starΟιδίπους του Ρόμπερτ Γουίλσον και Ηλέκτρα/Ορέστης του Ίβο βαν Χόβε: τα δύο πιο σημαντικά ραντεβού στο φετινό Φεστιβάλ της Επιδαύρου, καθώς δύο από τους πιο σημαντικούς δημιουργούς στο παγκόσμιο στερέωμα αναμετριούνται με το μέγεθος του αργολικού θεάτρου για πρώτη φορά. Ο εικονοκλάστης 78χρονος Γουίλσον συναντιέται με τον Οιδίποδα του Σοφοκλή σε μια παράσταση όπου, όπως φαίνεται και από τις κριτικές, το ακραίο θέατρο λόγου μεταμορφώνεται σε ακραίο θέατρο εικόνας. Από την άλλη, ο σπουδαίος Ίβο βαν Χόβε καταπιάνεται με την Ηλέκτρα και τον Ορέστη του Ευριπίδη, ενώνοντας μοναδικά τα δύο έργα σε ένα σκηνικό όλον. Αν και αναμφίβολα πρόκειται για δύο καλλιτέχνες με εντελώς διαφορετικές αφετηρίες, ερεθίσματα, σκηνικά ζητούμενα, στην προκειμένη διακρίνει κανείς μια κοινή αντίληψη περί ελευθερίας στη δραματουργική σύνθεση υλικού που προέρχεται από τους κόλπους της αρχαίας τραγωδίας.

© Lucie Jansch

Για τον Οιδίποδα του Ρόμπερτ Γουίλσον ή «εγώ σκέφτομαι με τα μάτια μου»

Ρόμπερτ Γουίλσον | ©Lesley Leslie-Spinks

Ρόμπερτ Γουίλσον | ©Lesley Leslie-Spinks

«Συνήθως στο θέατρο η εικόνα επαναλαμβάνει τη λέξη. Η εικόνα περιορίζεται, δηλαδή, σε μια διακοσμητική λειτουργία. Αλλά εγώ σκέφτομαι με τα μάτια μου. Για μένα η εικόνα δεν είναι μια δεύτερη σκέψη ή μια εικονογράφηση του κειμένου. Εάν λέει το ίδιο πράγμα με τις λέξεις, γιατί να δω; Η εικόνα πρέπει να είναι τόσο αφοπλιστική, ώστε ένας κωφός να μπορεί να παρακολουθεί μια παράσταση καταγοητευμένος», έχει πει ο Τεξανός Γουίλσον, αυτός ο τόσο συνδεδεμένος καλλιτέχνης με την αισθητική του μοντερνισμού. Χάινερ Μύλλερ, Τομ Γουέιτς, Λώρι Άντερσον, Λου Ριντ, Τζέσι Νόρμαν, Σούζαν Σόνταγκ είναι ορισμένοι μόνο από τους μουσικούς και τους συγγραφείς με τους οποίους ο Γουίλσον έχει συνεργαστεί πάντα με πειραματική διάθεση, εξερευνώντας τα όρια του χρόνου και του χώρου στη σκηνή. Το έργο του γνώριμο στη χώρα μας, καθώς μας έχει επισκεφτεί με παραστάσεις του πλείστες φορές και έχει σκηνοθετήσει και την Οδύσσεια το 2012 στο Εθνικό.

H αρχιτεκτονική αντίληψη του σκηνικού γεγονότος, η θεμελιώδης σημασία των φωτισμών ως στοιχείο σκηνοθετικής σφραγίδας –«το φως δημιουργεί τον χώρο» λέει-, η αγάπη του για τη γεωμετρία και η εμμονή του με τη φόρμα οδηγούν σε παραστάσεις στυλιζαρισμένες, όπου η κάθε χειρονομία είναι μελετημένη και εκτελεσμένη με εντυπωσιακή ακρίβεια.

