Έναν αιώνα πριν η Νέα Υόρκη δοκιμάστηκε από μία επιδημία που σαν ορμητικό και απειλητικό κύμα σάρωσε την πόλη, ένα μοντέλο εξοργιστικά όμοιο με αυτό που συμβαίνει σήμερα, 102 χρόνια αργότερα με την πανδημία του κορονοϊού. Τότε, η ισπανική γρίπη σκότωσε δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων 675.000 ανθρώπων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην πόλη της Νέας Υόρκης, περισσότεροι από 20.000 πέθαναν, με ρυθμό 400-500 ημερησίως, όταν η επιδημία βρισκόταν στην κορύφωσή της. Μετά από αυτό το γεγονός οι πόλεις του κόσμου οχυρώθηκαν υγειονομικά, αλλά, αλλοίμονο και αυτή τη φορά δεν πρόλαβαν το σαρωτικό και γρήγορα μεταδιδόμενο θανατηφόρο ιό.

Στις 11 Αυγούστου του 1918 το νορβηγικό πλοίο Bergensfjord κατέπλευσε στη Νέα Υόρκη ανακοινώνοντας ότι δέκα επιβάτες και έντεκα μέλη του πληρώματος ήταν άρρωστοι. Μια ομάδα γιατρών και αξιωματούχων περίμεναν σε μια προβλήτα του Μπρούκλιν για να παραλάβουν τις πρώτες περιπτώσεις ασθενών της πιο θανατηφόρας πανδημίας στη σύγχρονη ανθρώπινη ιστορία.

Η ασθένεια δυστυχώς δεν μπόρεσε να περιοριστεί και εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα στις πολυσύχναστες γειτονιές και τα μικρά διαμερίσματα. Οι αριθμοί αυξήθηκαν σιγά σιγά στην αρχή, στη συνέχεια εκτοξεύθηκαν, ενώ οι αρχές ακολουθούσαν το ίδιο μοντέλο με σήμερα. Έκλεισαν σχολεία, υπόγειοι σταθμοί του μετρό και οι άνθρωποι μπήκαν σε καραντίνα. Ο πρώτος θάνατος στη Νέα Υόρκη σημειώθηκε ένα μήνα από την άφιξη του πλοίου και μετά οι αριθμοί αυξήθηκαν ταχύτατα.

Ο υγειονομικός επίτροπος της Νέας Υόρκης ξαφνικά αντιμετώπισε μια σχεδόν αδιανόητη κρίση. Η πόλη μόλις είχε αρχίσει να έχει υπόγειο σιδηρόδρομο και υπερυψωμένες αμαξοστοιχίες. Στις βρύσες των δρόμων που όλοι έπιναν από ένα κύπελλο, με το σύνθημα “Ban the Cup“, ο καθένας έφερνε πλέον το πλυμένο κύπελλό του. Τα θέατρα δεν έκλεισαν και ο υγειονομικός επίτροπος το είδε σαν ευκαιρία να εκπαιδευτούν οι πολίτες.

Πριν από κάθε παράσταση ένας ηθοποιός εξηγούσε τον κίνδυνο μόλυνσης από τον βήχα και το φτέρνισμα. «Το κοινό έμαθε πώς εξαπλώνεται η γρίπη και πώς να προστατεύσει τον εαυτό του και τους άλλους», έλεγε ο Κόπλαντ.

Οι εκστρατείες των δημόσιων υπηρεσιών γνώρισαν άνθιση με καμπάνιες με φυλλάδια και αφίσες. Προσπάθησαν να περιορίσουν όλες τις κακές συνήθειες, από το φτέρνισμα, τον βήχα έως το φτύσιμο στους δρόμους. Οι αστυνομικοί της πόλης περιπολούσαν για την προστασία του κόσμου.

Σε μια φωτογραφία που βρίσκεται στο αρχείο της πόλης της Νέας Υόρκης ένας τροχονόμος φοράει μάσκα και ρυθμίζει την κυκλοφορία. Η ισπανική γρίπη σάρωσε, μέσα από πολυπληθείς συνοικίες και γειτονιές, σκοτώνοντας περισσότερους από 20.000 κατοίκους της Νέας Υόρκης. Τα σχολεία έμειναν ανοιχτά, γιατί τα περισσότερα παιδιά ζούσαν σε ανθυγιεινά και γεμάτα κόσμο σπίτια, ενώ στις σχολικές αίθουσες που ήταν μεγάλες και ευάερες, υπήρχε ένα σύστημα επιθεώρησης και εξέτασης.

Η πόλη επέτρεψε στις επιχειρήσεις να λειτουργούν με κυλιόμενο ωράριο για να αποτραπεί η συμφόρηση στα ΜΜΜ. Ο Κόπλαντ απαντούσε στους επικριτές του ότι αφιερώνει περίπου είκοσι μία ώρες την ημέρα για να παρακολουθεί την πόλη και τρεις για να την ονειρευτεί.

Σήμερα, οι περιορισμοί του 1918 φαίνονται χαλαροί σε σύγκριση με την αντίδραση στην επιδημία του κοροναϊού, ειδικά την απαγόρευση των μη απαραίτητων επιχειρήσεων, των σχολείων, των θεάτρων και των συγκεντρώσεων εν γένει. Η αντίθεση μιλά για μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ του σημερινού ιού και της επιδημίας του 1918: Το 1918, δεν υπήρχαν γνωστές ασυμπτωματικές περιπτώσεις. Οι άνθρωποι χωρίζονταν σε άρρωστους και υγιείς και οι υγιείς, οι ασυμπτωματικοί δεν θεωρούνταν απειλή για τον άλλον.

Τα νοσοκομεία γέμισαν αμέσως με κρεβάτια όπου υπήρχε χώρος, όλο το υγειονομικό προσωπικό έσπευσε σε 150 κέντρα υγείας σε όλους τους δήμους, ενώ ένας «μεγάλος στρατός γυναικών» προσφέρθηκε εθελοντικά να επισκεφτεί τους άρρωστους, μεταφέροντας λευκά είδη, προμήθειες και φαγητό. Όσοι ήταν στα σπίτια τους υπήρχε ειδικό σήμα έξω από το δωμάτιο που ειδοποιούσε να μην πλησιάσει κανένας.

Η γρίπη όπως και η σημερινή επηρέασε περισσότερο τους ηλικιωμένους παρά τα παιδιά. Στο τέλος της πανδημίας η Νέα Υόρκη δεν ήταν η πόλη που είχε πληγεί περισσότερο από όλες στις ΗΠΑ. Κατάφερε και στάθηκε ξανά στα πόδια της, όπως ελπίζει να κάνει και σήμερα.