώθεις τον άλλο αισθητικό σου συγγενή και υπαρξιακό σου συνοδοιπόρο στην απάλευτη σοβαροφάνεια και σπουδαιοφάνεια της ζωής.

Από εκεί και πέρα, όσο ενδιαφέρουσα φιγούρα κι αν είναι η Λίμποβιτς, βλέποντας το ντοκιμαντέρ συνειδητοποιώ για πολλοστή φορά πόσο αξιαγάπητη φιγούρα είναι ο Σκορσέζε. Πόσο έχει περάσει όλα τα χρόνια της ζωής του σε μια διαρκή και αεικίνητη δημιουργικότητα. Η Λίμποβιτς, που εξέδωσε δυο συλλογές με κείμενά της εδώ και δεκαετίες και μετέπειτα δεν εξέδωσε κάτι άλλο πλην ενός παιδικού βιβλίου, του λέει σε μια φάση πόσο πολύ αγαπάει τα πάρτι και πόσο σπάνια τον πετυχαίνει σε πάρτι, καταλήγοντας αυτοσαρκαστικά, ότι για αυτό εκείνος κάνει συνέχεια ταινίες κι εκείνη δεν γράφει βιβλία. Προφανώς και δεν είναι αυτή η εξήγηση για τη δημιουργικότητά του, αλλά ακόμη προφανέστερα ο Σκορσέζε ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων που η ζωή τους είναι η δημιουργία, που όλη τους η ζωή είναι ρυθμισμένη γύρω απ’ τις ταινίες που κάνει, τα ντοκιμαντέρ που κάνει, από όλα όσα δεν σταματά να κάνει, πλησιάζοντας πια τα ογδόντα του. Και η αγάπη αυτού του ανθρώπου για τη ζωή κάνει μπαμ. Γιατί, για ό,τι κι αν μιλάνε οι ταινίες του, οι σειρές, τα ντοκιμαντέρ του, όλο του το έργο και όλος του ο δημόσιος βίος είναι αποτύπωση ζωής, είναι μια μεγάλη κατάφαση στη ζωή, είναι μια ακόρεστη δίψα για ζωή. Δεν είναι μόνο η καλλιτεχνική αντοχή του και η διάρκειά του στον χρόνο, είναι και όλη αυτή η πολυπραγμοσύνη του, είναι ότι αυτούς τους δυο τρεις τομείς της ζωής που αγάπησα βαθιά και με συντάραξαν βαθιά, θα τους εξερευνήσω, θα τους σκάψω, θα τους καταγράψω όσο περισσότερο μπορώ. Ο Σκορσέζε δεν ήταν ποτέ ο τύπος που κρυβόταν πίσω από την κάμερα. Εκτός από τον σκηνοθέτη Σκορσέζε, μεγαλώνουμε δεκαετίες παράλληλα, δεν θα πω με τον άνθρωπο Σκορσέζε, αλλά με την περσόνα του Μάρτιν Σκορσέζε ναι, με τη φιγούρα του Μάρτιν Σκορσέζε ναι. Έχει κάνει πάρα πολύ καλύτερο και πιο αξιοβίωτο τον κόσμο μας ο Μάρτιν Σκορσέζε. Και εξακολουθεί να τον κάνει.

Επίσης, ναι, η Λίμποβιτς είναι το θέμα του ντοκιμαντέρ. Αλλά όχι μόνη της. Μαζί της και η Νέα Υόρκη. Ξανά η Νέα Υόρκη. Αγαπώντας τη Νέα Υόρκη, ο Σκορσέζε αγάπησε μεν την πόλη ως πόλη, τις ιδιαιτερότητες και τον δικό της χαρακτήρα, αλλά ταυτόχρονα αγαπώντας την, αγαπούσε την πόλη του, τον τόπο του, τη γενέτειρά του. Oπότε μπορούμε να δούμε αυτή την αγάπη υπό δύο αντιδιαμετρικά αντίθετα βλέμματα: πρώτον, οι μεγάλες μητροπόλεις του κόσμου στις οποίες αξίζει να ζεις και τις οποίες αξίζει να αγαπάς, σε αντίθεση με τη μιζέρια και τον επαρχιωτισμό μικρότερων τόπων, ή, δεύτερον, σαν αντίστροφη καβαφική πόλη, κάθε γενέτειρα που αγαπιέται, κάθε τόπος καταγωγής που αγαπιέται, σε κάνει ικανό να ζήσεις μια ζωή μη ρημαγμένη συναισθηματικά. Μόνο σε εξαιρέσεις και σε ακραίες καταστάσεις βγάζει νόημα το να μην αγαπάς τον τόπο σου. Αν δεν αγαπάς το μέρος που ζεις μάλλον δεν αγαπάς τη ζωή, μάλλον δεν αγαπάς τους ανθρώπους, μάλλον δεν μπορείς να αγαπήσεις γενικά. Συχνά το μίσος για την πόλη που ζεις δεν είναι παρά μετατοπισμένος μισανθρωπισμός. Φαντάσου ότι είσαι σε μια πόλη. Φαντάσου ότι είναι η δική σου πόλη που της αξίζει να αγαπηθεί – κι ας μην είναι η Νέα Υόρκη. Φαντάσου ότι είναι μια πόλη κι η πόλη δεν είναι μόνο τα κτίρια, η πολεοδομία, η συγκοινωνία, οι υπηρεσίες, το περιβάλλον. Φαντάσου ότι σε μια πόλη ζουν την καθημερινότητά τους και τη ζωή τους χιλιάδες ή εκατομμύρια άνθρωποι ταυτόχρονα. Φαντάσου ότι είσαι σε μια κωμόπολη ή ένα χωριό. Φαντάσου ότι το μέρος που ζεις είναι μέρος που αξίζει να ζει κανείς. Και μετά, φυσικά μπορείς να φύγεις και να πας αλλού. Και να αγαπήσεις μέρη μεγαλύτερα ή μικρότερα απ’ το δικό σου.