Καθώς η απονομή των 93ων βραβείων όσκαρ πλησιάζει (ξημερώματα Δευτέρας 26 Απριλίου) και καθώς για τις υποψήφιες ταινίες μεγάλου μήκους περιμένουμε πότε επιτέλους θα ανοίξουν τα σινεμά, μπας και μπορέσουν να προβληθούν, μπας και μπορέσουμε να τις δούμε με τις συνθήκες που τους αξίζει, μπας και μπορέσουμε να μιλήσουμε για αυτές, ας πάρουμε την ευκαιρία σήμερα για να πούμε δυο λόγια για δυο υποψηφιότητες από λιγότερο προβεβλημένες κατηγορίες: μια υποψηφιότητα για όσκαρ ντοκιμαντέρ, το “Τime” της Γκάρετ Μπράντλεϊ (μπορεί να το βρει κανείς ολόκληρο στο YouTube, επίσημα ανεβασμένο από την Amazon Prime) και μια υποψηφιότητα για όσκαρ μικρού μήκους, το εικοσιτετράλεπτο “The Present” της Φάρα Ναμπούλσι, το οποίο κέρδισε μάλιστα πρόσφατα και το BAFTA μικρού μήκους (μπορεί να το βρει κανείς στο Netflix).

Δυο ταινίες με ξεκάθαρη πολιτική στόχευση και θέση, δυο ταινίες που φωτίζουν και στηλιτεύουν κακώς κείμενα, δυο ταινίες που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, περισσότερο ή λιγότερο ευθέως, μιλάνε για τον ρατσισμό ή εν πάση περιπτώσει για ρατσιστικές πρακτικέςδυο ταινίες που το πολιτικό περνά και φιλτράρεται εντελώς μέσα από το προσωπικό, δυο ταινίες σκηνοθετημένες από γυναίκες, δυο ταινίες που σε καμία περίπτωση δεν σου δίνουν την εντύπωση ότι πριμοδοτήθηκαν στα βραβεία εξαιτίας του φύλου των σκηνοθετριών τους, δυο ταινίες που αξίζει και με το παραπάνω να δει κανείς.

Ας δούμε λίγο το “Time” σε σχέση με την επικαιρότητα των τελευταίων ημερών στις ΗΠΑ. Eνώ έχει ξεκινήσει η δίκη για τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, η οποία ήταν πέρσι η αφορμή για να ξεσπάσουν μεγάλες ταραχές με κεντρικό σύνθημα το “Ι can’t breathe”, τη χώρα συγκλονίζουν νέα βίντεο ανθρώπων που πέφτουν νεκροί από τα πυρά της αστυνομίας, με αποκορύφωμα την εκτέλεση ενός δεκατριάχρονου αγοριού, ανθρώπων που έχουν παραδοθεί, ανθρώπων κατά βάση μαύρων και μελών άλλων μειονοτήτων. Ο συστημικός ρατσισμός και η γάγγραινα της αστυνομικής βίας δίνει και παίρνει, δεν αλλάζει όποιος κι αν είναι Πρόεδρος, ό,τι χρώματος ή ιδεολογικής τοποθέτησης κι αν είναι. Κι ενώ έχουμε παρακολουθήσει πολλές ταινίες, σειρές ή ντοκιμαντέρ για την θανατική ποινή που συνιστά από μόνη της βαρβαρότητα, κι ενώ έχουμε παρακολουθήσει πολλές ταινίες, σειρές ή ντοκιμαντέρ για άδικες καταδίκες, το “Time” καταπιάνεται με κάτι διαφορετικό. Δεν υπάρχει καμία δικαστική πλάνη, το αδίκημα είναι υπαρκτό και ομολογημένο, δεν υπάρχει επίσης θανατική ποινή. Υπάρχει όμως η δυσανάλογη, εξωφρενική και εξοντωτική ποινή των εξήντα χρόνων κάθειρξη για μια ένοπλη ληστεία. Αν δεν έχει γίνει ήδη προφανές, ο καταδικασμένος στο “Τime” είναι μαύρος.

