Η αγαπημένη μου ιστορία για τον Robert Rauschenberg, είναι αυτή που κουβαλάει το “Short Circuit”, ένα τυπικό του Combine (έχουν μεταφραστεί ως Συνδετικά), έργο δηλαδή που αποτελείται από διάφορα ετερόκλιτα μέρη, αντικείμενα, υλικά και φόρμες: Όταν το ’55 ο Jasper Jones και η Susan Weil  -στενοί φίλοι, σύντροφοί του, εραστές του, η Weil υπήρξε γυναίκα του και μητέρα του γιου του, ο Jones ο τότε σύντροφός του- απορρίφθηκαν από την ετήσια ρετροσπεκτίβα της Stable Gallery, ο επινοητικός Rauschenberg, που τον είχαν δεχτεί, συμμετείχε με το “Short Circuit”. Πρόκειται για ένα ξύλινο τελάρο στο οποίο εμπεριέχονταν μεταξύ διαφόρων άλλων αντικειμένων και ένα έργο του Jones –μια «κρυφή» σημαία, μοτίβο που τον καθιέρωσε ως καλλιτέχνη στη συνέχεια-, ένα-επίσης «κρυφό»- της Weil, συν ένα πρόγραμμα από μια συναυλία του John Cage (φίλου και μέντορα) και ένα αυτόγραφο από την Judy Garland (φιγούρα ιδιαιτέρως αγαπητή στη gay κοινότητα). Με αυτή την πανέξυπνη και τρυφερή δράση, ο νεαρός τότε καλλιτέχνης, πήρε μαζί του στην έκθεση και τους φίλους του και τα ινδάλματά του και τη σεξουαλική του ταυτότητα.

Short Circuit, 1955; cabinet featuring a painting by Susan Weil and ‘an Original Sturtevant’ captioned by Rauschenberg and created by Elaine Sturtevant in 1967 to replace a Jasper Johns flag painting that had originally been included but was stolen in 1965; The Art Institute of Chicago; © Robert Rauschenberg Foundation, New York

Short Circuit, 1955 © Robert Rauschenberg Foundation, New York

Η ιστορία βέβαια δε σταματά εδώ. Αρκετά αργότερα, το ’65 και όταν πια ο Jasper Jones είναι πασίγνωστος για τις σημαίες του, η πρώτη και κρυφή αυτή σημαία που έχει φτιάξει για το “Short Circuit”, κλέβεται. Ο Rauschenberg λοιπόν απευθύνεται αυτή τη φορά σε μια άλλη φίλη και συνεργάτη του, την Elaine Sturtevant, δημιουργό που ως καλλιτεχνική χειρονομία αντιγράφει συστηματικά και με ακρίβεια γνωστά έργα καλλιτεχνών. Και έτσι το έργο αποκαθίσταται, με διαφορετικό όμως καστ. Η αυθεντική σημαία δε του Τζόουνς, δε βρέθηκε ποτέ, αν και θεωρείται κυριολεκτικά ανεκτίμητη αυτή τη στιγμή ως η πρώτη του…

Robert Rauschenberg in his Front Street studio, New York, 1958

Robert Rauschenberg in his Front Street studio, New York, 1958

Κάποτε μια φίλη ζωγράφος μού είχε πει ότι αν της κόβονταν τα χέρια, θα μάθαινε να ζωγραφίζει με τα πόδια – νομίζω υπάρχει μια κάπως παρόμοια ιστορία και στο “Silence” του John Cage- ο Rausenberg λοιπόν σε μια ανάλογη λογική, διηγείται ότι όταν ξέμενε από υλικά στα ταξίδια του ή όσες φορές βρέθηκε άφραγκος -και στην αρχή της καριέρας του ήταν πολλές- χρησιμοποιούσε ό,τι έβρισκε, ό,τι υπήρχε γύρω του – μέχρι και το κάλυμμα του κρεβατιού του (λέει ο θρύλος του περίφημου Bed).

Όλα όμως αυτά τα, ενίοτε άχρηστα, απρόσμενα, ασήμαντα και καθημερινά αντικείμενα, που τον έβγαζαν από την απραξία στις δύσκολες στιγμές, δεν τα σνομπάρει και όταν ακόμα μπορεί χωρίς αυτά. Εξακολουθούν να εισβάλλουν πάντα στα έργα του ως ταυτότητα, ως συνειδητή σύνδεση με την καθημερινότητα, με τη ζωή και την πραγματικότητα.

