starΜάγος της σκηνής, αλχημιστής του βλέμματος, δεινός storyteller, δημιουργός «που κάνει θέατρο για όσους δεν αγαπούν το θέατρο» όπως έχει πει ο Πίτερ Γκάμπριελ και που η διεθνής κριτική, ήδη από το 1989, αποκάλεσε «νέο Πίτερ Μπρουκ», o Καναδός Ρομπέρ Λεπάζ είναι, για πολλούς από εμάς, ο κορυφαίος εν ζωή καλλιτέχνης του θεάτρου στον κόσμο. Σκηνοθέτης, ηθοποιός, συγγραφέας, συνολικός δημιουργός, ο Λεπάζ ενσωματώνει στις δημιουργίες του, με σχεδόν αναγεννησιακό τρόπο, τις κατακτήσεις της τεχνολογίας και της επιστήμης, φτιάχνοντας ένα θέατρο ποιητικό, ηλεκτροφόρο, συγκινητικό, όπου όλα τα μέσα υπηρετούν μοναδικά την ανάγκη μας να ακούμε ιστορίες.

Όσοι έχουν δει το Showcase που παρουσίασε στο ΚΘΒΕ στο πλαίσιο της βράβευσής του με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Θεάτρου το 2007, το Far Side of the Moon ή και το 887 στη Στέγη (2011 και 2017 αντίστοιχα) έχουν μια καλή αίσθηση της δουλειάς αυτού του χαρισματικού καλλιτέχνη. Σε λίγες μέρες θα έχουμε τη δυνατότητα να δούμε την παράσταση Kanata – Επεισόδιο 1ο – Η διαμάχη στο Φεστιβάλ Αθηνών, που σηματοδοτεί μια ιστορική σύμπραξη με το Θέατρο του Ήλιου, καθώς η Αριάν Μνουσκίν, για πρώτη φορά στα 54 χρόνια ζωής του θρυλικού θιάσου, καλεί έναν άλλο σκηνοθέτη. Τίποτα όμως δεν είναι τυχαίο: με το Θέατρο του Ήλιου, ο Ρομπέρ Λεπάζ και η ομάδα του Ex Machina έχουν βαθιές συγγένειες: η διαπολιτισμικότητα ως στοιχείο ταυτότητας των ομάδων, η αποθέωση της φαντασίας, του αυτοσχεδιασμού, της σωματικότητας, της συλλογικής λειτουργίας στον ίδιο δρόμο με τον Ζακ Κοπώ, τον Ζακ Λεκώ, την Άννα Χάλπριν, την Πίνα Μπάους.

Η σκηνοθεσία δεν ανήκει μόνο στον σκηνοθέτη

«To θέατρο παίρνει τη μορφή του καθώς αιωρείται, όταν το νόημα και η σκηνοθεσία μας διαφεύγουν, όταν μετατρέπεται σε ένα επαναστατικό αγρίμι, τότε μόνο συμβαίνει το θέατρο», λέει ο Λεπάζ. Και το θέατρό του είναι ένας ύμνος στο παιχνίδι, στη μεταμόρφωση, στον διαρκή μετασχηματισμό. «Η σκηνοθεσία δεν ανήκει μόνο στον σκηνοθέτη. Στην προσέγγισή μας είναι προϊόν μιας συλλογικής εργασίας. Όταν σκηνοθετώ, νιώθω περισσότερο μαθητής, παρά δάσκαλος», εξομολογείται.

Ο Λεπάζ δουλεύει πάντα χωρίς προορισμό, χωρίς προκαθορισμένες ιδέες και αντιλήψεις. «Δεν υπάρχει τίποτε πιο λυπηρό από τη ζωή που συμβαίνει έτσι όπως την έχουμε σχεδιάσει» λέει. «Γιατί δεν έχουμε και τόση φαντασία». Αυτή η «ανοιχτή σε ατυχήματα» αναζήτηση ακολουθείται είτε σκηνοθετεί έργα του κλασικού ρεπερτορίου –ο Σαίξπηρ, ο Μπρεχτ και ο Στρίντμπεργκ έχουν τροφοδοτήσει τις αναζητήσεις του– είτε, πιο συχνά, δουλεύοντας σε παραστάσεις όπου γράφει ο ίδιος το κείμενο. Το οποίο όμως δεν συντίθεται σε κάποιο γραφείο, αλλά στην πρόβα. Μέσα από αυτοσχεδιασμούς. Μέσα από την αλληλεπίδραση με τον χώρο, τα αντικείμενα, τους ήχους, τη μουσική, το φως. Στις δημιουργίες του όλα τα στοιχεία ξεκινούν από το χάος και παίρνουν μορφή καθώς λιώνουν το ένα μέσα στο άλλο. Η περιέργεια, η ενστικτώδης δημιουργικότητα, οι ελεύθεροι συνειρμοί είναι οι κινητήριες δυνάμεις της δουλειάς του. Η ερμηνεία έρχεται πολύ αργότερα. Όπως έλεγε και ο Πικάσο «η δουλειά του καλλιτέχνη είναι πρώτα να ανακαλύπτει και μετά να βρίσκει τι σημαίνει αυτή η ανακάλυψη».