Το “Τime” ωστόσο δεν θα επικεντρωθεί ούτε στην ουσία της υπόθεσης, ούτε στις δικαστικές ενέργειες για την ανατροπή της καταδίκης και τον μετριασμό της ποινής. Αντίθετα εστιάζει στο τι συμβαίνει εκτός φυλακής, εκτός του ποινικού συστήματος, τι συμβαίνει «πίσω», στην οικογένεια του φυλακισμένου. Μια γυναίκα που περιμένει είκοσι χρόνια τον άντρα της να βγει απ’ τη φυλακή και δίνει αγώνα για αυτό, μια γυναίκα που μεγαλώνει τα έξι παιδιά τους μόνη της. Μια γυναίκα με το δικό της μερίδιο ευθύνης και τη δική της συνέργεια στο ποινικό αδίκημα του άντρα της, ευθύνη και συνέργεια που ούτε αρνείται, ούτε αποσιωπά, ευθύνη και συνέργεια για την οποία πλήρωσε κι αυτή το -πάντως πολύ πιο εύλογης διάρκειας- ποινικό κόστος.

Τελικά -αν όχι και αρχικά- το “Time” δεν είναι ένα έργο καταγγελίας. Το κυρίαρχο αποτύπωμα του είναι η διαπεραστική καταγραφή του πολυετούς και πολυεπίπεδου αγώνα ενός ανθρώπου να βγάλει τον άνθρωπο του από τη φυλακή και να επιτρέψει στα παιδιά της να έχουν ανάμεσά τους ελεύθερο τον πατέρα τους, τον πατέρα τους που έχουν στερηθεί. Η κοινωνικοπολιτική διάσταση του ζητήματος υπάρχει ως πρώτη ύλη που πυροδοτεί μια προσωπική ιστορία. Η ιστορία μιας γυναίκας που αν η επιμονή, η δύναμη και η αποφασιστικότητά της είναι το ένα της εντυπωσιακό χαρακτηριστικό, το δεύτερο και ίσως ακόμη εντυπωσιακότερο είναι το εύρος και η ένταση των συναισθημάτων που μοιάζει να έχει για τον άντρα της. Και ο συνδυασμός μιας τόσο ακατάβλητης επιμονής με ένα τόσο εκκωφαντικό συναίσθημα μάς δίνει ως τελικό αποτέλεσμα μια πραγματικά σπάνια αφοσίωση. Ζει αφιερωματικά αυτή η γυναίκα. Αφιερώνει τη ζωή της στο να μεγαλώσει την οικογένειά της, στο να «μεγαλώσει» και η ίδια ως προσωπικότητα, στο να ελευθερώσει τον άντρα της, καθώς όλα μαζί συμπλέκονται σε ένα ενιαίο νόημα ζωής, βάσει του οποίου αφενός τα λάθη που και η ίδια και ο άντρας της έκαναν και αφετέρου η απάνθρωπη μεταχείριση του άντρα της από το σύστημα απονομής δικαιοσύνης, μετατρέπονται σε καύσιμο θετικότητας, πείσματος, αγώνα για τη βελτίωση της ζωής τους και την επανόρθωση των αδικιών.

Κι όταν φτάνουμε στα τελευταία λεπτά του ντοκιμαντέρ, οι θεατές δύσκολα θα κατορθώσουν να συγκρατήσουν τη συγκίνησή τους, δύσκολα θα κατορθώσουν να αντισταθούν στην επιδραστικότητα των -αληθινών- εικόνων που βλέπουν. Και αν η γυναίκα μπροστά στην κάμερα είναι μια δύναμη της φύσης, η γυναίκα πίσω από την κάμερα, η Γκάρεθ Μπράντλεϊ, πραγματικά μεταστοιχειώνει το υλικό που έχει στα χέρια της, αρχειακό και μη, πηγαίνοντάς το σε άλλες σφαίρες, μην αρκούμενη στην καταγραφή, στην αποτύπωση, στην τεκμηρίωση και ενεργώντας ως αληθινή -και σημαντική- καλλιτέχνης. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία, τα κάδρα της, αλλά και κατ΄εξοχήν το είδος της μουσικής επένδυσης και η χρήση της μουσικής επένδυσης, προσδίδουν στο ντοκιμαντέρ μια ξεχωριστή αισθητική ταυτότητα.

Στο “The Present” δεν έχουμε να κάνουμε με ντοκιμαντέρ αλλά με μυθοπλασία. Η συγκεκριμένη ιστορία που θα δούμε να διαδραματίζεται στη Δυτική Όχθη δεν είναι αληθινή, αλλά η μεγαλύτερη ιστορία της Δυτικής Όχθης είναι: διάσπαρτα φυλάκια ελέγχου (checkpoints) του ισραηλινού κράτους που παρεμποδίζουν και δυσχεραίνουν την ελεύθερη μετακίνηση των Παλαιστινίων, οι οποίοι πρέπει να δείχνουν τα έγγραφά τους και να υφίστανται συχνά σωματικούς ελέγχους.

