Η Ουαλία υπερήφανη για το πιο διάσημο τέκνο της ανοίγει στο Εθνικό Μουσείο του Κάρντιφ, μια έκθεση για τον Ρίτσαρντ Μπάρτον, προσκαλώντας το κοινό να γνωρίσει τον άνθρωπο πίσω από το μυθικό όνομα που συνδέθηκε με τη λάμψη του Χόλιγουντ, την Ελίζαμπεθ Τέιλορ αλλά και τις επιδόσεις του στο ποτό και την αυτοκαταστροφική του πορεία.

Κανένας σήμερα δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι ο άνθρωπος που απασχόλησε όσο λίγοι τα πρωτοσέλιδα του διεθνούς τύπου ήταν ένας ανεπανάληπτος ηθοποιός με ερμηνείες που άφησαν εποχή και σφράγισαν όχι μόνο τον κινηματογράφο αλλά και το θέατρο. Ακόμα λιγότεροι γνωρίζουν ότι ο Μπάρτον συνδέθηκε με τα πιο αβάν γκαρντ κινήματα του θεάτρου όπως το Wooster Group, ή και τη φιλοδοξία του να μπορέσουν οι άνθρωποι που δεν έχουν οικονομική δυνατότητα να έχουν πρόσβαση στην τέχνη.

Η έκθεση στο Εθνικό Μουσείο του Κάρντιφ αφηγείται πώς ένα αγόρι της Νότιας Ουαλίας έγινε αστέρι του Χόλιγουντ και αποκαλύπτει μια ζωή πιο ήρεμη από την ταραχώδη που έζησε στα χρόνια της Αμερικής, όταν πια έγινε ένα διεθνές αστέρι της σκηνής και της οθόνης.

Η χήρα του, Σάλι Μπάρτον που έδωσε στο μουσείο ημερολόγια, φωτογραφίες και σημειώσεις που κάνουν για πρώτη φορά την εμφάνισή τους, είπε ότι είναι πολύ περιορισμένος ο τρόπος που θυμόμαστε τον Μπάρτον, κυρίως μέσω των δυο γάμων του με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ και των «υπερβολών του».

Ο Μπάρτον πίσω από τα πρωτοσέλιδα ήταν ένας βιβλιοφάγος, λάτρης της Ουαλίας, οικογενειάρχης και οι αθώες αναμνήσεις και τα σημειωματάρια ενός παιδιού που αναδύθηκε από την Ουαλία, ξαναχτίζοντας και αναδημιουργώντας τον εαυτό του καθώς η χώρα ανοικοδομήθηκε και αναδημιουργήθηκε μετά τον πόλεμο.

My Cousin Rachel (1952), με την Ολίβια ντε Χάβιλαντ

Ο Ρίτσαρντ Γουόλτερ Τζένκινς, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 10 Νοεμβρίου 1925 στο Ποντρίντιφεν της Ουαλίας. Ήταν γιος ανθρακωρύχου και το δωδέκατο από τα δεκατρία παιδιά της οικογένειας. Η μητέρα του πέθανε όταν ήταν δύο ετών και ο μικρός Ρίτσαρντ μεγάλωσε με την αδερφή του και την οικογένειά της, μια οικογένεια ανθρακωρύχων, σε μια σκληρή χαλυβουργική πόλη, βρώμικη και φτωχή. Ο Ρίτσαρντ αγαπούσε την αδερφή του και αναφερόταν σε αυτήν σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Παρά τα δύσκολα χρόνια έλεγε ότι υπήρχαν φορές που θα προτιμούσε να έπαιζε ράγκμπι για την Ουαλία στο Cardiff Arms Park από τον Άμλετ στο The Old Vic. Ξεχωριστός στο σχολείο, με οικογένεια που θεωρούσε τη μόρφωσή του «ύψιστης σημασίας», ο Ρίτσαρντ έγινε το πρώτο μέλος της οικογένειάς του που πήγε στο γυμνάσιο. Τραγουδούσε εξαιρετικά, διάβαζε ποίηση και αγγλική και ουαλική λογοτεχνία. Ο δάσκαλός του Φίλιπ Μπάρτον ήταν ο μέντοράς του, ο άνθρωπος που τον δίδαξε υποκριτική και τον βοήθησε να πάρει υποτροφία για την Οξφόρδη.

Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης άρχισε να χρησιμοποιεί ως επαγγελματικό όνομα το Μπάρτον.
Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο το 1943, η θητεία του όμως ως αεροναυτίλος στην Πολεμική Αεροπορία της Βρετανίας (RAF) κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ανέκοψε την καριέρα του. Το 1948 όχι μόνο ξανάρχισε τις θεατρικές παραστάσεις, αλλά έπαιξε και τον πρώτο του κινηματογραφικό ρόλο στην ταινία του Έμλιν Γουίλιαμς “The Last Days of Dolwyn”. Άφησε εποχή με τις ερμηνείες του στο Globe, το Old Vic και το Royal Court. Τον επόμενο χρόνο γνώρισε την πρώτη του μεγάλη επιτυχία με το θεατρικό έργο του Κρίστοφερ Φράι «Η κυρία δεν είναι για κάψιμο» («The Lady is Not for Burning»), που ανέβηκε στο Λονδίνο και την επόμενη χρονιά στο Μπρόντγουεϊ.

