Από τι είναι φτιαγμένη άραγε η Πρώτη Ύλη; Από σίδερο, φωτιά και ανθρώπινο ιδρώτα. Όλοι μας έχουμε δει τα τρίκυκλα που κουβαλάνε ό,τι παλιοσίδερο βρουν στα σκουπίδια, χωρίς να ξέρουμε τι γίνεται από κει και πέρα. Η συνέχεια βρίσκεται στην ταινία του Χρήστου Καρακέπελη «Πρώτη Ύλη», που 10 χρόνια μετά το «Σπίτι του Κάιν», με το οποίο εξερευνούσε τον εγκλεισμό, διερευνά τώρα την αθέατη πλευρά της «ανακύκλωσης» στη χώρα μας. Το ελculture συζήτησε με τον σκηνοθέτη για την πόλη και την επιβίωση – ανθρώπων και υλικών…

ελc: Τι είναι αυτό που σε ελκύει να μπαίνεις με τις ταινίες σου σε “άβατα”, σε ανεξερεύνητους και κλειστούς, περιθωριακούς χώρους, όπως οι φυλακές ή οι καταυλισμοί των σύγχρονων ανακυκλωτών;
Χ.Κ.:
Θεωρώ ότι ως ανθρώπινες υπάρξεις αλλά και ως μέλη μιας κοινωνίας πρέπει να ορίζουμε μια μονάδα μέτρησης και με βάση αυτή να κοιταζόμαστε στον καθρέφτη. Οι άνθρωποι που ζουν πλάι μας μια υπο-ζωή είναι αυτοί που στοιχειώνουν κάθε τι που κάνουμε, που επιλέγουμε, που ζούμε. Κάποτε έρχεται η ώρα που όλα θα μετρηθούν με βάση αυτούς. Όσο κι αν είναι μη υπολογίσιμοι μέσα στη μάζα, όσο κι αν εξορκίζονται στο βυθό των πράξεων ή των συνειδήσεών μας, μας θέτουν αναπόδραστες ερωτήσεις για την ανθρώπινη κατάσταση και τον κόσμο που έχουμε δημιουργήσει. Δεν πρόκειται για μια λογική επιλογή εκ μέρους μου. Δεν τους αναζητώ σαν ένα εργαλείο για να συλλάβω τα πράγματα. Νιώθω αλληλέγγυος μαζί τους, το ίδιο αδύναμος μέσα σε έναν παράλογο κόσμο αλλά και το ίδιο παράλογα ανθεκτικός απέναντι του.

ελc: Ποιός είναι ο στόχος της καταγραφής σου αυτής;
Χ.Κ.:
Ο στόχος είναι ίσως να δηλώσω την αλληλεγγύη τη δική μου απέναντι σε όλους όσους ηττούνται από το παράλογο και μέσα από αυτό να χαράξω ένα δρόμο προς αυτή την αλληλεγγύη ανοιχτό να τον διασχίσουν κι άλλοι άνθρωποι μαζί μου. Όποιος δεν επιμένει να αρνείται πως είναι μόνιμα ένας εν ασταθεία ακροβάτης μέσα στον κόσμο, όποιος δεν έχει θανατώσει μέσα του την αμφιβολία για το ποιος είναι και για το τι πράττει, μπορεί να είναι θεατής του έργου μου. Εκείνοι πως νιώθουν ασφαλείς, σίγουροι, τακτοποιημένοι, ηθικοί άνθρωποι και χρηστοί πολίτες δεν μπορούν να είναι συνοδοιπόροι μέσα στις ταινίες μου.

ελc: Ήταν δύσκολο να γίνεις δεκτός στην κοινωνία αυτή;
Χ.Κ.:
Το να συστήνεσαι ως “σκηνοθέτης” που θέλει να κάνει μια ταινία σε ανθρώπους που κλέβουν το νερό που πίνουν, είναι ήδη από την αρχή ένα τεράστιο βουνό που ορθώνεται και σε χωρίζει από αυτούς τους ανθρώπους. Πρέπει να ανεβείς βασανιστικά βιώνοντας τις επιθέσεις που δέχεται ένας «ξένος» κι αφού αντέξεις και φτάσεις στην κορυφή της αποδοχής, εσύ ο ίδιος να πάρεις τον κατήφορο για να βρεθείς τελικά να πατάς την ίδια γη με αυτούς. Αυτή η πορεία είναι μια άσκηση για εμένα. Μέσα από αυτήν δοκιμάζω την ηθική μου στάση, την αισθητική γλώσσα, τη δύναμη του λόγου που με πήγε ως αυτούς. Ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας νοσταλγώ όλο και πιο πολύ στη διάρκεια της διαδρομής το βλέμμα που θέλω να γεννηθεί στο τέλος.

