«Και τώρα ποιος θα γράψει για εμάς τους ηθοποιούς τέτοια κείμενα-προκλήσεις;», δήλωνε συντετριμμένος ο ηθοποιός Γκερτ Φος με την είδηση του θανάτου του Τόμας Μπέρνχαρντ το 1989. Και, πράγματι, η υποκριτική δεινότητα ερμηνευτών και ερμηνευτριών αποτελεί την αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση για την ανάδειξη των έργων του σπουδαίου Αυστριακού συγγραφέα. Η παράσταση Ρίττερ, Ντένε, Φος σε σκηνοθεσία της Μαρίας Πρωτόπαππα στο Θέατρο Τέχνης ανταποκρίνεται έξοχα στις απαιτήσεις της μπερνχαρντικής δραματουργίας και προστίθεται και αυτή στις εμβληματικές παραστάσεις του έργου που έχουμε δει στην Ελλάδα –από τη θρυλική εκδοχή του Λευτέρη Βογιατζή έως τη συγκλονιστική του Κριστιάν Λούπα στα 46α Δημήτρια–, συνιστώντας μια δουλειά εκρηκτικής ερμηνευτικής δύναμης και διεισδυτικής σκηνοθετικής γραφής.

Τι αφηγείται όμως αυτό το κείμενο που μιλά ακατάπαυστα, εκτοξεύει μύδρους ενάντια στην ανελευθερία της ανθρώπινης βούλησης, αγγίζει την ποίηση από το μονοπάτι του υπαρξιακού τρόμου και παίρνει το όνομά του από τα επίθετα τριών αγαπημένων ηθοποιών του συγγραφέα (Ίλζε Ρίττερ, Κρίστεν Ντένε, Γκερτ Φος) που έπαιζαν μάλιστα στην πρώτη παράσταση του έργου; Αντλώντας από τη ζωή του Λούντβιχ και του Πάουλ Βίντγκενστάιν, ο Μπέρνχαρντ δημιουργεί στο Ρίττερ, Ντένε, Φος έναν κόσμο δυστοπικό, όπου η νόσος της οικογένειας αντικατοπτρίζει τη νόσο της κοινωνίας, έναν κόσμο θλιβερής αλαζονείας, ανίκητης βλακείας, θανάσιμης πλήξης κι εξαντλητικής συναισθηματικής βίας, ένα σύμπαν όπου όλα έχουν ήδη χαθεί. Εκτός από τη δυνατότητα της γλώσσας να χλευάζει ανελέητα την ανθρώπινη συντριβή.

Τρία αδέλφια, δύο γυναίκες κι ένας άντρας, ξανασμίγουν στο πολυτελές, αμαρτωλό, αποστειρωμένο πατρικό σπίτι. Οι δύο αδελφές, ηθοποιοί όποτε εκείνες το θελήσουν, ζουν έγκλειστες στο χρυσό κλουβί τους. Απολύτως εξαρτημένες η μία από την άλλη, απολύτως ανταγωνιστικές η μία με την άλλη, απολύτως καθηλωμένες σε ένα τραυματικό παρελθόν και απολύτως ανελεύθερες μέσα στα δεσμά της αφθονίας και της χλιδής. Η επιστροφή του ‘άσωτου’ γιου στο σπίτι από την ψυχιατρική κλινική Στάινχοφ, του «τρελού» φιλοσόφου Λούντβιχ, του γιου που οι γονείς του δεν αποδέχτηκαν ποτέ, σημαίνει και την εκκίνηση ενός μηχανισμού που σαρώνει βεβαιότητες, προθέσεις, ξεμασκάρει συμπεριφορές, αναδεικνύοντας την αρρώστια, την αιμομικτική σεξουαλικότητα, το ένοχο παρελθόν που γίνεται ένοχο παρόν. Ψυχρότητα, προσήλωση στους τύπους, διαρκείς διαξιφισμοί, έλλειψη αγάπης. Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει την ασίγαστη επιθυμία για επικράτηση, τίποτα δεν μπορεί να υποκαταστήσει την απουσία νοήματος. Ούτε η τέχνη, ούτε η διανόηση, ούτε φυσικά η ανύπαρκτη οικογενειακή θαλπωρή. «Πνίξαμε τα αισθήματα σε σάλτσες και σε σούπες» κραυγάζει ο Λούντβιχ, κατακεραυνώνοντας την υποκρισία της αστικής τάξης και την αποτυχία του ανθρώπου να συνδεθεί, να συμβιώσει, να αγαπηθεί.

