Κείμενο: Σοφία Ευτυχιάδου

«Η αμφισβήτηση των φαινομενικά αναμφισβήτητων “σταθερών” του τρόπου ζωής μας είναι η πιο επείγουσα δουλειά που χρωστάμε στους συνανθρώπους μας και στον εαυτό μας» έχει γράψει ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν. Η φράση αυτή, που συνιστά πια επιτακτική πραγματικότητα για το σύγχρονο πολίτη, ερχόταν συνεχώς στη σκέψη μου στη διάρκεια του καινοτόμου διεθνούς συνεδρίου με τίτλο «Βιωσιμότητα και πολιτισμός», που πραγματοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης χάρη στη συνέργεια του Ινστιτούτου Γκαίτε, του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ και του ευρωπαϊκού θεατρικού δικτύου mitos21.

Ο πρώτος όρος, φυσικά, που χρήζει επειγόντως επαναπροσδιορισμού είναι αυτός της «βιωσιμότητας», καθώς έχει χάσει την ανθρωποκεντρική του διάσταση και άρα την ικανότητά του να πείθει. Η βιωσιμότητα, ωστόσο, ως ένας τρόπος σκέψης και πράξης σύμφωνα με τον οποίον οφείλουμε να διαχειριζόμαστε το παρόν, χωρίς να διακυβεύουμε το μέλλον των επόμενων γενεών και του πλανήτη είναι πια μονόδρομος. Ο δε γάμος της με τον πολιτισμό μια μάχη που εκκρεμεί να κερδηθεί.

Αποτελώντας πηγή έμπνευσης και αφετηρία συνεργειών, το συνέδριο, το πρώτο διεθνώς με αυτήν την εξειδικευμένη θεματολογία, κάλυψε τους τρεις αλληλοεξαρτώμενους άξονες της πολιτιστικής βιωσιμότητας: τον περιβαλλοντολογικό (καλλιέργεια οικολογικής συνείδησης σε πολιτιστικές δράσεις, εξοικονόμηση ενέργειας και φυσικών πόρων, νέα νομοθεσία), τον οικονομικό (εξορθολογισμένη διαχείριση, μείωση λειτουργικών εξόδων) και τον κοινωνικό (εκδημοκρατισμός του πολιτισμού, δημιουργική εμπλοκή της τοπικής κοινωνίας). Η περιβαλλοντολογική διάσταση είναι η πιο «φρέσκια» στο τοπίο της πολιτιστικής διαχείρισης, καθώς αναδύθηκε ως κοινωνική υποχρέωση των πολιτιστικών οργανισμών μόλις από το 2007 και μετά. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Μ. Βρετανία -και προσεχώς σε πολλές χώρες- η τήρηση συγκεκριμένων οικολογικών πρακτικών θα αποτελεί κριτήριο επιχορήγησης των πολιτιστικών οργανισμών. Από την άλλη, κομβικής σημασίας ζητήματα, όπως αυτά του εκδημοκρατισμού του πολιτισμού, δεν είναι βεβαίως νέα στη διεθνή πολιτιστική συζήτηση και εδράζονται στην πυρηνική σχέση μεταξύ δημιουργού και κοινωνίας. Η πράξη, ωστόσο, δείχνει ότι υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος για την κατάκτηση αυτών των αιτημάτων. Όπως σημείωσε και ο Simon Brault στην έξοχη εισήγησή του που έθεσε όλα τα ζητήματα που απασχολούν τη σύγχρονη πολιτιστική περιπέτεια «ο εκδημοκρατισμός του πολιτισμού είναι ένα ιδανικό που εκκρεμεί να περάσει στη σφαίρα της πραγματικότητας».

Ο ίδιος προβληματισμός αποτέλεσε την αφετηρία για την καθηλωτική ανακοίνωση του Bartosz Szydłowski που μοιράστηκε με το κοινό τις προκλήσεις που αντιμετώπισε ιδρύοντας τη θεατρική εταιρεία Laznia στη Νόβα Χούτα, μια υποβαθμισμένη μεταβιομηχανική συνοικία στα περίχωρα της Κρακοβίας. Η ανάγκη επικοινωνίας με την τοπική κοινωνία αλλά και ανίχνευσης του αποτυπώματος που έχει αφήσει η Ιστορία σε αυτήν, η πεποίθηση ότι στο θέατρο δεν έχει νόημα η «εισαγωγή» και επιβολή μιας αφήγησης, αλλά το μοίρασμα και η ανάδυση προσωπικών ιστοριών που ενδυναμώνουν τους δεσμούς μιας κοινωνίας, αλλά και η ειλικρινής αγωνία για τη διάρκεια που μπορεί να έχουν τέτοια εγχειρήματα (και τον ελλοχεύοντα, πρωτεϊκό εχθρό της βιωσιμότητας, λαϊκισμό θα πρόσθετα) απέδειξαν ότι η «παλιομοδίτικη» κοινωνική πλευρά της βιωσιμότητας είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Άλλωστε, η μόνη νομιμοποίηση για οποιαδήποτε δημόσια επιχορήγηση του πολιτισμού βασίζεται στη συνομιλία του με την κοινωνία.

