Ας ξεκινήσουμε από μια κριτική: «Μπορεί να έχετε ακούσει ότι ο Ρομπέν των Δασών έκλεβε από τους πλούσιους και τα έδινε στους φτωχούς αλλά αυτό δεν ήταν παρά προοδευτικίζουσα προπαγάνδα των ΜΜΕ. Αυτός εδώ ο Ρομπέν δεν είναι ένας σοσιαλιστής ληστής που εξασκείται στην αυτοσχέδια αναδιανομή του πλούτου, αλλά μάλλον κάποιος ανδροπρεπής αντικρατιστής που επαναστατεί ενάντια στην υψηλή φορολόγηση και σε ένα μεγάλο κυβερνητικό σχέδιο που ποδοπατά τις αρχαίες ελευθερίες των ιδιοκτητών γης και των ευγενών». Ωστόσο η κριτική αυτή μπορεί κάλλιστα να υπερβάλλει, καθώς δεν αποκλείεται να γυριστεί σίκουελ στο οποίο όντως ο Ρομπέν θα κλέβει από τους πλούσιους και θα δίνει στους φτωχούς. Αυτό είναι άλλωστε το διαφορετικό στοιχείο της εκδοχής του Ρομπέν του Ρίντλεϊ Σκοτ: μας δείχνει τον Ρομπέν πριν γίνει μύθος. Επεμβαίνουμε έτσι όχι μόνο στην ιστορία αλλά και στον μύθο, και στο τουρλού αυτό τον δείχνουμε να αποκρούει γαλλική εισβολή και να εξηγεί με απλά λόγια την Μagna Carta στον Ιωάννη τον Ακτήμονα. Η κριτική υπερβάλλει επίσης γιατί η Μagna Carta είναι σε κάθε περίπτωση συμβολικός σταθμός του νομικού πολιτισμού της Δύσης. Οπότε τελικά το πρόβλημα του Ρομπέν δεν είναι πως είναι ιδεολογικά διαφορετικός από ό,τι τον ξέραμε σαν φιγούρα των λαϊκών μύθων, αλλά το ότι δεν είναι καθόλου διαφορετικός από ό,τι τον αναμέναμε σαν κινηματογραφικό ήρωα.

Γιατί όμως; Επειδή «για τα λεφτά τα κάνεις όλα, για τα ρημάδια τα λεφτά»; Όχι, δεν είναι αυτό το πρόβλημα από μόνο του. Το Χόλιγουντ πάντα έτσι λειτουργούσε. Το πρόβλημα είναι να παντρευτεί η ανάγκη να βγάλουν τα στούντιο λεφτά, με κάποιο δημιουργικό όραμα, έστω μετριασμένο, έστω πειραγμένο, έστω συμβιβασμένο. Η πρώτη ύλη δηλαδή να είναι αυτό το όραμα. Υπήρχε άραγε κάποιο τέτοιο όραμα στο αρχικό σενάριο που επικέντρωνε στον Σερίφη του Νότιγχαμ, κοιτώντας τον μάλιστα με ευνοϊκό μάτι; Δεν θα το μάθουμε ποτέ. Ιδού ένα χολιγουντιανό παράδοξο: πρώτα αγοράζεις πλουσιοπάροχα ένα σενάριο και στη συνέχεια το παίρνεις και του αλλάζεις τα φώτα. Και τελικά θα εγκαταλείψουμε την ιδέα να παίζει το Σερίφη (ή και τον Σερίφη και τον Ρομπέν) ο Ράσελ Κρόου, θα εγκαταλείψουμε την ιδέα να κάνουμε κάτι διαφορετικό και θα επιστρέψουμε στα βασικά. Φωνάζεις τον ειδικό που σου έχει παραδώσει μεγάλα σενάρια στο παρελθόν. Θα έρθει λοιπόν ο Μπράιαν Χέλγκελαντ να στο «γιατρέψει» το σενάριο και, ωραία, και η πλοκή θα ρέει και ένα σωρό χαρακτήρες θα χωρέσουν μέσα της. Και υπάρχουν και