Στο θέατρο του Λεπάζ η μεταμόρφωση δεν σταματά ποτέ. Έτσι, κάθε παράσταση είναι μια ανοιχτή πρόβα. Τα έργα του εξελίσσονται καθώς έρχονται σε επαφή με το κοινό. Παίρνουν κάτι από τις μυρωδιές του, τις αντιδράσεις του, τη θερμοκρασία του. Το κοινό γίνεται, με αυτόν τον τρόπο, συνένοχος και συν-δημιουργός στο παιχνίδι του θεάτρου που στήνει αυτός ο ταχυδακτυλουργός της σκηνής:

«Δεν μπορούμε να ελέγξουμε την ‘ανάγνωση’ της παράστασης από τους θεατές. Και αυτό με συναρπάζει. Έτσι, η παράσταση δεν ανήκει πια σε μας, το κοινό ορίζει πια πώς θα μεταμορφωθεί».

The emotion in the room

Υπέρμαχος της συναισθηματικής επίδρασης ενός έργου τέχνης στον θεατή, ο Λεπάζ υπερασπίζεται με πάθος αυτό που ονομάζει “the emotion in the room” (το συναίσθημα στην αίθουσα). Αρνητής του αμιγώς ψυχολογικού θεάτρου, όπου «ο τέταρτος τοίχος εμποδίζει το κοινό να ‘κάνει έρωτα’ με όσα συμβαίνουν επί σκηνής», πιστεύει σε ένα γενναιόδωρο, δημιουργικό, αντι-αυνανιστικό θέατρο.

«Πρέπει να εντάξουμε το κοινό στην εξίσωση της παράστασης. Η ίδια η επιβίωση του θεάτρου εξαρτάται από αυτό», επιμένει. Στις παραστάσεις του η υποκριτική προσέγγιση μοιάζει αποστασιοποιημένη, ωστόσο αυτό όχι μόνο δεν αναιρεί, αλλά πολλαπλασιάζει τη συναισθηματική εμπλοκή του θεατή: «ο ηθοποιός δεν εκκρεμεί να νιώσει εκείνος ένα συναίσθημα, αλλά να βρει την ενέργεια εκείνη που θα κινητοποιήσει το συναίσθημα του θεατή. Αυτό που εννοούσε ο Μπρεχτ και τόσο πολύ παρανοήθηκε με την αρχή της αποστασιοποίησης. Το κοινό πρέπει να νιώσει τον ηθοποιό, όχι τον χαρακτήρα που αυτός ερμηνεύει. Σε χώρες όπως η Ιαπωνία, το θέατρο βασίζεται στην ιδέα ότι όσο λιγότερα κάνεις, τόσο περισσότερα λες. Το ιαπωνικό θέατρο φτάνει σε μεγάλη δραματική κορύφωση, χωρίς ο ηθοποιός να εμπλέκεται συναισθηματικά. Το θέατρο είναι σαν ένα καζάνι που βράζει: είναι πάντα πιο ενδιαφέρον να δείχνεις το καπάκι που ‘ταράζεται’ παρά τα εσώτερα του καζανιού».