Στην ίδια λογική, η εκρηκτική Adrienne Goehler μίλησε για την επείγουσα ανάγκη να μην αφεθεί η τύχη του κόσμου στα χέρια των «ειδικών» («We can’t leave the world to the experts!», ο χαρακτηριστικός τίτλος της εισήγησής της), να περάσει στο προσκήνιο η δημιουργικότητα που είναι προνόμιο όλων και όχι μόνο των δημιουργών και να δημιουργηθούν στρατηγικές συμμαχίες μεταξύ δημιουργών, ακτιβιστών, επιστημόνων. Η αναφορά της στην έκθεση «Examples to follow! – Expeditions in aesthetics and sustainability», την οποία επιμελήθηκε, αποτελεί στ’ αλήθεια… παράδειγμα προς μίμηση. Η δε περίπτωση της αναγέννησης της οικολογικά και πολιτισμικά ρημαγμένης περιφέρειας Ρουρ -που ανέλυσε ο εξαίρετος Lukas Crepaz-, όπου μετά την κατάρρευση της βιομηχανίας εξόρυξης άνθρακα έπρεπε να εξεταστεί εκ νέου το μέλλον μιας περιοχής σε σημείο μηδέν, κατέδειξε ότι τα μεγάλης κλίμακας «θαύματα» συμβαίνουν όταν η αδρή κρατική χρηματοδότηση συμπορεύεται με την περιβαλλοντολογική ευαισθησία, την πίστη στη δημιουργική οικονομία και την αγαστή συνεργασία όλων των φορέων μιας περιφέρειας.

Στις δυνατές στιγμές του συνεδρίου συγκαταλέγονται η σαρκαστικής υφής περιδιάβαση του Peter Inkei στο πώς χρησιμοποιείται η έννοια της βιωσιμότητας σε επίσημα έγγραφα της ΕΕ και τι μπορεί να σημαίνει αυτό σε επίπεδο χρηματοδότησης, αλλά και η παθιασμένη παρέμβαση-ομιλία της Alison Tickell, ιδρύτριας της Julie’s Bicycle, μιας μη κερδοσκοπικής εταιρείας που έχει στόχο την υιοθέτηση περιβαλλοντολογικά φιλικών πρακτικών από τους πολιτιστικούς οργανισμούς και που συνεργάζεται με το Arts Council της Αγγλίας, παρέχοντας πολύτιμα εργαλεία στον τομέα της υλοποίησης (μετρήσεις εκπομπής άνθρακα, τρόποι μείωσης κατανάλωσης ενέργειας, οικολογική χρήση υλικών κ.ά.). Η δίδυμη του Julie’s Bicycle πρωτοβουλία στις ΗΠΑ, αυτή του CSPA, έδειξε ότι το πεδίο διεθνών συνεργασιών είναι ευτυχώς πραγματικότητα. Οι δε αποκαλυπτικές κυρίως ως προς τη μείωση κατανάλωσης ενέργειας και λειτουργικών εξόδων ανακοινώσεις που αφορούσαν μεγάλους δημόσια επιχορηγούμενους οργανισμούς -να σημειωθεί ότι το ΜΜΘ είναι ο πρώτος οργανισμός στη χώρα που εδώ και μόλις τρεις μήνες έχει υιοθετήσει ένα «πράσινο» πρόγραμμα- φανερώνουν την αναγκαιότητα υιοθέτησης τέτοιων πρακτικών. Βεβαίως, όπως εύστοχα τόνισαν τόσο ο Paul Josefowski (Εθνικό Θέατρο του Λονδίνου) όσο και ο Didier Juillard (Théâtre National La Colline), προηγείται η επένδυση και έπεται η απόσβεση, γεγονός που προβληματίζει σε καιρούς κρίσης.