‘Monogram’ forms part of the Robert Rauschenberg exhibition, opening in December 2015 Tate

‘Monogram’ forms part of the Robert Rauschenberg exhibition, opening in December 2015 Tate

Με αυτό τον τρόπο ξανα-ορίζει όλο το δόγμα του Beuys περί της τέχνης που βγαίνει στη ζωή, όλη την pop art, όλο το Dada, γυρίζει την πλάτη στον εσωστρεφή Αφηρημένο Εξπρεσιονισμό -που είναι το κίνημα που στην εποχή του αναδεικνύει καλλιτέχνες-stars  όπως ο Pollock– διαγράφοντας σκανδαλιάρικα ως χειρονομία ένα έργο του, επίσης διάσημου, De Kooning– και αντιδιαμετρικά ανοίγει ένα νέο δρόμο προσέγγισης της τέχνης με μια ομάδα απίστευτα ταλαντούχων ανθρώπων – όπως ο John Cage, ο Merce Cunningham, η Trisha Brown και ο Jasper Jones μεταξύ πολλών και σπουδαίων άλλων.

Σαν άλλος Μίδας, ό,τι αγγίζει το μετατρέπει σε τέχνη

Τώρα βέβαια μιλάμε για τη δεκαετία του ’60, όταν η αμερικάνικη τέχνη τρέχει με τα χίλια, νέα κινήματα ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια και σε κάθε έκθεση παραμονεύουν καινούρια ξαφνιάσματα. Ταυτόχρονα βέβαια, τα πράγματα δεν είναι και ιδιαιτέρως ευοίωνα για τους ομοφυλόφιλους. Παρ’ όλα αυτά, στο μυστικιστικό του “Inferno” τολμά, μέσα από την εικονογράφηση του Δάντη, να σχολιάσει και να δηλώσει τις σεξουαλικές του προτιμήσεις, μαζί με τη θέση του απέναντι στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και τον Ψυχρό Πόλεμο – θέση που συνέχισε να δηλώνει και στη συνέχεια και με άλλα έργα του, όπως το “Kite”, το “Dry cell” ή τα “Retroactive”, το “Signs” που έφτιαξε με ανάθεση για εξώφυλλο από το Time magazine (τα δικά του Signs of the Times), το οποίο όμως τελικά απορρίφθηκε και αργότερα με την ίδρυση της Rauschenberg Overseas Culture Interchange (R.O.C.I.).

Robert Rauschenberg

Εντέλει σκέφτεσαι ότι ένας άνθρωπος με την ιδιοσυγκρασία του Rausenberg δεν θα μπορούσε να μην είναι καλλιτέχνης, μοιάζει σα να είναι μια απολύτως φυσική κλίση. Ασχολείται με όλα τα μέσα και καταφέρνει να είναι επινοητικός και καινοτόμος σε όλα – σαν άλλος Μίδας ό,τι αγγίζει το μετατρέπει σε τέχνη με μια, φαινομενική βέβαια, ασύλληπτη φυσιολογικότητα. Λάστιχα, σκουριασμένα μέταλλα, χώμα, λάσπη, άσφαλτος, ομπρέλες, φτερά, καρφίτσες, κόκκαλα, εισιτήρια, γραμματόσημα, παλιοί καμβάδες, ανεμιστήρες, κάλτσες, χαρταετοί, γεννήτριες, μια βαλσαμωμένη κατσίκα. Και άπειρα άλλα υλικά. Όλα βρίσκουν ρόλους σε έργα ημερολογιακά, οδοιπορικά, θεατρικά, χιουμοριστικά και εντέλει απίστευτα γενναιόδωρα. Όπως για παράδειγμα οι «Λευκοί πίνακες» (White paintings), που αν και γίνονται την εποχή της ανάδυσης του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, απέχουν αισθητά από αυτόν, καθότι καλούν τον θεατή απλώς να κοιτάξει, χωρίς καθόλου προσδοκίες, το λευκό, τον καμβά, το κενό ως μη κενό, αλλά ως κάτι – όπως ακριβώς λίγο αργότερα ο Cage τον κάλεσε να ακούσει μέσα από τη σιωπή του πιάνου τον θόρυβο της πόλης στο “4.33” (έργο εξάλλου το οποίο ο συνθέτης δήλωσε ότι εμπνεύστηκε από αυτούς τους «Λευκούς Πίνακες» του Rauschenberg).