ελc: Από την έρευνά σου, πόσο ευρεία και σημαντική είναι τελικά η συμβολή αυτών των ανθρώπων στη βιομηχανική παραγωγή; Αυτό συμβαίνει άραγε και σε άλλες χώρες;
Χ.Κ.:
Στο χώρο των μετάλλων αυτοί οι άνθρωποι είναι με βεβαιότητα οι πυλώνες του μηχανισμού συγκομιδής. Η συντριπτική πλειονότητα των υλικών συλλέγεται από αυτά τα χέρια. Εκατοντάδες μάντρες σε όλη τη χώρα περιμένουν καρότσες και καρότσια του σούπερ μάρκετ για να δουλέψουν. Αν όλοι αυτοί οι εργάτες δε βγουν μια μέρα για δουλειά το σύστημα θα παραλύσει και τα καζάνια των χαλυβουργιών θα αναγκαστούν να λιώσουν αποκλειστικά εισαγόμενο scrap με πολύ υψηλότερο φυσικά κόστος. Φυσικά και αυτό συμβαίνει σε άλλες χώρες: Στα Βαλκάνια, από την Τουρκία και πέρα και βέβαια στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Συμβαίνει όπου ο αυτοσχεδιασμός στην επιβίωση και η ασυδοσία στην επιχειρηματικότητα αποτελούν σιωπηρή πολιτική εντολή. Όπου ο φτωχός επικοινωνεί ενστικτωδώς με το σινιάλο της αγοράς και με ένα κλείσιμο του ματιού από το αφεντικό παίρνει χωρίς παρανοήσεις το μήνυμα για το τι πρέπει να πράξει για ένα πιάτο φαΐ.

ελc: Στις δυτικές κοινωνίες η ιδέα της ανακύκλωσης υποχωρεί σιγά σιγά εμπρός στην επανάχρηση. Θεωρείς καταρχήν ότι στην Ελλάδα έχουμε μια σαφή εικόνα για το τι σημαίνει ανακύκλωση και ότι θα μπορούσαμε να δεχτούμε ένα άλλο μοντέλο;
Χ.Κ.:
Η ανακύκλωση εννοείται πως δεν αποτελεί λύση παρά μόνο για τους βιομηχάνους που μέσω αυτής εξασφαλίζουν μια πάμφθηνη πρώτη ύλη. Παίρνοντάς την στα χέρια τους εντατικοποιούν την παραγωγή κι άλλων προϊόντων και μάλιστα ακριβότερων από τα «παλαιά». Ειδικά εμείς, πέφτοντας πάνω σε όλους αυτούς τους χειρώνακτες μέσα στην πόλη, θα έπρεπε περισσότερο από κάθε Γερμανό ή Γάλλο που έχει μια «καθαρή» εικόνα για την ανακύκλωση να έχουμε αναρωτηθεί για την μετάφραση αυτής της διαδικασίας σε πλούτο, σε ανακύκλωση της φτώχιας και της εκμετάλλευσης, σε στασιμότητα του αδιέξοδου καπιταλιστικού μοντέλου παραγωγής. Το να επαναχρησιμοποιούμε και το να καταναλώνουμε λιγότερο νομίζω ότι θα συμβαίνει όλο και περισσότερο λόγω της αντικειμενικής έλλειψης χρημάτων. Ελπίζω μόνο όλα αυτά τα χρόνια που θα μας οδηγήσουν σε άλλες συμπεριφορές να μην προσλαμβάνονται από κάποιους σαν μια μακρά περίοδο στέρησης πριν από ένα επόμενο, μελλοντικό φαγοπότι.

ελc: Στα πλάνα σου παραλληλίζεις την Αθήνα με χωματερή. Πώς νιώθεις ζώντας σε αυτή, ειδικά σήμερα πλέον που έχει γίνει ακόμα πιο σκληρή;
Χ.Κ.:
Σε αυτή την πόλη είμαι κι εγώ μετανάστης. Ήρθα κι εγώ από ένα χωριό ψάχνοντας μέσα της να κάνω κάτι στη ζωή μου. Νιώθω πως αυτή η πόλη φτιάχτηκε για να ζουν μέσα της μετανάστες. Άνθρωποι που θα εργάζονται εδώ, θα αφήνουν τα λεφτά τους εδώ και θα κινούν μια αγορά. Ωστόσο, ζω αυτή τη συνθήκη σαν μια πρόκληση για όλους εμάς τους μετοίκους, παλιούς και νέους, που μας αναγκάζει να συνυπάρχουμε, να δημιουργούμε τους μικρούς μας κόσμους μέσα της και να περισώζουμε τις προσδοκίες μας από αυτή την πόλη, βασιζόμενοι αποκλειστικά στα προσωπικά, ανθρώπινά μας αποθέματα. Δε νομίζω ότι το Παρίσι είναι λιγότερο χωματερή, απλώς στην Αθήνα τα πράγματα είναι λιγότερο απροσχημάτιστα, κι αυτό δεν το βρίσκω κακό. Ανάμεσα στην εικόνα της πόλης και σε αυτό που τελικά είναι υπάρχει μια συνέπεια, μια ευθεία γραμμή, χωρίς εκλεπτυσμένες συγκαλύψεις.

