Το βράδυ της 29ης  Ιουνίου, ο Ρόι Λιχτενστάιν, ο κορυφαίος της ποπ-αρτ θα έχει την τιμητική του στη βραδιά σύγχρονης τέχνης του οίκου δημοπρασιών Σόθμπις, αφού το έργο του White Brushstroke (1965), ένα από τα ελάχιστα έργα αυτής της σειράς που βρίσκονται ακόμα σε ιδιωτικές συλλογές, θα δημοπρατηθεί και η εκτίμηση είναι ανάμεσα στα 20 έως τα 30 εκατομμύρια δολάρια.

Το πολυπόθητο για μουσεία και ιδιωτικές συλλογές έργο εμφανίστηκε σε δύο εκθέσεις του Λιχτενστάιν στο Μουσείο Guggenheim, το 1969 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990 σε μια έκθεση που περιόδευσε στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στο Λος Άντζελες και σε άλλα ιδρύματα. Δυο δεκαετίες και πλέον από τον θάνατό του, τον Σεπτέμβριο του 1997, σε ηλικία 73 ετών, ο άνθρωπος που κατά δήλωσή του ήθελε να κάνει μια τέχνη απαράδεκτη που κανείς να μην μπορεί να την κρεμάσει στους τοίχους κατέχει μια εξέχουσα θέση όχι μόνο στον κόσμο της τέχνης αλλά και στους τοίχους των μουσείων που θεωρούν σπουδαία κάθε αγορά έργου του.

Καλλιτέχνης με προσωπική στάση και έναν ασυνείδητο κομψό μηδενισμό με τον οποίο διαπραγματεύτηκε σε όλο του το έργο, ο Λιχτενστάιν κινήθηκε στο όριο της ειρωνείας καταφέρνοντας να σοκάρει την καλλιτεχνική σκηνή της Νέας Υόρκης με τα αδέξια έργα του που είχαν αναφορά στα κόμικς και τη λαϊκή κουλτούρα. Όταν το 1961 παρουσιάστηκε το έργο του Look Mickey, οι κριτικοί τέχνης «σούφρωσαν» τη μύτη τους και το περιοδικό LIFE  αναρωτήθηκε «O Ρόι Λιχτενστάιν είναι άραγε ο χειρότερος ζωγράφος του κόσμου;». Ήταν ακριβώς στο μεταίχμιο μιας εποχής που η σκηνή της τέχνης εγκατέλειπε τον αμερικανικό εξπρεσιονισμό για να εξερευνήσει έργα τέχνης εμπνευσμένα από την τσιχλόφουσκα Bazooka και την οσμή του αναλώσιμου, του εφήμερου, αυτού που πρέσβευε η τέχνη του Λιχτενστάιν, που ήθελε το έργο του να διαρκεί όσο μια είδηση σε μια εφημερίδα και μέχρι να κιτρινίσει το χαρτί της. Είναι το μόνο σημείο που η ιστορία τον διέψευσε πανηγυρικά.

White Brushstroke  (1965)

Ωστόσο, δεν άργησαν να παραδεχθούν ειδικά μετά το 1962, αφότου τον ανακάλυψε ένας από τους πιο σημαντικούς γκαλερίστες του κόσμου, ο Λίο Καστέλι ότι πρόκειται για έναν ανήσυχο και διορατικό καλλιτέχνη που μέσα στα «ελαφρά πνευματικά και οπτικά όρια» που είχε ορίσει για τον εαυτό του κατάφερνε να είναι ποιητικός και αιχμηρός, επίκαιρος και εμπορικός. Ο ίδιος είχε δηλώσει ακόμα πως ήταν αντι-στοχαστής, χωρίς μυστήριο και εναντίον όλων αυτών των λαμπρών ιδεών των προηγούμενων κινημάτων της τέχνης που όλοι καταλαβαίνουν πολύ καλά.

Ο Λίχτενσταϊν ήταν πραγματικά ο κ. Cool. Δεν είχε τίποτα από την πολυπλοκότητα και το τραγικό στοιχείο του Andy Warhol, ούτε την κριτική στάση του Claes Oldenburg. Είτε παρωδούσε τους παλιούς δασκάλους είτε εκμεταλλευόταν ρομαντικές και κωμικές ταινίες δράσης, θα έπαιζε με τα πρωτότυπα, με μια ουδετερότητα και μια απόσταση που κράτησε σε όλη του τη ζωή.

Ο Ρόι Λίχτενστάιν γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1923 και πήρε μαθήματα από τον μεγάλο ρεαλιστή ζωγράφο Reginald Marsh στο Art Students League το 1940. Σαν νεοφερμένος στην τέχνη έκανε κάτι που θεωρούσαν όλοι σοκαριστικό: εμπορική τέχνη. Εκ του αποτελέσματος, τελικά, δε την μισούσαν τόσο όσο ήθελαν να υποστηρίζουν.

Ο Λιχτενστάιν έπεισε αναβαθμίζοντας τη γραφιστική και τις τεχνικές της σε τέχνη. Είχε επιδεξιότητα, χιούμορ και τα έργα του ανέδυαν λαμπρότητα, δεν ήταν τέχνη με μεταμορφωτική δύναμη αλλά με λυτρωτική επίδραση. Οι γυναίκες του έδειχναν μια νοσταλγική εποχή που είχε παρέλθει, ήταν γυναίκες με καμπύλες και αύρα, οι δικές του συνθέσεις, οι κουκίδες και η επίδραση των κόμικς ήταν εξευγενισμένη, ελάχιστα βίαια και λίγο ειρωνική.

Ο Λιχτενστάιν παρωδούσε κυρίως τη σοβαροφάνεια και λιγότερο τα καλλιτεχνικά ρεύματα και τους μεγάλους της ζωγραφικής, όταν επανακατασκεύαζε κλασικές εικόνες, νεκρές φύσεις και εσωτερικά των Picasso, Leger, Matisse, Monet.

Για τον Λιχτενστάιν δεν έπεσε έξω μόνο το έγκριτο LIFE. Ο Μπράιαν Ο’ Ντόχερτι των New York Times έσπευσε να τον χαρακτηρίσει ως «έναν από τους χειρότερους καλλιτέχνες της Αμερικής», όταν το 1962 στην γκαλερί του Σίντνεϊ Τζάνις, ως «νέοι ρεαλιστές» εμφανίστηκε μαζί τον Αντι Γουόρχολ, τον Κλάες Όλντενμπουργκ, τον Τομ Βέσελμαν και τον Τζέιμς Ρόζενκουιστ.

Τα διαφημιστικά σλόγκαν και τα «φθηνά» σύμβολα μιας ηδονικά ευτελούς καθημερινότητας ήταν η επόμενη μέρα της αμερικανικής τέχνης, και αυτή την κουλτούρα ο Λιχτενστάιν την κατανόησε τόσο καλά όσο κανένας. Έμεινε πιστός μέχρι το τέλος στην ποπ-αρτ, στους ήρωες των κόμικς που στον καμβά του γίνονται αντι-ήρωες, συμβατοί με τη στάση του απέναντι σε ένα αυστηρό κατεστημένο που επιβίωσε για δεκαετίες χάρη στη νέα τέχνη που είχε ανατείλει χωρίς τα «προαπαιτούμενα της υψηλής τέχνης».