περιστασιακές σπίθες στους διαλόγους (με μια ατάκα να είναι εξόχως επίκαιρη για την τωρινή ελληνική οικονομική πραγματικότητα: «Το να αρμέγεις μαστάρι που στέρεψε, το μόνο που θα σου αποφέρει είναι να κλωτσήσει η αγελάδα το σκαμνί που κάθεσαι για να την αρμέξεις»). Και σκηνοθετικά πώς να σε απογοητεύσει ο Ρίντλεϊ Σκοτ; Οι ταινίες του θα σε κρατήσουν είτε έτσι είτε άλλιως καθηλωμένο. Και τον Ράσελ Κρόου έξι χιλιάδες φορές να τον δεις να παίζει παρόμοιους ρόλους, πάλι θα σε κερδίσει, ακόμη και αν βλέπεις ακριβώς αυτό που είχες στο μυαλό σου ότι θα δεις. Και η Κέιτ Μπλάνσετ δίνει υπόσταση σε όποιο ρόλο και αν παίξει. Και ένα σωρό εξαιρετικοί ηθοποιοί στους δεύτερους ρόλους, από τον Γουίλιαμ Χαρτ και την Αϊλίν Άτκινς ως τον Μαξ Φον Σίντοφ και τον Μαρκ Στρονγκ. Αλλά είναι η τρίτη φορά μέσα στους πρώτους πέντε μήνες του 2010 («Σέρλοκ Χολμς», «Κick-Ass») που θα δούμε στους ελληνικούς κινηματογράφους τον Μαρκ Στρονγκ να παίζει τον κακό του έργου και να εξοντώνεται με φαντασμαγορικούς τρόπους. Τυποποίηση και Άγιος ο Θεός. Ακόμη και η μετατροπή του τίτλου από «Nottingham» σε «Robin Hood» δείχνει την αγωνία να μη χαθεί από παρανόηση ούτε ένα δολάριο, ούτε ένα ευρώ, ή όποιο άλλο νόμισμα παγκοσμίως, σκληρό ή μαλακό. Στην αφίσα ο Ράσελ Κρόου στοχεύει με το τόξο θυμωμένος. Δίπλα στο κεφάλι του η υπενθύμιση: Gladiator. Κι όμως, στις λιγοστές σκηνές που του αναλογούν, ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος του Ντάνι Χιούστον δείχνει μια άλλη κατεύθυνση στην οποία θα μπορούσε να είχε κινηθεί η ταινία, μια κατεύθυνση λιγότερο μονοδιάστατα προβλέψιμη, περισσότερο χρωματισμένη, σύνθετη και αιρετική. Αλλά ποιός θα μπορούσε να εγγυηθεί ότι μια τέτοια προσέγγιση δεν θα είχε το ρίσκο της οικονομικής αποτυχίας;

Στο τέλος της ημέρας όλοι οι συντελεστές της ταινίας θα έχουν κάνει τη δουλειά τους καλά (οι άνθρωποι του ήχου και των ηχητικών εφέ ίσως περισσότερο απ’ όλους), κανείς δεν θα έχει κοροϊδέψει κανένα, το ταλέντο, τα μεγέθη και η οργάνωση είναι τέτοια ώστε η καλή δουλειά τους να παραδίδει ένα ικανοποιητικό σύνολο, αλλά βοά δια της απουσίας του ο ξεχωριστός χαρακτήρας, το γενεσιουργό αίτιο, η ρίζα, ο λόγος ύπαρξης της ταινίας. Βρισκόμαστε στον αντίποδα της αρπαχτής ως προς την προχειρότητα και το τελικό αποτέλεσμα, αλλά όχι και τόσο μακριά της ως προς το λόγο που γυρίστηκε αυτή η ταινία (όπως και τόσες άλλες πριν και μετά από αυτή). Ο «Robin Hood» δεν είναι αρπαχτή αλλά οργανωμένη.