Είναι σωστό ή λάθος για έναν θεατρικό συγγραφέα να βάζει τον εαυτό του μέσα στο έργο του; Η απάντησή μου είναι: Τι άλλο μπορεί να κάνει;

Τ. Ουίλλιαμς

Το καλύτερο, κατά πολλούς, έργο του Τένεσι Ουίλλιαμς, «Ο γυάλινος κόσμος», όπου συγκεράζονται ο ρεαλισμός του πραγματικού βιώματος με τη σκηνική ποίηση, σκηνοθετεί η Ελένη Σκότη σε μια ατμοσφαιρική παράσταση που δικαιώνει το έργο.

Ο «Γυάλινος κόσμος» αποτελεί την κορωνίδα της δημιουργικής μεταγραφής της ζωής σε τέχνη, που χαρακτηρίζει συνολικά τη δραματουργία του Ουίλλιαμς, όπως έχει και με άλλη ευκαιρία επισημανθεί. Δεν είναι μόνο τα «τρανταχτά», τα κοινώς πια παραδεδομένα σημεία επαφής: η καταπιεσμένη για καιρό ομοφυλοφιλία, η σχέση με τη μητέρα, ο δυνάστης πατέρας (και σύζυγος), η λοβοτομή της αδερφής του, Ρόουζ. Είναι και άλλες, μικρότερες αλλά τόσο ενδεικτικές, οι αυτοβιογραφικές παρουσίες στο συγκεκριμένο έργο· το ότι ο συγγραφέας δίνει στον Τομ το όνομά του (Τόμας Ουίλλιαμς είναι το πραγματικό του), ο τόπος δράσης, το Σαιντ Λούις, όπου πράγματι είχε ζήσει η οικογένεια των Ουίλλιαμς, και, φυσικά, η γυάλινη συλλογή της Λώρας, δηλαδή η γυάλινη συλλογή που πράγματι κατείχε η Ρόουζ.

116

Ουσιαστικά, με τον «Γυάλινο κόσμο» ο Ουίλλιαμς μεταγράφει την ιστορία της οικογένειάς του και αυτό αντιπροσωπεύεται και από τη δραματουργική φόρμα που έχει επιλεχθεί. Το έργο είναι προϊόν μιας ανάμνησης, ένα flash back στα γεγονότα και ο Τομ είναι ο αφηγητής τους, σε μια ανεπιτυχή προσπάθεια εξορκισμού της ενοχής για την εγκατάλειψη της αδερφής του. «Λώρα, Λώρα, προσπάθησα να σε αφήσω πίσω μου, αλλά είμαι πιο πιστός απ’ όσο ήθελα!» είναι η σπαρακτική τελική του διαπίστωση. Ο διπλός ρόλος του Τομ ως αφηγητή και δρώντος προσώπου, το σπάσιμο της θεατρικής σύμβασης δηλαδή, δεν είναι τίποτα άλλο από την ανάγκη του συγγραφέα να υποδηλώσει τη δική του παρουσία· την παρουσία ενός ανθρώπου που έζησε και αργότερα έρχεται να αφηγηθεί αυτά που έζησε. Ο Τομ είναι ο ίδιος ο συγγραφέας, που επανέρχεται στο στοιχειωμένο παρελθόν του με την ίδια επιθυμία εξορκισμού του.

Στην παράσταση, η επιλογή του Δημήτρη Καταλειφού στο ρόλο του Τομ, που παρουσιάζει τον ήρωα εμφανώς μεγαλωμένο, ενισχύει ακόμη πιο πολύ το σπάσιμο της ψευδαίσθησης και δίνει μια αξιοσημείωτη διάσταση στην πολυπρισματική ταυτότητα του Τομ ως ΑφηγητήΔραματικού προσώπουΣυγγραφέα. Μάλιστα, ο ρόλος του ως αφηγητή εμφανίζεται ενισχυμένος, καθώς υιοθετεί και μέρος των σκηνικών οδηγιών, επιτείνοντας έτσι τη μεταδραματική διάσταση του έργου. Η παρουσία του μεσήλικα ηθοποιού δεν ξενίζει ούτε στις μη αφηγηματικές σκηνές, εκεί όπου υποδύεται τον αδερφό της νεαρότατης Στέλλας Βογιατζάκη και τον γιο της συνομήλικής του Θέμιδας Μπαζάκα· ίσα-ίσα, κάνει το έργο να προσεγγίζει ακόμη πιο έντονα μια ψυχαναλυτικής χροιάς διαδικασία αναβίωσης ενός επώδυνου -αν και μακρινού- παρελθόντος.