Alexander the Great (1956) με την Κλερ Μπλουμ

Ο Ρίτσαρντ Μπάρτον ήταν ένας εξαιρετικά επιτυχημένος ηθοποιός με απίθανες θεατρικές κριτικές όταν έφτασε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Οι θεατρικές του επιτυχίες του άνοιξαν τον δρόμο για το Χόλιγουντ, που αναζητούσε ένα νέο μεταπολεμικό σταρ. O πρώτος του κινηματογραφικός ρόλος ήταν στην ταινία του Χένρι Κόστερ «Η εξαδέλφη μου Ραχήλ» («My Cousin Rachel», 1952) και συνοδεύτηκε από την πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ. Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘50, ο Μπάρτον έγραψε ιστορία με ρόλους όπως ο «Χιτών» («The Robe», 1953), η πρώτη σινεμασκόπ παραγωγή σε σκηνοθεσία Χένρι Κόστερ, και «Ο Μέγας Αλέξανδρος» («Alexander The Great», 1955) που σκηνοθέτησε ο Ρόμπερτ Ρόσεν.

Σταθμός στην καριέρα του ήταν η «Κλεοπάτρα» («Cleopatra», 1963), που σκηνοθέτησε ο Τζόζεφ Μάνκιεβιτς και ήταν η πιο ακριβή ταινία που είχε γυριστεί μέχρι τότε στο Χόλιγουντ. Ήταν η αρχή του έρωτά του με την αγαπημένη σταρ του Χόλιγουντ, την Ελίζαμπεθ Τέιλορ και ενός απίστευτου σκανδάλου που ξέσπασε αφού και οι δυο ήταν παντρεμένοι. Παντρεύτηκαν δυο φορές, μεταξύ τους το 1964 και το 1974 και η κοινή ζωή τους τροφοδότησε επί σειρά ετών χιλιάδες εξώφυλλα και πρωτοσέλιδα, για τον θρυλικό τους έρωτα, τους εξίσου θρυλικούς καβγάδες, τα πανάκριβα κοσμήματα που της έκανε δώρο και τα καταστροφικά μεθύσια τους. Από τους πιο διάσημους και ακριβοπληρωμένους ηθοποιούς και οι δυο με κασέ που ξεπερνούσε στην εποχή τους το ένα εκατομμύριο δολάρια, άφησαν στους σινεφίλ θαυμαστές τους 11 ταινίες και δυο ξεχωριστές κινηματογραφικές διασκευές, το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» («Who’s afraid of Virginia Woolf», 1966) σε σκηνοθεσία Μάικ Νίκολς, βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Έντουαρντ Άλμπι και την κωμωδία του Σαίξπηρ «Η στρίγγλα που έγινε αρνάκι» («The Taming of the Shrew», 1967) σε σκηνοθεσία Φράνκο Τζεφιρέλι. Αν και προτάθηκε για επτά Όσκαρ, ο Ρίτσαρντ Μπάρτον δεν κράτησε ποτέ στα χέρια του το χρυσό αγαλματίδιο.

Divorce His, Divorce Hers (1973), η τελευταία του ταινία με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ

Έκανε εκατοντάδες επιτυχίες στο θέατρο και τον κινηματογράφο, άφησε ιστορικές ερμηνείες, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να πολεμήσει με τους δαίμονές του το ποτό και το τσιγάρο που η κατάχρησή τους τον οδήγησε στο θάνατο σε ηλικία 58 ετών από ενδοεγκεφαλική αιμορραγία στις 5 Αυγούστου 1984 στο σπίτι του στο Σελινί της Ελβετίας, όπου και θάφτηκε. Σύμφωνα με τον βιογράφο του Ρόμπερτ Σέλλερς ο Μπάρτον κάπνιζε εκατό τσιγάρα την ημέρα και έπινε τρία με τέσσερα μπουκάλια σκληρού ποτού την ημέρα.

Στη δεκαετία του ’80, η υγεία του είχε καταρρεύσει. Υπέφερε από κίρρωση, νεφρική ανεπάρκεια, αρθρίτιδα, δερματίτιδα και τίποτα δε θύμιζε το νεαρό που έσφυζε από ζωή και ήταν γνωστός για τη δύναμη και τις αθλητικές του ικανότητες. Ενώ οι γιατροί τον προειδοποιούσαν από τη δεκαετία του ’70 για τα σοβαρά προβλήματα της υγείας του, δεν τους πήρε ποτέ στα σοβαρά και δεν ακολουθούσε τις οδηγίες τους. Ο Ρίτσαρντ Μπάρτον θάφτηκε με ένα  αντίγραφο των ποιημάτων του Ντίλαν Τόμας.

The Longest Day (1962)

Η έκθεση στο Κάρντιφ, μια επιστροφή του εμβληματικού ηθοποιού στον γενέθλιο τόπο του, συνοδεύεται από μια ψηφιακή έκδοση στον ιστότοπο του μουσείου που θα διαρκέσει μέχρι τις 11 Απριλίου 2021.