ελc: Έχεις ασχοληθεί επαγγελματικά και με τη διαφήμιση και με την τηλεόραση, τις οποίες καταγγέλλεις για πλαστές εικόνες και πρότυπα ζωής. Τι είναι αυτό που σε θυμώνει και τι που πιθανόν σε ελκύει σε αυτές;
Χ.Κ.:
Έχω δουλέψει στη διαφήμιση και δουλεύω στην τηλεόραση, σαν απλό εργατικό δυναμικό. Δεν έκανα καριέρα, δεν διαμόρφωσα καμία αισθητική, δεν στελέχωσα κάποια «άποψη» και δεν συμμετείχα στην άθλια φούσκα των παράλογα υπέρογκων αμοιβών. Και στους δύο χώρους φρόντισα να εφαρμόσω τις προδιαγραφές αρτιότητας που έχω διδαχθεί και να σέβομαι το θεατή, παράγοντας κάτι που να μην τον προσβάλλει. Το αντίτιμο είναι το να κερδίζω τη ζωή μου, κι αυτό όχι πάντα. Στη διαφήμιση ένιωθα πάντα εκτός κλίματος. Η απόσταση ανάμεσα στην πραγματική μου ζωή και σε αυτή που έπρεπε να πουλήσω ήταν τεράστια. Δεν μπορούσα να διαχειριστώ αυτή τη σχιζοφρένεια με ψυχραιμία. Όσο για την τηλεόραση μπορώ να αντιληφθώ έναν εκπαιδευτικό ρόλο, ή να την δω σαν ένα θάλαμο προπαρασκευής για πιο μεγάλα πράγματα, αλλά όχι ως φορέα καλλιτεχνικής εμπειρίας ή βαθιάς προσωπικής αναζήτησης. Η τηλεόραση είναι αναμεταδότης και έτσι την κρίνω, για το τι δηλαδή αναμεταδίδει και όχι για το τι ουσιαστικά παράγει.

ελc: Η ταινία έχει ήδη ταξιδέψει σε αρκετά διεθνή φεστιβάλ. Αυτό όμως τελικά δε σημαίνει πάντα κάτι για την πορεία των ταινιών στις ελληνικές αίθουσες (τουλάχιστον με τη στενή έννοια των εισιτηρίων). Για σένα τι είναι σημαντικό στην πορεία μιας ταινίας;
Χ.Κ.:
Φυσικά και είναι σημαντικό να την δουν όσο το δυνατό περισσότεροι άνθρωποι. Στα φεστιβάλ το ωραίο είναι πως την βλέπουν άνθρωποι από μακριά και το βλέμμα τους, οι συζητήσεις που ακολουθούν, είναι για εμένα εξαιρετικά σημαντικές. Ένα έργο πρέπει να μπορεί να υπάρχει πέρα από τα όρια μιας κοινωνίας ή μιας κουλτούρας. Ο τρόπος που δουλεύω προϋποθέτει τη συμμετοχή του θεατή, του αφήνει χώρο και δεν τον καθοδηγεί σε καμιά αλήθεια. Ελπίζω να υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι εκεί έξω που έχουν ακόμα περιέργεια για τη ζωή γύρω τους και προθυμία να ζήσουν μια περιπέτεια. Όπως και να έχει η ταινία δεν έχει ημερομηνία λήξης. Όπως και με το Σπίτι του Κάιν που μετά από 10 χρόνια συνεχίζει να ζει, έτσι και η Πρώτη Ύλη είναι μία κατάθεση στο δημόσιο χώρο που θα βρίσκεται πάντα στη διάθεση των θεατών. Η ταινία έχει φύγει πια από τα δικά μου χέρια και από εδώ και πέρα αναμετριέται με το χρόνο.

Η ταινία «Πρώτη Ύλη» προβάλλεται από 15 Μαρτίου στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Πάρτε μια γεύση από το
trailer και το teaser της ταινίας:
https://www.youtube.com/embed/XFQnaFmT1fs
https://www.youtube.com/embed/sMlHJMBICVY