Ο Οιδίπους του Γουίλσον είναι μια ελεύθερη διασκευή πάνω στον Οιδίποδα του Σοφοκλή, φτιαγμένη για να παρουσιαστεί σε αρχαία θέατρα. Πρωτοπαρουσιάστηκε στο Ρωμαϊκό Θέατρο της Πομπηΐας και έπειτα στο Τεάτρο Ολίμπικο στη Βιτσέντζα. Πρόθεση του σκηνοθέτη είναι να δημιουργήσει έναν Οιδίποδα «διαπολιτισμικό και διαχρονικό». Η παράσταση «έχει τη μορφή χορικής και εικαστικής εγκατάστασης, όπου οι γλώσσες μπλέκονται μεταξύ τους για να παραπέμψουν σ’ έναν μύθο που υπερβαίνει τα χρονικά, γεωγραφικά και πολιτισμικά σύνορα», σημειώνει. Έτσι στην παράσταση ακούγονται διαφορετικές γλώσσες: ιταλικά, ελληνικά, αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, λατινικά, ενώ στη διανομή της συμμετέχουν ηθοποιοί από διαφορετικές χώρες. Αφηγήτρια στην ελληνική εκδοχή της παράστασης θα είναι η Λυδία Κονιόρδου, ενώ, πρωταγωνιστεί επίσης η σπουδαία Γερμανίδα ηθοποιός Άνγκελα Βίνκλερ. Τον Οιδίποδα ερμηνεύει ο Κύπριος Μιχάλης Θεοφάνους, που δεν έχει λόγο, αλλά «στρέφει το βλέμμα προς τα μέσα και ξέρει», όπως σημειώνει ο σκηνοθέτης «να είναι την ίδια στιγμή ήρεμος αλλά και εκπληκτικά βίαιος». H ιστορία ξεδιπλώνεται μέσα από τα χαρακτηριστικά tableau vivant του Γουίλσον, διανύοντας μια πορεία από το πρώτο φως της ζωής του Οιδίποδα στο τελευταίο φως που αντικρίζει. Τι γοήτευσε τον σκηνοθέτη στον Οιδίποδα; «Ότι κοιτάζουμε χωρίς να βλέπουμε και ότι ακούμε χωρίς να κατανοούμε τι ακούμε. Κι εκείνος, ο Οιδίποδας, άρχισε να βλέπει όταν τυφλώθηκε. Αντέχουμε σήμερα να αντικρίσουμε την αλήθεια;».

Lucie Jansch

©Lucie Jansch

Η κριτική στην Ιταλία εντοπίζει μια ονειρική ποιότητα στην παράσταση, με αξιοσημείωτες αναφορές στον φωτιστικό της σχεδιασμό, αλλά και τη γενικότερη χρήση της εικόνας ως φορέα παραγωγής νοήματος. Όπως αναφέρει η Nike Francesca Del Quercio στο «Fermata Spettacolo» «το διαυγές όνειρο που συνέλαβε ο Γουίλσον στον Οιδίποδα βασίζεται στον καταπληκτικό φωτιστικό σχεδιασμό που ανάγει το παιχνίδι με το κιαροσκούρο σε εμβληματική μεταφορά για την ιστορία του έργου, αλλά και στα θεαματικά, με οξείς αντιθέσεις, αντισυμβατικά κοστούμια του Κάρλος Σότο, που διανύουν μια αναπάντεχη διαδρομή από την πολυτέλεια της οργάντζας στη γύμνια της ακάλυπτης σάρκας».

Η επιλογή του σκηνοθέτη να χρησιμοποιήσει το κείμενο του Σοφοκλή μόνον ως αφορμή δεν περνάει ασχολίαστη: «Ο Γουίλσον αποδομεί το κείμενο, σβήνοντας εντελώς την αφηγηματική πλοκή, που υποθέτει ότι είναι γνωστή στον θεατή. Η παράσταση αποτελείται από μια σειρά εικόνων που έχουν τη δική τους αφηγηματική ενότητα και χαρακτηρίζεται από μια σοφή χρήση του παιχνιδιού ανάμεσα στο φως και τη σκιά, το χρώμα και τον ήχο. Η ιστορία του Οιδίποδα παρουσιάζεται σαν αρχέτυπο της οικουμενικής και αιώνιας μάχης του ανθρώπου με τη μοίρα» σημειώνει η Maria Palumbo στο “pausacaffepansini.it”.

© Lucie Jansch

© Lucie Jansch

Η τριβή με τα μεγάλα ερωτήματα που προσφέρει ένα κλασικό έργο σαν τον Οιδίποδα τον καθιστά για τον σκηνοθέτη ένα ανοιχτό προς διερεύνηση αίνιγμα: «Ο Οιδίπους του Γουίλσον είναι μια διαρκής, ακούραστη ‘ερώτηση’. Από το κείμενο του Σοφοκλή χρησιμοποιούνται μόνο ορισμένα αποσπάσματα, που τα εμπιστεύεται ο σκηνοθέτης σε δύο ‘μάρτυρες’ και σε ηχογραφημένες φωνές, που ξυπνούν από τη σιωπή και από διαφορετικά σημεία του χώρου καλωσορίζουν το κοινό. Κάθε βεβαιότητα σε σχέση με όσα ακούμε αίρεται. Το κείμενο του Σοφοκλή εξισώνεται έτσι με ένα ντανταϊστικό objet trouvé», γράφει ο Enrico Fiore στο “controscena.net”.

