Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο
Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.
Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Στο παιδί μου (Από τη συλλογή Ο στόχος, 1970)

Δεν μπορώ να σκεφτώ κινηματογραφιστή που να κατάφερε να αποδώσει την κινηματογραφική εμπειρία με μεγαλύτερη ακρίβεια από τον Godard: οι ήρωές του εξαφανίζονται λάθρα μέσα σε κινηματογραφικές αίθουσες, προσπαθώντας να ξεφύγουν, κυριολεκτικά και μεταφορικά, από μια ζοφερή πραγματικότητα. Από την εμφάνιση του κινηματογράφου, το πανί της οθόνης έπαιξε το ρόλο του μαγικού σεντονιού κάτω από το οποίο οι πιτσιρικάδες στήνουν κρυφά τα βράδια κόσμους φανταστικούς.

Με το ντοκιμαντέρ όμως τα πράγματα υπήρξαν καταρχήν διαφορετικά. Σχηματικά, ας πούμε πως ο θεατής καταφεύγει εδώ αναζητώντας την «πραγματική» πραγματικότητα, εκείνη που υπερβαίνει το περιορισμένο άμεσο αισθητικό του πεδίο, αλλά και την κατασκευασμένη από τα ΜΜΕ προέκταση αυτού.

Έτσι, το ντοκιμαντέρ ανέλαβε από νωρίς να σηκώσει στις πλάτες του όλο το βάρος του κόσμου να είναι ταυτόχρονα αισθητική, αλλά και αλήθεια, σε έναν κόσμο που χάνει τον βηματισμό και την ομορφιά του. Έγινε ο κατά Vertov «Κινηματογράφος-Αλήθεια», ένα όπλο, όπως ο ίδιος υποστήριζε, την πολιτική δύναμη του οποίου θα εξερευνούσε γλαφυρά και έμπρακτα το Cinema Novo της Λατινικής Αμερικής την περίοδο 1960-1970. Το ντοκιμαντέρ εκφράστηκε ως το πολιτικά ανορθόδοξο σε έναν στρογγυλεμένο κόσμο που έχει μετατρέψει το πολιτικά ορθό σε ένα τεράστιο χαλί, κάτω από το οποίο κρύβει και κρύβει και κρύβει…

Μάλλον όχι τυχαία, τα τελευταία 15 χρόνια, η παραγωγή αλλά και η ζήτηση για ντοκιμαντέρ έχουν αυξηθεί εντυπωσιακά, παρά την παράλληλη γεωμετρική αύξηση των καναλιών αλλά και του όγκου παροχής πληροφοριακών δεδομένων. Μέσα στο ίδιο διάστημα οι επισκέπτες του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης σχεδόν τετραπλασιάστηκαν. Σε μια χώρα που η πληροφόρηση είναι έννοια αφηρημένη και οι πολίτες μετέωροι, το Φεστιβάλ ανέλαβε να παίξει το ρόλο διαδρόμου προσγείωσης.

Η φετινή αφίσα της διοργάνωσης απεικονίζει ένα πρόβατο με καλυμμένα μάτια: «Ο θεατής βομβαρδίζεται καθημερινά από απόψεις και ιδέες που συχνά επιχειρούν να του κλείσουν τα μάτια, να τον χειραγωγήσουν. Να τον μετατρέψουν σε “πρόβατο” που ακολουθεί πιστά τη μάζα. Είναι στο χέρι του να απεγκλωβιστεί από αυτή την παγίδα. Μια καλή αρχή είναι η σκέψη. Και το ντοκιμαντέρ τροφοδοτεί με τον καλύτερο τρόπο τη σκέψη, προβληματίζει, ευαισθητοποιεί, αφυπνίζει», αντιγράφω από το δελτίο τύπου. Στο τέλος του σποτ του Φεστιβάλ, το πρόβατο κατορθώνει να αποτινάξει την καλύπτρα από τα μάτια του, αν και, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, τα πρόβατα μάλλον έχουν ευφυείς εγωιστικούς λόγους να σωρεύονται αγεληδόν στο κέντρο.