Ανακάλυψα το θέατρο μέσα από τη …ροκ μουσική

Πώς ξεκίνησε όμως αυτός ο σπουδαίος καλλιτέχνης; Πώς κατάφερε από το Κεμπέκ με τη φτωχική θεατρική παράδοση να κατακτήσει τον κόσμο; Και πώς η ζωή του καθρεφτίζεται στη δημιουργία του;

O Λεπάζ (γεν. 1957) μεγάλωσε σε μια οικογένεια δίγλωσση (αγγλικά-γαλλικά) στο Κεμπέκ της δεκαετίας του 1960 και 1970, όπου η επίδραση της συντηρητικής ιδεολογίας των λευκών Καθολικών ήταν εμφανής σε όλες τις μορφές της κοινωνικής ζωής. Η αλωπεκία που εμφάνισε στην ηλικία των 6 ετών, η διγλωσσία, η εσωστρέφειά του, η αναζήτηση της σεξουαλικής του ταυτότητας και μια εμπειρία με ναρκωτικά δημιούργησαν ένα εκρηκτικό μείγμα για μια δύσκολη παιδική και εφηβική ηλικία. Από τα 14 έως τα 17, κρίσεις πανικού αλλά και αγοραφοβία τον έκαναν να κλείνεται όλο και περισσότερο στο δωμάτιό του. Η συμμετοχή του σε σχολική παράσταση ήταν το πρώτο βήμα για να βγει από το σκοτεινό αυτό τούνελ: «Ένιωσα απελευθέρωση στη σκηνή. Και το κοινό ήταν πολύ θερμό. Έτσι, εθίστηκα στο θέατρο. Πίστεψα ότι αυτός ήταν ο τρόπος να ξεπεράσω ό,τι με βασάνιζε». Η αδελφή του Λίντα, και δεξί του χέρι, χρόνια τώρα, στην ομάδα του Ex Machina, υπήρξε δίπλα του από την αρχή.

Το ενδιαφέρον του Λεπάζ για το θέατρο δεν ήρθε, ωστόσο από το ίδιο το …θέατρο, όπως λέει, αλλά από τη θεατρικότητα. «Δεν ανήκα σε μια οικογένεια που μπορούσε οικονομικά να αντέξει να πηγαίνει στο θέατρο. Ανακάλυψα το θέατρο μέσα από τη …ροκ μουσική. Εκείνη την εποχή το ροκ είχε θεατρικότητα. Μιλάμε για τα χρόνια που μεσουρανούσαν οι Jethro Tull, οι Genesis, οι Gentle Giant, τα κομμάτια είχαν μεγάλη διάρκεια, χαρακτήρες, διάλογο, ιστορίες. Μετά είδα Πίνα Μπάους, χορο-θέατρο, Λώρι Άντερσον και άρχισα να παρακολουθώ αυτήν τη δημιουργική ‘κλίκα’ καλλιτεχνών της Ν. Υόρκης, που χρησιμοποιούσαν τη θεατρικότητα για να πουν τις ιστορίες τους. Αυτό που με κέντρισε ήταν το γεγονός ότι το θέατρο δεν χρησιμοποιούνταν μόνο από ανθρώπους του θεάτρου. Και, ομολογώ ότι εκείνοι ήταν για μένα πιο σαγηνευτικοί storytellers».

Η μαθητεία του στο Conservatoire του Κεμπέκ περισσότερο του δίδαξε τι δεν αγαπούσε: τον ρεαλισμό, τη στανισλαφσκική προσέγγιση στους ρόλους (στην οποία δεν τα κατάφερνε κιόλας). Ανάμεσα στους δασκάλους του υπήρξε όμως –τύχη αγαθή – και ο Μαρκ Ντορέ μαθητής του Λεκώ, που τον εισήγαγε σε ένα άλλο θέατρο, που άνοιξε τα κανάλια της δημιουργικότητάς του. Η μετέπειτα επαφή του με τον Αλέν Κναπ στο Παρίσι, ο οποίος αντιμετώπιζε τον ηθοποιό ως συνολικό δημιουργό που γράφει, σκηνοθετεί και παίζει, άφησε το αποτύπωμά της πάνω του. Έκτοτε, ο Λεπάζ δεν έχει σταματήσει ποτέ να διερευνά ένα προσωπικό στυλ δημιουργίας, που συγγενεύει σαν αντίληψη με το βαγκνερικό gesamtkunstwerk ή την ιδέα του ολικού θεάτρου του Άντολφ Άππια. Όταν ήρθε η μεγάλη διεθνής αναγνώριση το 1989 με το The Dragons Trilogy τα βασικά στοιχεία της σκηνικής γλώσσας του ήταν ήδη εκεί: η ιδέα ότι το θέατρο είναι τόπος συνάντησης των τεχνών και των επιστημών, ένας χώρος όπου η αρχιτεκτονική, η μουσική, ο χορός, τα ακροβατικά, το τσίρκο, το σινεμά, οι γραφικές τέχνες και η τεχνολογία συναντιούνται. Καθόλου τυχαία, άλλωστε, o χώρος της ομάδας Ex Machina λειτουργεί στο Κεμπέκ από το 1994 σαν εργαστήριο. Όταν, μάλιστα, είχε ζητήσει από τους συνεργάτες του να τον βοηθήσουν να βρει ένα όνομα για τη νέα ομάδα, είχε μόνο έναν όρο: το όνομα να μην εμπεριέχει τη λέξη «θέατρο».