Είναι αδύνατο να σταθώ σε όλες τις ανακοινώσεις λόγω του μεγέθους του κειμένου, αλλά θα είναι ευχής έργο να δημοσιευτούν τα πρακτικά. Θα επιχειρήσω, όμως, να καταθέσω συνοπτικά ορισμένα συμπεράσματα που προέκυψαν από το συνέδριο για την υλοποίηση βιώσιμων πολιτισμικών πρακτικών: 1) ευελιξία στη σκέψη και στη δράση, που σημαίνει απαγκίστρωση από πάγιες αντιλήψεις και δομές. Η γέννηση του νέου ή ο ανασχηματισμός του υπάρχοντος προϋποθέτει ρήξεις, ολοκλήρωση κύκλων ζωής, η δε αναζήτηση χρηματοδότησης οφείλει να στραφεί προς πολλαπλές κατευθύνσεις, 2) στρατηγικές συμμαχίες-συνέργειες μεταξύ καλλιτεχνών, επιστημόνων, ακτιβιστών και μη κυβερνητικών οργανώσεων, 3) έμφαση στη δημιουργικότητα ως κινητήριο δύναμη για να γίνει εφικτό το πέρασμα από την κοινωνία της κατανάλωσης στην κοινωνία της δημιουργικής παραγωγής, 4) πλάι στα πέντε «P» (Product, Promotion, Place, Price, People) του μάρκετινγκ, στέκονται πια τα τρία «R» (Recycle, Reuse, Reduce) της οικολογικής προσέγγισης και η νέα νομοθεσία που τα επιβάλλει στα δημόσια κτίρια, 5) επανασύνδεση της τέχνης με τον κοινωνικό ιστό, 6) υιοθέτηση της νοοτροπίας του «πράττειν», και όχι αυτής του τέλειου και ποτέ εφαρμόσιμου θεωρητικού σχεδιασμού, 7) ανανέωση προσώπων σε πολιτιστικούς οργανισμούς, 8) άμεση ανάγκη για τη δημιουργία ενός… Julie’s Bicycle στην Ελλάδα, 9) «μεγάλες ιδέες σε μικρή κλίμακα»! (Simon Brault)

Φεύγοντας από το συνέδριο, αναλογιζόμουν τους θεατρικούς κυρίως οργανισμούς της πόλης μου, που στεγάζονται σε κτηριακά μεγαθήρια αποκυήματα της «μεγαροποίησης»*  του πολιτισμού της δεκαετίας του ’90. Πόσο αμετακίνητα, αναχρονιστικά, αναξιοποίητα στέκονται αυτά τα οικοδομήματα-γίγαντες στο κινούμενο έδαφος της ρευστής, κατά Μπάουμαν, πραγματικότητάς μας! Ποιες είναι οι τακτικές που υιοθετούν αυτοί οι πολιτιστικοί οργανισμοί για να προσελκύσουν το μέσο θεατή; Τι ποσοστό από τις δημόσιες επιχορηγήσεις αναλώνεται σε λειτουργικά έξοδα και αυτό που ονομάζεται «μισθοδοσία» – που σημειωτέον δεν περιλαμβάνει αμοιβές καλλιτεχνών; Ακόμη κι εάν υλοποιηθούν οι πιο αποτελεσματικές «πράσινες» πρακτικές μπορούν αυτοί οι οργανισμοί να επιβιώσουν με την παρούσα μορφή; Γιατί έχει υποτιμηθεί τόσο πολύ η δημιουργική συνέργεια σύγχρονου πολιτισμού-τουρισμού; Και για ποιο λόγο θα πρέπει να γίνεται ανεκτή η ύποπτη ρητορική που βάζει στον πολιτισμό την ταμπέλα «είδος πολυτελείας» συγκρίνοντάς τον με τα αδιαμφισβήτητα προβλήματα επιβίωσης που έχουν πια χιλιάδες συνάνθρωποί μας; Η πνευματική γενοκτονία είναι άραγε περισσότερο… βιώσιμη από τη βιολογική; Οι απαντήσεις οφείλουν να είναι ειλικρινείς, τολμηρές, άμεσες. Reloading εδώ και τώρα!

ΥΓ. Να σημειωθεί ότι στις εργασίες του συνεδρίου υπήρχαν ηχηρές απουσίες τόσο από τον καλλιτεχνικό-πνευματικό κόσμο της πόλης όσο και από το δημοσιογραφικό. Οι υποθέσεις πολλές, τα ακριβή αίτια άγνωστα. Και, δυστυχώς, η δικαιολογία του live streaming δεν υπήρχε. Η Αντιδήμαρχος Πολιτισμού πάντως, Έλλη Χρυσίδου, συμμετείχε ως ομιλήτρια, ενώ ο Δήμαρχος έδωσε το «παρών», κάνοντας μια παρέμβαση που εντυπωσίασε με την αμεσότητα και την αυτοκριτική της διάθεση. «He doesn’t smell as a politician!», σημείωσε ακτιβίστρια σύνεδρος στο δείπνο, ενώ συνάδελφοι έγνεφαν καταφατικά… Καλή μας Ανάσταση!

* O όρος ανήκει στο θεατρολόγο και σκηνοθέτη Αλέξανδρο Ευκλείδη.