«Αυτό το θέατρο είναι καθαρή τραγωδία, σκληρό τρομολάγνο μελόδραμα ή μήπως κωμωδία στα όρια της φάρσας; [1]» αναρωτιόταν προβοκατόρικα ο σπουδαίος Μάρτιν Έσσλιν, σχολιάζοντας έτσι τη διαρκή ταλάντωση του ύφους στο έργο του Μπέρνχαρντ. Η Μαρία Πρωτόπαππα φαίνεται να γνωρίζει καλά αυτήν την ιδιαιτερότητα και φτιάχνει μια παράσταση όπου στην άκρη του τρόμου κατοικεί το γέλιο. Οι προσωπικές μανίες του κάθε προσώπου αποκτούν κωμική εσάνς, οι εκρηκτικές επιθέσεις επί παντός επιστητού συνυπάρχουν με μια αυτοσαρκαστική διάθεση και ταυτόχρονα ο θριαμβευτικός χλευασμός κυκλώνει πίσω στην πιο βαθιά απελπισία.

Η παράσταση ξεκινά με την επιβλητική Στεφανία Γουλιώτη-Ντένε να φοράει ένα ζευγάρι λευκά γάντια για να στρώσει τελετουργικά το οικογενειακό τραπέζι. Με την κομψότατη, σε nude αποχρώσεις τουαλέτα της, τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της, με μια ενσωματωμένη αλαζονεία στο στήσιμο του κορμού της, μετρά με τα πελώρια χέρια της τις αποστάσεις για την ακριβή, απολύτως συμμετρική τοποθέτηση του κάθε πιάτου, της κάθε κανάτας, του κάθε μαχαιροπίρουνου, του κάθε σκεύους. Και φτάνει αυτή η πρώτη βουβή σκηνή, με την αδελφή της Ρίττερ να την παρακολουθεί στα κλεφτά, για να φανερωθεί όλη η ψυχαναγκαστική μανία της μεγάλης αδελφής. Που όταν αρχίζει να μιλάει μοιάζει οι λέξεις να βγαίνουν από το στόμα της με την ίδια γεωμετρική ακρίβεια με την οποία έστρωσε το τραπέζι. Κι αυτό είναι ένα μόνο παράδειγμα της σημαντικής δουλειάς που έχει γίνει από την Πρωτόπαππα και τους ηθοποιούς της για την ανάδειξη του εσωτερικού ψυχικού τοπίου των προσώπων του έργου.

Έτσι, η Ντένε της Στεφανίας Γουλιώτη είναι η στυλοβάτης του σπιτιού, ψυχαναγκαστική, βιδωμένη στις ανέσεις και τα λεφτά –«πάσχει από τη νόσο της πορσελάνης», όπως λέει σαρκαστικά ο αδελφός της– με κρυφή ατζέντα και ένα κάρο απωθημένα, κρυμμένα επιμελώς κάτω από μια comme il faut ζωή. Στην αντίπερα όχθη, η Ρίττερ της Λουκίας Μιχαλοπούλου έχει κάτι φαινομενικά αναρχικό, συνηθίζει να πετάει τις ευθύνες στους άλλους –«με αλυσόδεσες» κατηγορεί την αδελφή της για να λάβει πληρωμένη απάντηση: «εσύ δεν ρίσκαρες ποτέ»–, ζηλεύει, χλευάζει τους πάντες, μεταμορφώνεται σε ό,τι κι αν θελήσει. Και οι δύο είναι καταδικασμένες να παίζουν αιώνια το ίδιο παιχνίδι –εδώ οι απόηχοι του Ζαν Ζενέ είναι ισχυροί–, ανίκανες να απελευθερωθούν από τη γονεϊκή κληρονομιά, θλιβερές στη μοναξιά τους, αμετανόητα ματαιόδοξες, αμετανόητα αθώες. Υπέροχη η αντιστικτική χημεία μεταξύ των δύο ερμηνευτριών.