 

Η ιστορία συναντά την Ιστορία

H σύνθεση της ομάδας Ex Machina είναι πολυπολιτισμική, βασισμένη στην πεποίθηση ότι νέες μορφές τέχνες θα προκύψουν από τις συναντήσεις με καλλιτέχνες από διαφορετικές χώρες και πολιτιστικές παραδόσεις. «Το πέρασμα γεωγραφικών συνόρων ήταν για μένα ένας τρόπος να ξεπερνώ καλλιτεχνικά όρια», θα πει ο Λεπάζ. Οι παραστάσεις του υιοθετούν μια πολυγλωσσία –αντανάκλαση της δίγλωσσης οικογένειας όπου μεγάλωσε αλλά και μεταφορά για τη χώρα του– και μοιάζουν να ανήκουν στον κόσμο. Η μεγάλη του αγάπη για τη γεωγραφία από παιδί τον οδήγησε μέσα από την τέχνη του σε ένα διαρκές ταξίδι ηπείρων, γλωσσών, παραδόσεων. Στο θέατρό του, η προσωπική εμπειρία συναντά ή και συγκρούεται με τη συλλογική μνήμη, η ιστορία συναντά πάντα την Ιστορία.

Kanata – Επεισόδιο 1ο – Η διαμάχη 

Το ίδιο συμβαίνει και στην Kanata που θα παρακολουθήσουμε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Εδώ ο κορυφαίος σκηνοθέτης δημιουργεί ένα ποιητικό, σκοτεινό και επικών διαστάσεων σύμπαν, ανατρέχοντας σε διακόσια χρόνια καναδικής ιστορίας. “Kanata” μάλιστα σημαίνει χωριό στη γλώσσα των Ιροκουά και είναι η λέξη που κατέληξε να βαφτίσει ολόκληρη τη χώρα. Η παράσταση είναι, ωστόσο, αμφιλεγόμενη. Αντιδράσεις από αυτόχθονες του Καναδά –που θεώρησαν ότι έπρεπε ο σκηνοθέτης να είχε εντάξει στη διανομή της καλλιτέχνες από την κοινότητά τους– επηρέασαν τη διαδρομή της. Η προγραμματισμένη για τον Ιούλιο του 2018 πρεμιέρα αναβλήθηκε, εμπλεκόμενοι παραγωγοί αποχώρησαν, ο ίδιος ο Λεπάζ δούλεψε αμισθί και η παράσταση ανέβηκε τελικά τον Δεκέμβριο του 2018 στο Cartoucherie de Vincennes, έχοντας ενσωματώσει τη σχετική «διαμάχη» στον τίτλο της: Kanata–Επεισόδιο 1ο–Η διαμάχη. Όσοι γνωρίζουν το ανοιχτής διαμόρφωσης θέατρο του Λεπάζ, θα αναγνωρίζουν σε αυτήν την κίνηση ένα στοιχείο ταυτότητας του δημιουργού, που διατυπώνει εδώ ένα εντυπωσιακό μεταθεατρικό σχόλιο πάνω στη θέση και τον ρόλο του καλλιτέχνη στη σύγχρονη κοινωνία.

Τόσο η Αριάν Μνουσκίν όσο και ο Ρομπέρ Λεπάζ απάντησαν στις κατηγορίες για πολιτισμική ιδιοποίηση από τους αυτόχθονες του Καναδά. «Όπως ένας αγρότης δεν μπορεί να εμποδίσει τον άνεμο να φέρει στο χωράφι του σπόρους από το χωράφι του γείτονα, έτσι και κανένας λαός, ούτε και ο πιο απομονωμένος δεν μπορεί να αξιώνει την απόλυτη καθαρότητα του δικού του πολιτισμού. Οι ιστορίες των ομάδων, των ορδών, των φυλών, των λαών, των εθνών δεν μπορούν να κατοχυρωθούν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, όπως κάποιοι ισχυρίζονται, γιατί ανήκουν όλες στη μεγάλη Ιστορία της ανθρωπότητας. Αυτή η μεγάλη Ιστορία είναι το έδαφος της τέχνης», δηλώνει, μεταξύ άλλων, η Μνουσκίν.