Ο πρωταγωνιστής του The Present” έχει επέτειο γάμου. Το σπίτι του είναι μερικές εκατοντάδες μέτρα από ένα φυλάκιο ελέγχου. Περνά καθημερινά και οι περισσότεροι φρουροί τον γνωρίζουν. Παίρνει μαζί του τη μικρή του κόρη για να κάνουν κάποια μικροψώνια, αλλά και για να πάρει ένα ψυγείο για το σπίτι τους ως δώρο για την επέτειο γάμου τους, καθώς το παλιό έχει χαλάσει. Πρέπει να περάσουν από το φυλάκιο και κάπου εκεί θα αρχίσουν τα προβλήματα. Πώς είναι να μετατρέπεται μια απλή αγορά σε Οδύσσεια;

Ο καθημερινός έλεγχος. Το καθημερινό εμπόδιο. Αυτό που συνηθίζεις κι αυτό που δεν μπορεί να συνηθιστεί. Μαθαίνεις να ζεις με τον φόβο, μαθαίνεις να ζεις ως πολίτης δεύτερης κατηγορίας, μαθαίνεις να ζεις με την ταπείνωση, μαθαίνεις να ζεις με την εσωτερικευμένη αγανάκτηση. Είναι επικίνδυνο να σε σταματήσει η αστυνομία στις ΗΠΑ, ειδικά αν είσαι μαύρος, ανήκεις σε μειονότητα, είσαι φτωχός και ζεις σε κακή περιοχή. Και είναι εξ ορισμού υποβαθμισμένη η ζωή σου αν είσαι Παλαιστίνιος που ζει στη Δυτική Όχθη.

Ένας στενός διάδρομος για τον έλεγχο της μετακίνησης των Παλαιστινίων, αμέσως πιο δίπλα άπλετος χώρος και άπλα για να μετακινούνται ελεύθερα οι Ισραηλινοί. Μεταφορά και κυριολεξία μαζί, η κυριολεξία που μπορεί να εκληφθεί και ως μεταφορά. Ο έλεγχος ως ασφυξία και η ασφυξία ως έλεγχος. Αυτά που χωράνε κι αυτά που δεν χωράνε. Αυτά που περνάνε κι αυτά που δεν περνάνε. Εμείς κι εσείς. Εμείς που σας ελέγχουμε, εμείς που σας νικήσαμε, εμείς που κυριαρχούμε επάνω σας, εμείς που σας φοβόμαστε, με αποτέλεσμα να έχουμε διευθετήσει με αυτόν τον τρόπο τον φόβο μας, τη ζωή μας και τη ζωή σας. Ένα καθεστώς υποβάθμισης της ζωής, ένα καθεστώς ασφυκτικού ελέγχου, εμποδίων και περιορισμών στην ελεύθερη μετακίνηση, ένα αληθινό καθεστώς καταπίεσης και η φαντασία σου ως δημιουργού να στήσεις πάνω σε αυτόν τον κυριολεκτικό έλεγχο μια ιδέα που μπορείς να διηγηθείς στον άλλο με ελάχιστες λέξεις. 

Κι εδώ, όπως και στο Time, ο θεατής στο τέλος με δυσκολία θα συγκρατήσει τη συγκίνησή του. Λιγότερο αξιοπρόσεκτο καλλιτεχνικά από το “Time”το ‘Τhe Present”, ξεκάθαρα κι ανυπόκριτα στρατευμένο το ‘Τhe Present”, αναδεικνύει την τεράστια συναισθηματική επίδραση που μπορεί ενίοτε να έχει η απλότητα. Aποδεικνύει ότι για να πεις μια ιστορία που θα μείνει στον θεατή (γιατί η ιστορία του θα σου μείνει και δεν θα ξεχαστεί) αρκούν καμιά φορά πάρα πολύ απλά υλικά. Ίσως τα περίπλοκα και τα βαθιά να είναι απαραίτητα στην τέχνη, όταν έχουν λυθεί μερικά στοιχειώδη κοινωνικά ζητήματα. Ίσως δηλαδή όταν ζει κανείς σε καθεστώς τόσο βαρύ, να αρκεί ως καλλιτέχνης να καταδείξει την πρακτική καθημερινότητα. Κι αφού την καταδείξει, να την αποδομήσει και να την αμφισβητήσει με μια έξοχη έμπνευση, με μια τρικλοποδιά στον δομικό παραλογισμό κάθε κοινωνικής αδικίας.