Το τρίγωνο συμπληρώνεται από τον αδελφό τους Αργύρη Ξάφη (Λούντβιχ) –τι φοβερή μεταμόρφωση απαιτείται από έναν ηθοποιό για να τον βλέπεις και να μην τον αναγνωρίζεις– που πλάθει έναν ρόλο στο μεταίχμιο της λογικής και της τρέλας, έναν άνθρωπο που η μόνη του άμυνα απέναντι στη βρωμιά και τη δυσωδία του σύγχρονου κόσμου είναι να εκσφενδονίζει κατάρες ενάντια της ανθρωπότητας. Κι έτσι όπως προχωρά η παράσταση είναι στιγμές που δεν ξέρεις ποιος είναι τρελός και ποιος όχι: ο Λούντβιχ ή οι αδελφές του; Ή και οι τρεις; Η σκηνή όπου ο Ξάφης-Λούντβιχ καταβροχθίζει τα knapfel, ενώ μιλά για την πτώση του ανθρώπου, μοιάζει να είναι βγαλμένη από το έρεβος της κόλασης. Κι όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα λιτό σκηνικό χώρο, όπου όλα φαίνονται φυσικά αλλά τίποτα δεν είναι φυσικό, με ένα μεγάλο μεταλλικό τραπέζι –ο ήχος του μας υπενθυμίζει πόση ψύχρα κουβαλά αυτό το σπίτι–και στο φόντο ένα μνημείο πεσόντων που αντανακλά τη νεκρολαγνεία αυτού του χώρου-μαυσωλείου, παραπέμποντας βεβαίως και στην αμείλικτη κριτική που άσκησε ο Μπέρνχαρντ στους Αυστριακούς για τη συνεργασία τους με τους εκπροσώπους του ναζισμού.

Τίποτα από όλα αυτά όμως δεν θα είχε λειτουργήσει χωρίς την ευφυή διαχείριση της μουσικότητας του λόγου του συγγραφέα: εδώ η ρυθμική εκφορά δεν ακολουθεί μια αυστηρή φόρμα, αλλά συνιστά εξωτερίκευση του χαρακτήρα και του τρόπου σκέψης των προσώπων. Εδώ η φόρμα είναι περιεχόμενο. Άλλοτε σπάει, άλλοτε σαρώνει τα πάντα στο διάβα της, άλλοτε διερωτάται, άλλοτε αμφισβητεί: σε κάθε περίπτωση είναι εκεί για να δώσει πνοή σε κάθε λέξη, κάθε στιγμή. Έτσι, η παράσταση ακολουθώντας μια σύνθετη μουσική δομή και ισορροπώντας επιδέξια ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό και με τρεις ερμηνείες-ατόφιο χρυσάφι καταφέρνει να μετατρέψει την ατελείωτη μοναξιά, την εθελούσια ανελευθερία, την τρέλα και το μίσος στο πιο σπαραχτικό είδος μουσικής δωματίου. Που, εάν κάτι επιβεβαιώνει, είναι το ίδιο το ουρλιαχτό της ύπαρξης.

[1] Esslin, Martin. “A Drama of Disease and Derision: The plays of Thomas Bernhard”, Modern Drama, αρ. 23, (Ιανουάριος 1981): σελ. 367-384.

Info παράστασης:

Ρίττερ, Ντένε, Φος | 18 Οκτωβρίου – 22 Δεκεμβρίου 2019 | Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, Υπόγειο