Το όνομα της Ράχελ Ρόις είναι συνδεδεμένο με τον Χρυσό Αιώνα της Ολλανδικής ζωγραφικής με την ίδια να έχει μια επιτυχημένη καριέρα, διεθνή φήμη, δικό της στιλ στη μεγάλης διάρκειας καριέρα της που διήρκεσε σχεδόν 60 χρόνια.

Σήμερα θεωρείται η καλύτερα τεκμηριωμένη γυναίκα ζωγράφος της Χρυσής Εποχής. Γεννημένη στις 3 Ιουνίου 1664 στη Χάγη, κόρη του καθηγητή ανατομίας και βοτανικής Φρέντερικ Ρόις και όταν ήταν παιδί η οικογένειά της μετακόμισε στο Άμστερνταμ, καθώς ο πατέρας της αποδέχθηκε εκεί τη θέση καθηγητή ανατομίας. Ο πατέρας της αξίζει να σημειωθεί πως ήταν φημισμένος ανατόμος αφού είχε επινοήσει και εξελίξει μια μέθοδο ταρίχευσης, χάρη στην οποία ήταν σε θέση να κάνει την ανατομία ελκυστική ακόμη και σε αδαείς.

Η νεαρή Ράχελ έκανε εξάσκηση στο σχέδιο με ορυκτά και δείγματα χλωρίδας από τη συλλογή του πατέρα της ενώ παράλληλα τον βοηθούσε στην ταξινόμηση και στην καταγραφή τους. Έχοντας εξαιρετικό ταλέντο στη ζωγραφική άρχισε να σχεδιάζει εξωτικά άνθη και έντομα. Κάτι που βοήθησε πολύ στην εξέλιξή της στην απεικόνιση φυτών ήταν η διαμονή της οικογένειας στο κανάλι Bloemgracht, (κανάλι με τα λουλούδια), το οποίο ήταν εξαιρετικής ομορφιάς και προσείλκυε και άλλους καλλιτέχνες.

Η Ρόις ήταν μόνο 15 ετών όταν άρχισε να μαθητεύει δίπλα στον διακεκριμένο ζωγράφο νεκρών φύσεων Βίλλεμ φαν Ελστ, που είχε διατελέσει αυλικός ζωγράφος του Φερδινάνδου Β’ των Μεδίκων. Μπορεί οι νεκρές φύσεις να μην ήταν τα πιο δημοφιλή θέματα στην υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά στην Ολλανδία είχε αξία όχι μόνο η απεικόνιση των λουλουδιών, αλλά και η τοποθέτησή τους σε ένα βάζο, ώστε να μοιάζουν τυχαία τοποθετημένα και λιγότερο τυπικά διατεταγμένα. Όταν το 1682 η Ράχελ συμπλήρωσε το 18ο έτος της ηλικίας της, ήταν ήδη σε θέση να δημιουργεί και να πωλεί δικά της, υπογεγραμμένα έργα, τα οποία αγοράζονταν από την αριστοκρατία του Άμστερνταμ.

Το 1693 παντρεύτηκε τον προσωπογράφο Γιούριεν Πόολ και πήγαν ξανά στη Χάγη όπου και οι δυο έγιναν μέλη της περίφημης Συντεχνίας του Αγίου Λουκά. Ήταν και η πρώτη γυναίκα μέλος της Αδελφότητας Ζωγράφων της Χάγης -μιας συντεχνίας που διαφωνούσε με αυτή του Αγίου Λουκά-.

Παρά το γεγονός ότι η Ράχελ απέκτησε δέκα παιδιά και είχε τεράστιες οικογενειακές ευθύνες δημιούργησε περί τους 250 πίνακες κατά τη διάρκεια της πολύχρονης σταδιοδρομίας της, με αποτέλεσμα Ολλανδοί συγγραφείς να την αποκαλούν «το θαύμα της Ολλανδίας» και «ηρωίδα της λεπτής τέχνης». Η παραγωγή της ήταν μεγάλη και σε διεθνές επίπεδο και ολοκλήρωσε τον τελευταίο της πίνακα το 1747, σε ηλικία 83 ετών. Ολοκλήρωνε σχεδόν πέντε πίνακες τον χρόνο, κάτι που είναι άθλος σε απεικονίσεις με τόσο επίπονη λεπτομέρεια.

Το γεγονός ότι μετά τον θάνατό της και παρά τις αλλαγές στις  προτιμήσεις του κοινού σχετικά με τη ζωγραφική ανθέων, διατήρησε την ισχυρή της φήμη οφείλεται στο γεγονός ότι η ζωγραφική της με την ανάλαφρη σύνθεση και τα λαμπερά χρώματα που θύμιζε ροκοκό, με τις ασύμμετρες συνθέσεις, με τα γερτά άνθη και τους άγριους μίσχους δημιουργούσε πίνακες που εξέπεμπαν ισχυρή ενέργεια.

Στην αρχή της καριέρας της δημιούργησε και μερικούς πίνακες με μικρά ζώα, ερπετά, πεταλούδες και μανιτάρια πριν στραφεί αποκλειστικά στη διεξοδική παρατήρηση και απεικόνιση με μεγάλη φαντασία αλλά και απόλυτα ρεαλιστικό τρόπο. Εκτός του Γιαν φαν Χόισουμ κανένας ζωγράφος ανθέων δεν έφτασε τη δεξιοτεχνία της Ράχελ Ρόις. Όταν πέθανε, το 1750, ένδεκα ποιητές της απέτισαν φόρο τιμής συνθέτοντας ποιήματα γι’ αυτήν. Στη διάρκεια της ζωής της πουλούσε πιο ακριβά από τον Ρέμπραντ. Σήμερα οι τιμές των έργων της αποδίδουν εκατομμύρια.