Έστω όμως. Για 10 μέρες τα μάτια άνοιξαν. Ωραία. Ζήτωσαν τα ανθρώπινα δικαιώματα και το περιβάλλον και οι μοναδικές ανθρώπινες ιστορίες και η αλήθεια και η αντίδραση. Και μετά; Έξω; Στο δρόμο; Στην «πραγματικότητα;» Τι κάνουν οι 45.000 (σύμφωνα με τα περυσινά στοιχεία) θεατές του Φεστιβάλ; Πώς ζούν τη ζωή τους; Τι αποκομίζουν; Τι ψηφίζουν; Τι αποφάσεις παίρνουν;

Δηλαδή, μπορεί η τέχνη να αλλάξει τον κόσμο; Εδώ χρειάζονται όλοι οι φιλόσοφοι και διανοούμενοι του κόσμου για μια απόπειρα έστω απάντησης. Το google μού επιστρέφει 1,510,000,000 αποτελέσματα-απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα και 357,000,000 αν το ρωτήσω συγκεκριμένα για το ντοκιμαντέρ. Ατέρμονες συζητήσεις, λίστες με «ντοκιμαντέρ που άλλαξαν τον κόσμο», αντικρουόμενες τοποθετήσεις, απτά, εμπνευσμένα καλλιτεχνικά παραδείγματα, ακόμη και έρευνες επίδρασης του ντοκιμαντέρ στην κοινωνία. Όμως τίποτα δεν αλλάζει χωρίς τη συμμετοχή του ίδιου του κόσμου μάς είπε ο Πατρίσιο Γκουσμάν στην ανοιχτή συζήτηση της περασμένης Πέμπτης σχετικά με τα όσα έχει να διδάξει το παράδειγμα της Χιλής στην Ευρώπη της κρίσης.

Τοποθετώ τον εαυτό μου σχεδόν αυτόματα στην μπάντα των αισιόδοξων, δε μας έχουν απομείνει δα και πολλά διέξοδα. Νομίζω πως αν το ντοκιμαντέρ καταφέρνει να αλλάξει κάτι, αυτό είναι να φυτεύει μέσα μας τους σπόρους που μάς κάνουν να φυτρώνουμε όταν μας θάβουν, όπως έγραψε ο Χριστιανόπουλος. Και να επαναφέρει κάπως το χαμένο νόημα των λέξεων, το χαμένο λεξιλόγιο για μια ρέουσα πραγματικότητα που μόνο κατά τρόπο διαλείποντα μπορεί να γίνεται αντιληπτή. Να γίνεται η επαρκής γλώσσα για επαρκείς εικόνες, αυτές που χρειάζεται η ανθρωπότητα για να μην εκλείψει, σύμφωνα με τον Herzog.

Πώς όμως μπορεί κανείς να εγγραμματιστεί σ’αυτή τη γλώσσα μέσα στις 10 μέρες που διαρκεί ένα Φεστιβάλ; Κι έστω εμείς εδώ στα Βόρεια είμαστε κάπως τυχεροί. Θα ξαναέχουμε την πολυσυλλεκτική φεστιβαλική εμπειρία, δις ετησίως μάλιστα, θα δούμε τις ταινίες μας, θα μορφωθούμε, θα βγάλουμε ίσως την καλύπτρα από τα μάτια. Οι υπόλοιποι; Αρκούν τα όποια λίγα ντοκιμαντέρ της ελληνικής τηλεόρασης και οι φιλότιμες προσπάθειες των ρομαντικών ιδιοκτητών κινηματογραφικών αιθουσών; Ή το ολιγοήμερο τουρ προβολών του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ σε άλλες πόλεις της Ελλάδας; Πώς ποντάρεις στη μεταμορφωτική ισχύ κάποιου πράγματος αν δεν εξασφαλίσεις τη συνέχειά του;

Πέμπτη πρωί, Λιμάνι. Ένα σμήνος σχολιαρόπαιδα περιμένουν να παρακολουθήσουν μια από τις πρωινές, sold out σε καθημερινή βάση, προβολές ντοκιμαντέρ του Φεστιβάλ. Λιγότερο από δύο ώρες αργότερα τα βλέπω να βγαίνουν από την αίθουσα. Τα χαμόγελά τους κάνουν φασαρία. Αναρωτιέμαι αν έμαθαν «να λένε τον σκύλο σκύλο, τον λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι». Και να αμφισβητούν τους κάθε λογής «βοσκούς», όχι μόνο γιατί τείνουν να οδηγούν το «ποίμνιο» στο λάθος μέρος, αλλά και γιατί συνήθως ο «λύκος» που επικαλούνται ως φόβητρο, δεν υπάρχει. Αναρωτιέμαι αν έτσι μπορεί να αρχίζει να αλλάζει ο κόσμος. Μια ταινία τη φορά.