Photograph of Robert Rauschenberg seated on Untitled (Elemental Sculpture) with White Painting (seven panel) behind him at the basement of Stable Gallery, New York (1953). © Photograph: Allan Grant, Life Magazine © Time Warner Inc/Robert Rauschenberg/VAGA, New York and DACS, London 2006

Photograph of Robert Rauschenberg seated on Untitled (Elemental Sculpture) with White Painting (seven panel) behind him at the basement of Stable Gallery, New York (1953). © Photograph: Allan Grant, Life Magazine © Time Warner Inc/Robert Rauschenberg/VAGA, New York and DACS, London 2006

Την ίδια στιγμή μια αστείρευτη Λεοναρδική -τολμώ να νεολογίσω- περιέργεια για τα πάντα, τον τραβάει αφενός προς τη διαστημική και την τεχνολογία την οποία ενσωματώνει στη δουλειά του, με την ίδια όρεξη και φρεσκάδα που κάνει ο Cage στη μουσική, αφετέρου στο χορό και την performance, αφού είχε συνεργαστεί για μια δεκαετία με την oμάδα του Cunningham και την Dance Company του, κάνοντάς τους τα σκηνικά και αργότερα με τον Paul Taylor και την Trisha Brown, ενώ στο ενδιάμεσο χορογράφησε και δικές του παραστάσεις. Τι άλλο να προσθέσει κανείς για αυτή την πολυσχιδή προσωπικότητα; Ίσως το ότι ήταν ο πρώτος Αμερικανός που πήρε τον Χρυσό Λέοντα στην Μπιενάλε της Βενετίας και το ότι συμμετείχε στο Moon museum, μια μικροσκοπική κεραμική πλακέτα με έργα των πιο επιφανών καλλιτεχνών της εποχής, που στάλθηκε στο φεγγάρι με το Appollo 12. Και υπάρχουν και πολλά άλλα.

Η μεγάλη αναδρομική έκθεση του Robert Rauschenberg, που τρέχει αυτή την περίοδο και μέχρι τον Απρίλιο στην Tate Modern του Λονδίνου, είναι ένα αριστούργημα. Ακολουθεί χρονολογικά, σαν βιογραφία, τη ζωή και το πλούσιο έργο του τόσο ευφάνταστου και επιδραστικού αυτού δημιουργού, με άφθονα ντοκουμέντα και πληροφορίες και κυρίως με μια ενδεικτική επιλογή έργων από τα πιο εμβληματικά, έως τα πιο άγνωστα.

Photo: courtesy Tate Photography

Photo: courtesy Tate Photography

Έτσι μπορεί κανείς να δει επιτέλους live, αν και σε πλέξιγκλας -τι να κάνεις, η κατάρα της φήμης και του υπέρογκου κόστους- το αποδιοπομπαίο του “Monogram”, το γλαφυρό “Bed”, το πονηρό “Short Circuit”, το διαγραμμένο De Kooning, πολλά από τα combines του, το συνεργατικό με τον Cage “Automobile Tire Print”, τους Ζεν «Λευκούς Πίνακες», όλο το συγκλονιστικό “Inferno”, αλλά και το διαστημικό και λασπερό “Mud Muse”, συν το έργο που κυριολεκτικά έστειλε στο φεγγάρι. Επίσης, βίντεο με χορογραφίες του και παραστάσεις όπου είχε κάνει τα σκηνικά, καθώς και κάποια από τα έργα που έκανε την τελευταία περίοδο της ζωής του – ο Rauschenberg δε σταμάτησε ποτέ να δημιουργεί- που αποκαλύπτουν πόσο φρέσκια εξακολουθούσε ακόμα και τότε να είναι η ματιά του.

Σε μεγάλη ηλικία, λίγο πριν τα 80, μετά από εγκεφαλικό όλη η δεξιά πλευρά του παραλύει και ο Rauschenberg μαθαίνει να χρησιμοποιεί την αριστερή. Είμαι σίγουρη ότι αν έχανε τα δύο του χέρια, θα μάθαινε να χρησιμοποιεί τα πόδια.

Robert Rauschenberg, 1966 (Photo: Dennis Hopper)

Robert Rauschenberg, 1966 – © Dennis Hopper

Info έκθεσης: Robert Rauschenberg | έως τις 2 Απριλίου 2017 | Tate Modern, Λονδίνο

Σχετικά άρθρα: Τρίσα Μπράουν: Η εφευρέτης μιας κίνησης που ταρακούνησε τα θεμέλια του χορού