«Ο Σωκράτης λέει ότι ως παιδιά γεννιόμαστε γνωρίζοντας τα πάντα: η συνειδητή γνώση είναι μια προοδευτική ανακάλυψη όσων είναι ήδη καταγεγραμμένα και γνωστά. Ένα αρχαίο κείμενο είναι στην ψυχή μας: το υποσυνείδητο μας επιτρέπει να ταυτιστούμε με την κατάσταση και την ιστορία», αναφέρει ο Γουίλσον και εμείς περιμένουμε με ανυπομονησία να συναντηθούμε με τη δημιουργία του στο άνοιγμα του φετινού Φεστιβάλ της Επιδαύρου.

© Lucie Jansch

© Lucie Jansch

Ηλέκτρα/Ορέστης του Ίβο βαν Χόβε

ή «δεν ξέρω τι σημαίνει η φράση ‘είμαι πιστός στο κείμενο’»

Ίβο Βαν Χόβε |© Michiel_Hendryckx

Ίβο Βαν Χόβε |© Michiel_Hendryckx

Μια ιστορικής σημασίας συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου και της Κομεντί Φρανσαίζ με μια κοινή ανάγνωση δύο έργων του Ευριπίδη από έναν από τους πιο σπουδαίους σκηνοθέτες διεθνώς: τον μεγάλο Βέλγο Ίβο βαν Χόβε που παρουσιάζει για πρώτη φορά παράστασή του στο θέατρο της Επιδαύρου. «H δουλειά του βαν Χόβε είναι πρωτοποριακή, επειδή ανοίγει νέους δρόμους στην κατανόησή μας πάνω σε κλασικά έργα και ταινίες. Το έργο του είναι μοναδικό, ωμό, σοκαριστικό, γεμάτο εκπλήξεις, κωμικό, ό,τι ακριβώς θα ήθελες να είναι μια θεατρική εμπειρία. Δεν φοβάται το άσχημο ή το βλάσφημο. Με μια λέξη θέατρο καθηλωτικό με κεφαλαίο ‘Κ’», δηλώνει η θαυμάστριά του Κέιτ Μπλάνσετ.

Συνοψίζοντας σε αυτές τις γραμμές την ουσία και το αποτύπωμα του έργου τού διεθνώς καταξιωμένου σκηνοθέτη. Του δημιουργού που ερωτεύεται τα κλασικά κείμενα και καταφέρνει να μεταφέρει αναλλοίωτο τον θαυμασμό του στον θεατή γι’ αυτά, τον καλλιτέχνη που καθοδηγεί τους ηθοποιούς του σε ερμηνείες ζωής, τον σκηνοθέτη που έχει ανανεώσει με εκρηκτική δύναμη τους κλασικούς και έχει γνωρίσει πρωτοφανή επιτυχία όχι μόνο στους κύκλους της αβαντ-γκαρντ ευρωπαϊκής σκηνής, αλλά και στο Μπρόντγουέι και το Γουέστ-Εντ.

Στην Ελλάδα τον γνωρίσαμε το 2011, όταν παρακολουθήσαμε στη Στέγη την εκδοχή του πάνω στις Σκηνές από έναν γάμο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Ακολούθησε πέρσι πάλι μια δουλειά του πάνω στον Μπέργκμαν, μια παράσταση που εμπνεύστηκε από τις ταινίες Περσόνα και Μετά την πρόβα, η οποία παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Στο παρελθόν έχει ασχοληθεί με την αρχαία τραγωδία, έχοντας ανεβάσει δύο φορές τις Βάκχες, ένα δίπτυχο Αίας/Αντιγόνη και, πιο πρόσφατα, την Αντιγόνη με τη Ζιλιέτ Μπινός.

Θεωρεί την αρχαία ελληνική τραγωδία ένα από τα πιο απαιτητικά είδη για έναν σκηνοθέτη. Σε μια έξοχη συζήτηση που διοργάνωσε το Almeida στο Λονδίνο με τίτλο “Why Greeks matter?” το 2015 είχε μιλήσει για τη δυσκολία που παρουσιάζει το αρχαίο δράμα σε έναν σύγχρονο δημιουργό: «Όταν παρακολουθώ παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας συνήθως συμβαίνει ένα από τα δύο: οι δημιουργοί είτε προσπαθούν να δαμάσουν το υλικό, καταλήγοντας να αντιμετωπίζουν τα έργα ως οικογενειακές τραγωδίες. Είτε παρουσιάζουν την τραγωδία με τη μορφή ενός μεγάλου αφηρημένου γεγονότος: αίμα, κραυγές, μεγάλες χειρονομίες. Για μένα η δυσκολία με την τραγωδία είναι να βρεις την κατάλληλη ισορροπία ανάμεσα στο ανθρώπινο συναίσθημα και την πολιτική διάσταση. Και επειδή αυτό είναι εξαιρετικά σύνθετο οι σκηνοθέτες έχουμε την τάση να αποφεύγουμε την τραγωδία, παρόλο που αντιλαμβανόμαστε ότι τα έργα αυτά κουβαλούν κάτι αληθινά ουσιώδες για την ανθρώπινη κατάσταση».