gialinos kosmos 1

Τα γεγονότα όμως δεν ξαναγράφονται, μπορούν μόνο να βγουν έξω από το πέπλο της μνήμης που τα καλύπτει. «Το έργο είναι ένα έργο μνήμης και γι’ αυτό μη ρεαλιστικό» τονίζει ο συγγραφέας, τόσο στις σημειώσεις του για το έργο όσο και μέσω του Τομ. Η συγγραφική «απαίτηση» μιας μη ρεαλιστικής, φωτογραφικής αναπαράστασης, καθώς η μνήμη «παραμερίζει κάποιες λεπτομέρειες κι άλλες τις διογκώνει», υπηρετήθηκε και ενδυναμώθηκε από την παράσταση της Σκότη, συνηγορώντας σε ένα αποτέλεσμα ποιητικής και συγκινησιακής συμπύκνωσης. Το σκηνικό (Εύα Μανιδάκη), το σπίτι δηλαδή της οικογένειας των Ουίνγκφιλντ, ακόμη πιο αφαιρετικό από αυτό των σκηνικών οδηγιών, τοποθετήθηκε σε έναν μάλλον άδειο, ρημαγμένο χώρο, διάσπαρτο με κιβώτια με τη χαρακτηριστική επιγραφή «Fragile»· γιατί τα πάντα είναι ρημαγμένα και εύθραυστα σε αυτό το έργο, σαν τα γυάλινα ζωάκια που ενέπνευσαν τον τίτλο του: οι οικογενειακές σχέσεις, ο ψυχισμός της Λώρας, η υπομονή του Τομ, η μαρτυρικότητα της Αμάντας. Ακόμη και η φωτογραφία του πατέρα «σε μεγέθυνση άνω του φυσικού» αντικαταστάθηκε από μια κενή δέσμη φωτός στον τοίχο, ενώ η γυάλινη συλλογή της Λώρας μεταφέρθηκε από την «παλιομοδίτικη εταζέρα» για να κρυφτεί μέσα σε ένα μικρό ξύλινο κουτί. Το επαναλαμβανόμενο μουσικό μοτίβο (Σταύρος Γασπαράτος) και οι επιλεκτικές εστίες φωτός (Κατερίνα Μαραγκουδάκη) ολοκλήρωσαν το σκηνικό αποτέλεσμα, λειτουργώντας ως αναλαμπές της μνήμης.

Οι ηθοποιοί εναρμονισμένοι μεταξύ τους και με το σκηνικό ζητούμενο συνηγόρησαν υπέρ μιας καθηλωτικής σχεδόν εμπειρίας θέασης· κι αν αδιαμφισβήτητα ο καθένας τίμησε με την ερμηνεία του τις ανάγκες του ρόλου, ο Δημήτρης Καταλειφός, όχι μόνο στις ήπιες του στιγμές αλλά και στις εκρήξεις του, η Θέμις Μπαζάκα ως νευρωτική και, μαζί, ευαίσθητη Αμάντα, η Στέλλα Βογιατζάκη ως Λώρα, θα σταθώ ειδικά στον Κωνσταντίνο Γώγουλο γιατί με την ερμηνεία του ως Τζιμ συνέλαβε με αξιοσημείωτη ευστοχία τον νεαρό Αμερικάνο που ενσαρκώνει με την ορμή του το περίφημο «αμερικάνικο όνειρο».

gialinos kosmos2

Ο «Γυάλινος κόσμος» της Ελένης Σκότη αν και με βρήκε με αρκετές επιφυλάξεις προκαταβολικά, στο φινάλε μου άφησε την αίσθηση που αφήνει η ευτυχής συγκυρία όταν ένα σπουδαίο έργο μιλιέται από ισάξιους συντελεστές.

Σημ. Το εντελώς αντίθετο συμβαίνει με έναν έτερο Ουίλλιαμς, το «Λεωφορείο ο πόθος», που ανεβαίνει σε σκηνοθεσία του Λεβάν Τσουλάτζε (πρώτη σκηνοθεσία στην Ελλάδα) στο θέατρο Άνεσις. Αν και ο Τάσος Ιορδανίδης στο ρόλο του Στάνλεϊ Κοβάλσκι διασώζει τον εαυτό του, οι υπόλοιποι ηθοποιοί δεν αποφεύγουν τη σχηματοποίηση ή το εξωτερικό παίξιμο, ενώ η παράσταση χαντακώνεται και από την αισθητική της· από τα άσχημα κοστούμια (Σταύρος Λίτινας) και τις φτηνές μουσικές επιλογές του σκηνοθέτη (οι πρωτότυπες συνθέσεις του Θάνου Μικρούτσικου είναι το μόνο στοιχείο της παράστασης που δημιουργεί ατμόσφαιρα), κυρίως όμως από την αδυναμία της να μεταφέρει προς το κοινό μια πειστική αίσθηση εσωτερικότητας και αλήθειας.

Info: «Ο Γυάλινος Κόσμος» συνεχίζεται στο Θέατρο Εμπορικόν μέχρι τις 29 Μαρτίου