Ενώ ο Λεπάζ υπερασπίζεται την επιλογή της διανομής στην παράσταση με τις ακόλουθες σκέψεις: «Το θέατρο βασίζεται σε μια πολύ απλή αρχή: αυτή που λέει ότι παίζεις κάποιον άλλον. Ότι υποκρίνεσαι ότι είσαι κάποιος άλλος. Μπαίνοντας στα παπούτσια του, προσπαθείς να τον κατανοήσεις και μέσα από αυτή τη διαδικασία ίσως κατανοήσεις και τον εαυτό σου καλύτερα. Αυτό το αρχαίο τελετουργικό προϋποθέτει ότι για τη διάρκεια μιας παράστασης, οικειοποιούμαστε την εμφάνιση, τη φωνή, την προφορά ακόμη και το φύλο κάποιου. Αλλά, εάν δεν μας επιτρέπεται να μπούμε στα παπούτσια του άλλου, αρνιόμαστε από το θέατρο την ίδια τη φύση του. Και όταν δεν αφήνουμε το θέατρο να επιτελεί την πρωταρχική αυτή λειτουργία, του στερούμε τον λόγο ύπαρξης. Σε όλη μου τη διαδρομή, αφιέρωσα ολόκληρες παραστάσεις που αναδεικνύουν αδικίες που έχουν υποστεί συγκεκριμένες πολιτισμικές ομάδες στο πέρας της ιστορίας, χωρίς οι ηθοποιοί μου να προέρχονται από αυτές τις ομάδες. Αυτές οι παραστάσεις έχουν παρουσιαστεί σε όλο τον κόσμο και κανείς ποτέ δεν με κατηγόρησε για πολιτισμική ιδιοποίηση». Για την ιστορία της δημιουργίας της παράστασης έχει γυριστεί μάλιστα και το ντοκιμαντέρ Lepage au Soleil: At the origins of Kanata σε σκηνοθεσία της Hélène Choquette, που προβάλλεται στις 8 Ιουλίου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών στο Γαλλικό Ινστιτούτο.

Κάθε δουλειά του Ρομπέρ Λεπάζ, ακόμη και η πιο αμφιλεγόμενη, είναι μια δυνατότητα να έρθουμε αντιμέτωποι με το θαύμα του θεάτρου. «Σε αυτή τη ζωή είμαστε ή τουρίστες ή ταξιδιώτες. Μια παράσταση οφείλει να μας μεταφέρει την εμπειρία του ταξιδιώτη» λέει. Κι εμείς ανυπομονούμε να ταξιδέψουμε, για άλλη μια φορά, στο μαγικό του σύμπαν. Γιατί όταν βλέπεις Λεπάζ, εκτός από το θέμα, την ιστορία, τις εικόνες, συγκινείσαι και με κάτι άλλο. Με την ίδια την τέχνη του θεάτρου. Με τις δυνατότητές της, έτσι όπως τις έχει απελευθερώσει αυτός ο ιδιοφυής δημιουργός. Που ανανεώνει το θέατρο, ένα θέατρο στην αιχμή της σύγχρονης τεχνολογίας, κρατώντας ακέραια στο DNA του τη ζωτική δύναμη της ίδιας της γέννησής του, θυμίζοντάς μας, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται αυτό, τις ρίζες, την «πρώτη φορά που σηκώθηκε κάποιος μπροστά σε μια φωτιά για να πει μια ιστορία και την ίδια στιγμή την απεικόνισε με σκιές πάνω σε ένα νταμάρι. Γιατί τότε γεννήθηκε το θέατρο».

Ρομπέρ, σε περιμένουμε.

Ιnfo παράστασης:

Θέατρο του Ήλιου–Robert Lepage: Kanata – Επεισόδιο 1ο – Η διαμάχη | 13 – 15 Ιουλίου 2019 | Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Πηγές:

Charest, Rémy (1997). Robert Lepage: Connecting Flights. Translated by Wanda Romer Taylor. London: Methuen.
Dundjerovic ́, Aleksandar (2009). Robert Lepage. NY: Routledge.
O’Mahony, John (23.6.2001). The Guardian Profile: Robert Lepage
A Day with Robert Lepage/Canada November 14th 2016, in conversation with Frank Hentschker
Who are we? Robert Lepage in conversation with Monna Dithmer

Δείτε περισσότερα για το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2019 μέσα από το αφιέρωμα του ελc