Η Laura Cappelle από τους New York Times που έγραψε την περίφημη κριτική για την Ηλέκτρα/Ορέστης του βαν Χόβε με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ξεχάστε το ‘Game of Thrones’, ο Ευριπίδης ξέρει καλύτερα τι θα πει βία», σημειώνει ότι ο σκηνοθέτης πετυχαίνει μια θαυμαστή ισορροπία σε αυτήν την παράσταση: «ο κύριος βαν Χόβε ξέρει να μετράει τα υλικά του και να εξάγει τη μέγιστη ένταση μέσα από την αλληλεπίδραση του χορού, της μουσικής και του κειμένου. (…) η οπερατική, βουτηγμένη στη λάσπη, παράσταση αναδεικνύει την ψυχολογική αλήθεια στις κλασικές τραγωδίες του Ευριπίδη».

Ο βαν Χόβε συμπτύσσει τη διάρκεια των έργων (συνολική διάρκεια 100 λεπτά) και επικεντρώνοντας στο στοιχείο του εγκλωβισμού σε μια αμετακίνητη νομοτελειακά πραγματικότητα φαίνεται να καταθέτει ένα σχόλιο για τον κύκλο της βίας στον σύγχρονο κόσμο. «Η Ηλέκτρα και ο Ορέστης γίνονται από παιδιά βασιλέων, πρόσφυγες στην ίδια τους την οικογένεια, στην ίδια τους την πατρίδα. (…) Στο έργο Ηλέκτρα/Ορέστης το στοίχημα είναι να αναπαραστήσουμε έναν κόσμο μεγάλης σκληρότητας, έως και νατουραλιστικά επί σκηνής. Βλέπω την παράσταση ως ένα gesamtkunstwerk, ένα καθολικό έργο τέχνης με τη βαγκνερική σημασία του όρου με την αίσθηση ότι ίσως μετέχουμε όλοι σε μια τελετουργία», σημειώνει ο δημιουργός. Αυτή η όσμωση μεταξύ ψυχολογικού και τελετουργικού θεάτρου καθρεφτίζεται στην πρόσληψη της παράστασης από τη διεθνή κριτική, που αναγνωρίζει επιρροές από την Ιεροτελεστία της άνοιξης της Πίνα Μπάους έως τη Μήδεια του Παζολίνι και το Στάλκερ του Ταρκόφσκι.

«Δεν ξέρω τι σημαίνει η φράση ‘είμαι πιστός στο κείμενο’. Δεν υπάρχει μία αλήθεια. Ως σκηνοθέτης ή ηθοποιός οφείλεις να δώσεις μια ερμηνεία της κάθε ατάκας. (…). Μου αρέσει να δημιουργώ τον κόσμο, στον οποίο το κείμενο θα ανθίσει με τον καλύτερο τρόπο», λέει ο βαν Χόβε. Τους κόσμους των παραστάσεών του, τους φαντάζεται πάντα μαζί με τον σκηνογράφο του και σύντροφο ζωής, με τον οποίο έχουν δουλέψει μαζί σε όλες του τις δημιουργίες ήδη από τη δεκαετία του 1980, το χαρισματικό Γιαν Βερσβέιβελντ. Μεγάλη ανυπομονησία για να διαπιστώσουμε ιδίοις όμμασι τον κόσμο που δημιούργησε για να αντιμετωπίσει τα δύο αιρετικά έργα του Ευριπίδη και τον τρόπο που αυτός θα εγκιβωτιστεί στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου.

Info παραστάσεων:

Ρόμπερτ Γουίλσον: Οιδίπους , Βασισμένο στο έργο του Σοφοκλή | 21 – 22 Ιουνίου 2019

Κομεντί Φρανσαίζ – Ίβο βαν Χόβε: Ηλέκτρα / Ορέστης του Ευριπίδη | 26 – 27 Ιουλίου 2019

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου